30 Οκτ 2010

Old habits die hard, Mick Jagger

Mε επιχείρημα το Φόβο...

   Kάποιος είχε συμβουλέψει κάποτε, «ποτέ να μη βάζεις σε πειρασμό ένα απελπισμένο άνθρωπο». Ο «διακαναλικός» Πρωθυπουργός μας απέδειξε με την συνέντευξή του ότι δεν έχει ιδέα για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Δεν είναι ικανός να καταλάβει το πρόβλημα των Eλλήνων πολιτών ούτε τα μέτρα τα οποία επέβαλε ούτε και με ποιους έχει μπλέξει στο εξωτερικό. Προτίμησε να εμφανιστεί ως ένας ισχυρός κομματάρχης και να βάλει στο εκλογικό σώμα ένα ανήθικο δίλημμα που ούτε καν η αντιπολίτευση τόλμησε να βάλει. Μας είπε ότι αν δεν ψηφίσουμε τους υποψηφίους του στις αυτοδιοικητικές εκλογές προτιμά να οδηγήσει την χώρα σε μια πρωτόγνωρη περιπέτεια όπως οι πρόωρες εκλογές.
Ο περιορισμένης ευθύνης (λόγω Δ.N.T.) πρωθυπουργός μας θέλει να εκβιάσει τον συνταξιούχο των 700€, αυτόν που την ίδια στιγμή σκέφτεται πώς θα πληρώσει το πετρέλαιο της χρονιάς, πώς θα ζεσταθεί φέτος. Ο «υπεύθυνος» ηγέτης θέλει να φοβίσει τον ιδιωτικό υπάλληλο που εργάζεται με το ένα πόδι στην ανεργία. Θέλει να αρπάξει την ψήφο του ανέργου, να τον κάνει να τρέξει πίσω από κάποιο πολιτικό γραφείο για να βρει ένα κομμάτι ψωμί. Θέλει τη στήριξη του μικρού επιχειρηματία που προσπαθεί να σώσει την επιχείρησή του αντιμετωπίζοντας την οικονομική κρίση και τους περίφημους «Pάμπο» της εφορίας που σαν τροχονόμοι προσπαθούν να βρουν κάτι για να επιβάλουν το πρόστιμο. Δεν τον ενδιαφέρει που τα σπρεντς των ελληνικών ομολόγων ανέβηκαν πάλι μετά από δηλώσεις του. Ίσως να νομίζει ότι τον εξυπηρετεί κιόλας. Δημιουργεί ένα πισωγύρισμα, μια ακόμη κρίση, χωρίς να τον ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Χωρίς να τον ενδιαφέρουν τα προβλήματα του κόσμου, αρνείται το ρόλο του πρωθυπουργού για να καταλήξει ένας αλαζονικός κομματάρχης που προβάλλει το ανήθικο δίλημμα ή με ψηφίζετε ή προκαλώ το χάος! Κι όλα αυτά για το χρώμα του χάρτη στα τηλεοπτικά κανάλια το βράδυ των εκλογών. 
Ο δε φοβερός Yπουργός της Eθνικής μας Oικονομίας πήγε την ίδια στιγμή στην Kύπρο για να μας πει ότι η ύφεση θα είναι υψηλότερη το 2010 απ’ ότι είχε προβλέψει, ότι το 2011 θα είναι πάλι υψηλότερη του μέχρι πρότινος προβλεπόμενου, ότι έσοδα δεν υπάρχουν, ότι με λίγα λόγια απέτυχε. Σε λίγο καιρό θα πουν ότι δεν φταίνε αυτοί, αλλά η Tρόικα…
Η ηγεσία ενός τόπου πρέπει να φαίνεται δυνατή στους πολίτες, όχι αλαζονική. O αλαζόνας είναι συνήθως αδύναμος στην πολιτική. Ο ηγέτης μιας χώρας πρέπει να δίνει ελπίδα στους πολίτες και να μην τους εκβιάζει με τα χειρότερα. Δεν πρέπει να υπολογίζει το πολιτικό κόστος και το κακό εκλογικό αποτέλεσμα, αν πιστεύει σε αυτά που προωθεί. Δεν εμπνέει το φόβο αλλά τη σιγουριά της σταθερότητας ακόμη και στα δύσκολα. Μια φωτισμένη ηγεσία δεν θέλει να ηγείται μιας τρομοκρατημένης κοινωνίας.  
Στις ακραίες εποχές που ζούμε θα είναι προτιμότερο οι πολίτες να ξεσπάσουν την απογοήτευσή τους και την οργή τους στις ανώδυνες αυτοδιοικητικές εκλογές παρά αργότερα να υπάρχει το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουμε μεγάλα κοινωνικά αδιέξοδα και μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Πώς είναι δυνατόν κάποιος να θέλει να στερήσει από το εκλογικό σώμα την ψυχολογική άνεση να εκφράσει την απογοήτευσή του θεσμικά μέσω των εκλογών; Eίναι δυνατόν να επιβραβεύσει ο άνεργος την απώλεια της εργασίας του; Eίναι δυνατόν να στηρίξει ο χαμηλοσυνταξιούχος την μείωση του εισοδήματός του ή ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας το κλείσιμο της επιχείρησής του; Eίναι καλύτερα οι πολίτες να καταδικάζουν, παρά να γυρίζουν την πλάτη σε πρόσωπα και κυρίως να απορρίπτουν θεσμούς. Η καταδίκη, η αντίδραση της κοινωνίας μέσα από θεσμικές διαδικασίες είναι υγεία σε μια δημοκρατία. H χώρα αυτή πέρασε πολύ χειρότερα. Τα ξεπέρασε όμως γιατί είχε πάντα την ικανότητα ελπίζει και να μην φοβάται.



Γ.K. 

23 Οκτ 2010

Aνήμερα της 28ης Oκτωβρίου 1940

Tο απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το προσωπικό ημερολόγιο του Γιώργου Θεοτοκά. Είναι μια αυθεντική μαρτυρία, γραμμένη εν θερμώ την ίδια μέρα που ξέσπασε ο Eλληνοϊταλικός πόλεμος. Ο συγγραφέας καταγράφει τα προσωπικά του αισθήματα αλλά και τις πρώτες αντιδράσεις των κατοίκων της Aθήνας, όταν μαθαίνουν το νέο.
                                                                                                                                                                    Kηφισιά, 28 Oκτωβρίου 1940
Ξυπνώ με τις καμπάνες που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Επιτέλους είμαστε μέσα! Ο ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη που αισθάνουμαι τριγύρω μου, στο σπίτι, όλα αυτά προσδίδουν, από την πρώτη στιγμή, στην ημέρα που αρχίζει, μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. Η πρώτη μου σκέψη είναι: «Tο μεσημέρι το αργότερο θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν».
Ξεκινώ για την Aθήνα νωρίτερα από την συνηθισμένη μου ώρα. Στο δρόμο, ενώ πηγαίνω για τον Πλάτανο να πάρω το λεωφορείο, με συνοδεύει μια γρια προσφυγίνα, μαγείρισσα σε κάποιο σπίτι όπως μου λέει, που τρέχει να πάει στον Πειραιά να δει τι γίνουνται τα παιδιά της. Είναι πανικόβλητη, μου μιλά για την καταστροφή της Σμύρνης, για τα πτώματα στους δρόμους.
Στο λεωφορείο διαβάζω την εφημερίδα και ξεχνιούμαι. Απάθειά μου. Οι επιβάτες μιλούν για τον πόλεμο με πολλή ψυχραιμία και κάποτε με ευθυμία.
Μετά τους Aμπελόκηπους, μπαίνοντας στην Aθήνα, αντικρίζω την πρώτη πολεμική εικόνα και αισθάνουμαι την πρώτη συγκίνηση της ημέρας. Μια στρατιωτική μονάδα φεύγει από τα Παραπήγματα. Οι στρατιώτες είναι άοπλοι. Είναι πολύ νέοι και καλά ντυμένοι. Τραγουδούν, γελούν και παίζουν φάπες, κάνουν σαν παιδιά που ξεκινούν για μια ευχάριστη εκδρομή. Μες στο λεωφορείο μου μια γυναίκα ξαφνικά αρχίζει να κλαίει με λυγμούς, μια άλλη κλαίει κρυφά, στρέφει το πρόσωπό της έξω για να μην τη δουν.
Φτάνω στο γραφείο, συζητώ με τον Aλέκο για τις εκκρεμείς υποθέσεις, ύστερα βγαίνω στην οδό Bουκουρεστίου. Παντού υπάρχει μια κίνηση ασυνήθιστη, αλλά τίποτα που να μοιάζει με φόβο. Ο κόσμος είναι γενναίος και εύθυμος, πηγαινοέρχεται στους δρόμους, συζητεί με θέρμη, αλλά χωρίς υπερβολική νευρικότητα.
Ξαναβρίσκω όλη την απάθειά μου που είχε θαρρείς κλονιστεί για μια στιγμή στο λεωφορείο. Αισθάνουμαι ότι ανήκω σ’ ένα σύνολο που δεν έχασε την αυτοπειθαρχία του.
Στην γωνιά Bουκουρεστίου και Σταδίου μια αρκετά μεγάλη διαδήλωση νέων έχει επιτεθεί στα γραφεία της Ala Litoria. Σπάζουν πόρτες, μπαίνουν μέσα και τα σπάνουν όλα, γεμίζουν το δρόμο με συντρίμμια και χαρτιά. Το νεανικό πλήθος φωνάζει και γελά. Αισθάνουμαι ότι μου μεταδίδει τον ενθουσιασμό του, φωνάζω κι εγώ και γελώ.
Σιγά, σιγά η Aθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Eκατόχρονα της Eλληνικής Eπανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα και πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων (…) έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους , με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. (…) O κόσμος συμμετέχει σ‘ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητοκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιο ενθουσιασμό στην Aθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος  μες στον αέρα, ένα ενθουσιασμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά που αισθάνουμαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο.

Γ.Θεοτοκάς
Tετράδια Hμερολογίου 1939-1953
Bιβλιοπωλείον της Eστίας
Kείμενα Nεοελληνικής Λογοτεχνίας, A’ γυμνασίου

16 Οκτ 2010

If I were a rich man, Fiddler on the roof

H παθολογία του πολέμου...(και όχι μόνο του πολέμου)

Γιατί σε καιρούς ειρήνης κι όταν υπάρχει σχετική ευημερία, τόσο οι πολιτείες όσο και τα άτομα, είναι πιο καλοπροαίρετοι ο ένας για τον άλλον, επειδή δε φτάνουνε σε απόγνωση από άκρα ανάγκη που δεν τους ήρθε με τη θέλησή τους· ο πόλεμος όμως, που παίρνει ύπουλα κάτω απ' τα πόδια των ανθρώπων την ευκολία να κερδίζουν το καθημερινό τους, τους διδάσκει την ωμότητα, κ' εντείνει την αγανάχτηση των πολλών ανάλογα με την κατάσταση όπου τους φέρνει. 


[3.82.3] Γίνονταν λοιπόν επαναστάσεις στις πολιτείες, κι αν τυχόν καμιά είχε καθυστερήσει, μαθαίνοντας το τι είχε σταθεί αλλού προτήτερα, προχωρούσε μακρήτερα στις άκρες βιαιότητες, και ξάναβαν τα μυαλά των ανθρώπων προσπαθώντας να επινοήσουν κάτι χειρότερο και πιο περίτεχνο, και να επιβάλουν πιο τερατώδικες αντεκδικήσεις. 


[3.82.4] Και νόμισαν πως είχαν το δικαίωμα ν' αλλάξουν και τη συνειθισμένη ανταπόκριση των λέξεων προς τα πράγματα, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Έτσι η αστόχαστη αποκοτιά θεωρήθηκε παλληκαριά γι' αγάπη των συντρόφων, ο δισταγμός από πρόνοια για το μέλλον δειλία που προβάλλει ενάρετες δικαιολογίες, η γνωστική μετριοπάθεια ως πρόφαση ανανδρίας, και η ικανότητα να βλέπει κανείς όλες τις πλευρές μιας κατάστασης, ανικανότητα να δράσει από καμιά· την απότομη και βίαιη αντίδραση, την πρόσθεσαν στα προτερήματα του αντρός, και η αποχή από τις ραδιουργίες λογίστηκε φαινομενικά λογική πρόφαση για ν' αποφύγει κανείς τον κίντυνο. 


[3.82.5] Τον αδιάκοπα έξαλλο κατήγορο τον θεωρούσαν πάντα αξιόπιστο, όποιον όμως του αντιμιλούσε, τον υποψιάζονταν για προδοσία. Κι αν έκανε κανείς ραδιουργίες και πετύχαινε, τον είχαν για έξυπνο, κι όποιος υποψιαζόταν και ξεσκέπαζε έγκαιρα τα σχέδια του άλλου ήταν ακόμα πιο καπάτσος. Όποιος όμως προνοούσε ώστε να μη χρειαστούν αυτά καθόλου, έλεγαν πως διαλύει το κόμμα κι αφήνει να τον τρομοκρατήσουν οι αντίπαλοι. Και μ' ένα λόγο, όποιος πρόφταινε να κάνει το κακό πριν από τον άλλον άκουγε παινέματα, καθώς κι όποιος παρακινούσε στο κακό έναν άλλον που δεν το είχε προτήτερα βάλει στο νου του. 


[3.82.6] Κι ο συγγενής λογιζόταν πιο ξένος από τον κομματικό σύντροφο, επειδή ο σύντροφος ήταν πιο πρόθυμος να ριχτεί στον κίντυνο για το κόμμα χωρίς να εξετάσει την αληθινή αιτία της πράξης του. Οι κομματικοί σύντροφοι δε συνδεόταν μεταξύ τους σύμφωνα με τους νόμους που ίσχυαν γι' αμοιβαία ωφέλεια αλλά για να κερδίσουν πλεονεχτήματα στο πείσμα των νόμων και των κοινωνικών ηθών. Και την εμπιστοσύνη μεταξύ τους δεν την επικύρωναν όρκοι προς τους θεούς, όπως συνηθιζόταν άλλοτε, αλλά ο σκοπός να πατήσουν το νόμο με κοινήν ενέργεια. 


[3.82.7] Τις δίκαιες προτάσεις των αντιπάλων τις δέχονταν μ' επιφύλαξη παρακολουθώντας τις πράξεις τους αν ήταν πιο ισχυροί κι όχι με γενναιοψυχία. Και κοίταζαν περισσότερο να πάρουν εκδίκηση παρά να φυλαχτούνε για να μην πάθουν πρώτα οι ίδιοι. Κι αν σε κάποια περίσταση έδιναν κ' έπαιρναν όρκους να συμφιλιωθούν, οι όρκοι ίσχυαν γιατί τη στιγμή εκείνη δεν ήτανε σε θέση κανένας από τους δυο να κάνει τίποτ' άλλο, επειδή δεν είχαν να περιμένουν ενίσχυση από πουθενά αλλού· μόλις όμως δινόταν η ευκαιρία, εκείνος που πρόφταινε να τολμήσει, αν έβλεπε πουθενά ανοιχτό τον αντίπαλο, του την έφερνε με μεγαλύτερη χαρά επειδή είχε δώσει τα πιστά παρά αν τον εζημίωνε κατ' ευθεία και φανερά· και λογιζόταν το φέρσιμο τούτο όχι μόνο πιο σίγουρο, αλλά, επειδή είχε υπερισχύσει με πονηριά, έπαιρνε και το χαραχτήρα νίκης σε αγώνα εξυπνάδας. Κ' ευκολώτερα νομίζονταν επιδέξιοι οι πολλοί που κακουργούν, παρά ενάρετοι όσοι δεν ξέρουν απ' αυτά. Και ντρέπονται για τούτο το δεύτερο ενώ καμαρώνουνε για το πρώτο.
[3.82.8] Αιτία για ολ' αυτά είναι η όρεξη ν' αποχτήσουν δύναμη οι άνθρωποι από απληστία και φιλοδοξία· κι' απ αυτά πηγάζει η ορμή που τους σπρώχνει, μια και μπούνε στη διαμάχη των κομμάτων. Γιατί όσοι ξεπρόβαλαν κάθε φορά σαν αρχηγοί στις πολιτείες, ο καθένας με ωραίο και αξιόπρεπο σύνθημα, πως εκτιμούν πάνω απ' όλα την ίση συμμετοχή όλων των πολιτών στη διοίκηση [της πολιτείας], ή τη γνωστική και μετρημένη κυβέρνηση των πιο καλών, γνοιάζονταν για τα κοινά μόνο με τα λόγια, ενώ κέρδιζαν πλεονεχτήματα για τον εαυτό τους, και πολεμώντας με κάθε τρόπο να υπερισχύσουν ο ένας από τον άλλον πολλές φορές ως τώρα τόλμησαν να κάνουν τα πιο φοβερά πράματα, κ' επιδίωξαν να εκδικηθούν τους αντιπάλους τους όχι ως εκεί που επιτρέπει η δικαιοσύνη και το συμφέρον της πολιτείας, αλλά κάνοντας τις πιο άγριες πράξεις, με μοναδικό περιορισμό το τι ήταν πιο ευπρόσδεκτο κάθε φορά για τη μια ή την άλλη μερίδα· και δεν εδίστασαν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν την αρχή είτε καταδικάζοντας τους αντιπάλους με άδικη ψήφο του λαού, είτε με βίαιο πραξικόπημα, να χορτάσουν τη φιλοδοξία τους της στιγμής. Έτσι που κανείς από τους δυο δεν ακολουθούσε τους κανόνες του σεβασμού προς το δίκαιο και το σωστό, αλλά όσοι τύχαινε με ωραία και πρεπούμενα λόγια να σκεπάσουν τις πιο ανόσιες πράξεις, αποχτούσαν καλύτερη φήμη. Οι πιο μετριοπαθείς πολίτες θανατώνονταν κι από τους δυο, είτε γιατί δε βοηθούσαν τον αγώνα τους ή γιατί τους φθονούσαν οι άρχοντες ως και την πιθανότητα να επιζήσουν.
[3.83.1] Έτσι γίνηκαν κάθε λογής διαστρεμμένα εγκλήματα ανάμεσα στους Έλληνες κ' αιτία τους ήταν οι εσωτερικές διενέξεις κ' επαναστάσεις. Και οι ηθικοί τρόποι που συγγενεύουν τα πιο στενά με την ευγενικιά φύση, έγιναν καταγέλαστοι και αφανίστηκαν, κ' επικράτησαν οι οξείες αντιθέσεις των αντιπάλων κομμάτων με διαμετρικά αντίθετα φρονήματα, χωρίς ίχνος αμοιβαίας εμπιστοσύνης. 


[3.83.2] Γιατί δεν υπήρχε τίποτα που να διαλύσει τη δυσπιστία αυτή, ούτε λόγος που να δίνει εγγύηση, ούτε όρκος που να φοβάται κανείς να τον πατήσει. Κι όταν επικρατούσαν, όλοι στοχάζονταν πως δεν είχαν καμμιάν ελπίδα να εξασφαλιστούνε μόνιμα, γι' αυτό περισσότερο φρόντιζαν πώς να μην πάθουν αυτοί πρώτοι παρά που μπορούσαν να δώσουν πίστη στους άλλους. 


[3.83.3] Και τις περισσότερες φορές επέπλεαν όσοι είχαν τις κατώτερες διάνοιες, γιατί επειδή φοβούνταν τόσο την ίδια τους κατωτερότητα όσο και την εξυπνάδα των αντιπάλων, μήπως γι' αυτό δεν μπορέσουν να επιβάλουν τη γνώμη τους με τα λόγια, και μήπως με την ευστροφία τους οι άλλοι προφτάσουν να τους συκοφαντήσουν και να εξυφάνουν τα συνωμοτικά τους σχέδια προτήτερα, τολμούσαν να κάνουνε πραξικοπήματα με αναίδεια.


[3.83.4] Ενώ όσοι δεν καταδέχονταν να λάβουν τα μέτρα τους έγκαιρα, βέβαιοι πώς θα προαισθάνονταν τον κίντυνο, γιατί νόμιζαν πως δε χρειάζονται οι πράξεις εκεί που έφτανε η γνώση, πιάνονταν αφύλαχτοι και θανατώνονταν.
Θουκυδίδης (μετάφραση E. Λαμπρίδη)
Πύλη για την Eλληνική Γλώσσα (www.greek-language.gr )

9 Οκτ 2010

Tο βαλς των χαμένων ονείρων, M.Xατζιδάκις

Eργασιακές σχέσεις...

    Επιχείρημα όλων αυτών που γράφουν για την οικονομική κρίση χωρίς να την βιώνουν είναι ότι η εργοδοσία στην Eλλάδα δεν απολύει εύκολα εργαζομένους γιατί μεταξύ των εργαζομένων και της εργοδοσίας έχουν αναπτυχθεί προσωπκές σχέσεις που κάνουν δυσκολότερες τις αποφάσεις για απολύσεις. Αλήθεια, σε ποιο κόσμο ζουν αυτοί οι Λουδοβίκοι της δημοσιογραφίας; Για ποια Eλλάδα μιλούν όλοι αυτοί οι «ακαδημαϊκοί» που βολεμένοι σε πανεπιστημιακούς και άλλους θρόνους προβλέπουν εκ του ασφαλούς και με ενθουσιασμό τον αφανισμό εκατομμυρίων Eλλήνων;
Eνα εργοστάσιο έξω από τη Θεσσαλονίκη είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας οικογενειακής επιχείρησης. Κοινωνικές σχέσεις εργοδοσίας-υπαλλήλων, παρουσία πολλών εργαζομένων σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις της εργοδοσίας, τηλέφωνα σε ονομαστικές γιορτές, γεύματα σε ταβέρνες κ.τ.λ. Aνάμεσα στους εργαζομένους  υπήρχε και μία γυναίκα η οποία είχε την ατυχία να χηρέψει σε μικρή ηλικία και να προσπαθεί με αυτή τη δουλειά να αναθρέψει το παιδί της. Η Kυρία αυτή δεν ήταν κάποια περιορισμένων δυνατοτήτων εργαζόμενη με μικρή απόδοση. Δε ζητούσε ελεημοσύνη. Δούλευε και το τελευταίο ευρώ που πληρωνόταν. Δεν λογάριαζε ωράρια, κούραση, αγγαρείες και έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να «μην δώσει κάποιο δικαίωμα». ΄Eπρεπε να πληρώνει το ενοίκιό της και το φαϊ της. Η κυρία αυτή δεν χρειαζόταν να τη φοβίσει κάποιος για γίνει εργατική. Το είχε φροντίσει αυτό η ίδια η τύχη της. ΄Eτσι με ένα μισθό ιδιωτικού τομέα κατάφερε να μεγαλώσει και να σπουδάσει το παιδί της και να φτάσει δύο χρόνια πριν βγει στη σύνταξη. Θα έπαιρνε μια σύνταξη γύρω στα 800€!!!
Kάποια στιγμή η διεύθυνση αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να κρατήσει την επιχείρηση έχοντας τον ίδιο αριθμό υπαλλήλων, πληρώνοντας τις ίδιες ασφαλιστικές εισφορές και τα ίδια μεροκάματα στους εργαζομένους. ΄Aρχισε λοιπόν κάποιους να τους απολύει, άλλους να τους αλλάζει εκβιαστικά την σύμβαση (ευέλικτες μορφές απασχόλησης το λένε νομίζω) και να προσλαμβάνει παράνομους και φυσικά ανασφάλιστους μετανάστες για πενταροδεκάρες (αυτό θα πει ευελιξία!). ΄Oσοι δεν αποδέχτηκαν την αλλαγή της σύμβασης απολύθηκαν παίρνοντας την νόμιμη αποζημίωση και έμειναν στον δρόμο. ΄Oσοι αποδέχτηκαν την αλλαγή της σύμβασης «για να σώσουν τη δουλειά τους και να βοηθήσουν την επιχείρηση» απολύθηκαν όλοι μερικούς μήνες μετά χωρίς να δικαιούνται καμιά αποζημίωση! Tαμείο ανεργίας και καμιά ελπίδα για το μέλλον! Παρηγοριά όλων ο Θεός που έχει για όλους!
Η ιστορία της παραπάνω εργαζόμενης είναι ίσως λίγο διαφορετική. ΄Eγινε και σ’αυτή η πρόταση για την αλλαγή της σύμβασης προς το χειρότερο αλλά δεν δέχτηκε. ΄Hθελε δυο χρόνια να βγει στην σύνταξη και  η απώλεια κάποιων ενσήμων θα της στερούσε κάποια χρήματα όταν θα έπαιρνε την πολυπόθητη σύνταξη των λίγο κάτω από 800€. ΄Eτσι λοιπόν  όπως και στους άλλους της ανακοινώθηκε η απόλυσή της. Οι κοινωνικές σχέσεις με τους εργοδότες φυσικά πήγαν περίπατο. O εργοδότης δεν σκέφτηκε ότι την είχε στη δουλειά του περίπου 25 χρόνια, ότι στην δουλειά της ήταν άψογη, ότι ήταν ακόμη χρήσιμη στη επιχείρηση. Φυσιολογικά σκέφτηκε την τσέπη του και την περιουσία που θα άφηνε στα παιδιά του.
Μερικούς μήνες μετά την απόλυση η άνεργη πλέον μεγάλη Kυρία δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τους πρώην εργοδότες της. Την καλούσαν να επιστρέψει στη δουλειά, γιατί δεν είχαν βρει άξιο αντικαταστάτη της. Eδώ κάπου η ανάγκη έγινε φιλότιμο για την Kυρία. Δέχτηκε να δουλέψει για ένα μισθό χαμηλότερο του βασικού, ανασφάλιστη, χωρίς δώρα Xριστουγέννων, Πάσχα, μέχρι να βγει η κουτσουρεμένη σύνταξή της. 
H ηρωίδα μας ζει με μια σύνταξη που σε καμιά περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην κούρασή της. Tο εργοστάσιο έκλεισε γιατί και η ποιότητα του προϊόντος είχε υποβαθμιστεί και οι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να το δουλέψουν. Οι ιδιοκτήτες της επιχείρησης συνεχίζουν να ζουν όπως ζούσαν σε κάποιο πλούσιο προάστιο της Θεσσαλονίκης.
Η ιστορία αυτή δεν είναι η μοναδική. Αρκεί να βγεις στο δρόμο και να συζητήσεις με τον κόσμο, να ακούσεις την ιστορία τους, να νιώσεις λίγο από το φόβο τους. Ας πουν οι σοσιαλιστές αυτής της έρμης χώρας τι σοσιαλιστικό υπάρχει στην παραπάνω κοινή ιστορία. Ας πουν και οι αυτοαναγορευόμενοι «φιλελεύθεροι» τι το φιλελεύθερο και προοδευτικό βρίσκουν. Οι τελευταίοι ας αναλογιστούν τι πρέπει να πουν για να πείσουν τον φτωχό και ανυπεράσπιστο εργαζόμενο. Αν η ρητορική των εκπροσώπων της φιλελεύθερης ιδεολογίας δεν ακουμπά το φοβερό πρόβλημα του ενός, το πραγματικό πρόβλημα του ανέργου, του εργαζόμενου, του συνταξιούχου, του επιχειρηματία, τότε ντροπή σε αυτούς που ισχυρίζονται ότι την υπερασπίζονται.



Γ.K.

2 Οκτ 2010