19 Μαρ 2010

Eλληνικές ιδιορρυθμίες

      E.Π. ΠAΠANOYTΣOY
Δεν νομίζω πως μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί η αρχή ότι από τις ιδιότητες που θεωρεί αρετές ένας λαός και από τα ελαττώματα που συγχωρεί ή παραβλέπει καταλαβαίνουμε βαθύτερα τους άξονες της ζωής του και την ψυχολογία του, το χαρακτήρα του.
Oλόκληρος ο ψυχικός κόσμος ενός ανθρώπου αποκαλύπτεται, για το μάτι που ξέρει και μπορεί να δει, στη «σκάλα των αξιών και των απαξιών» του, όπως θα έλεγε στη γλώσσα του ο Nietzsche, στις ηθικές (κατά τη γενικότερη έννοια του όρου) αποτιμήσεις του. Το ίδιο συμβαίνει και στους λαούς και και στα μεγάλα συλλογικά άτομα. ‘Iσως και η αρχική τους βιολογική καταβολή, το φυλετικό τους κύτταρο, ασφαλώς όμως ο αγώνας τους για να ζήσουν μέσα στο γεωγραφικό τους χώρο όπου τους έταξε η ιστορική τους μοίρα, σιγά - σιγά φτιάχνει τον ψυχικό τους κόσμο κατά ορισμένο τρόπο, δηλαδή με τις χαρακτηριστικές ιδιορρυθμίες του. Οι ηθικές του αξιολογήσεις, οι αποτιμήσεις του καλού και του κακού (με τις ιεραρχικές διαβαθμίσεις τους) αποτελούν τις «συντεταγμένες» αυτού του κόσμου, για μιλήσουμε σαν τους γεωμέτρες. ‘Oποιος γνωρίζει αυτές τις συντεταγμένες μπορεί να καταλάβει την ψυχή του λαού που μελετά, το χαρακτήρα του. (…)
Χαρακτηριστικό φαινόμενο για την ψυχολογία του λαού μας και για την ιδιότυπη φυσιογνωμία της ηθικής του μορφής είναι το γεγονός ότι σε κάθε περίσταση θαυμάζει την επιτηδειότητα , δηλαδή την ικανότητα να φτάνει κανείς γρήγορα και ασφαλώς στους σκοπούς του υπερνικώντας με οξυδέρκεια και επιδεξιότητα τα δυσανάλογα προς τις πραγματικές του δυνάμεις εμπόδια που παρουσιάζονται κάθε τόσο για να του ανακόψουν το δρόμο. Φυσικά όλοι οι λαοί του κόσμου εκτιμούν τον επιτήδειο άνθρωπο. Πουθενά όμως αυτός δεν θαυμάζεται περισσότερο τόσο αυθόρμυτα και τόσο ανεπιφύλακτα όσο στην Eλλάδα. Τον εκτιμούν βαθιά και τον εγκωμιάζουν, ακόμη και όταν ο δρόμος, που μεταχειρίστηκε για να επιτύχει, δεν υπήρξε εντελώς ίσιος. Ενώ αντίθετα ειρωνεύονται και καταφρονούν τον ανεπιτήδειο, εκείνον που από την αδεξιότητα, αμβλύνοια, δειλία ή και υπερβολικούς ακόμη ηθικούς φόβους αστοχεί και χάνει το παιχνίδι. Ο τύπος του αβέβαιου, του διστακτικού, του αδέξιου ή του «ατυχούς» ανθρώπου δεν βρίσκει έλεος στα μάτια τους.
‘Aλλοι λαοί αισθάνθηκαν και έγραψαν την ποίηση του «αποτυχημένου» ― ‘Aμλετ, Πρίγκιπας Mύσκιν, Πέερ Γκυντ κλπ. Το δικό μας εθνικό έπος είναι η Oδύσσεια, η δραματική περιπέτεια του «επιτήδειου» ανθρώπου, εκείνου που στο τέλος τα καταφέρνει, φτάνει στους σκοπούς του, θραμβεύει ύστερ’ από απερίγραπτα εμπόδια και κακοτυχίες.
Με τον επιτήδειο συνέχεται στενά ο τύπος του «πολυμήχανου» ανθρώπου, εκείνου που μηχανεύεται πολλούς και απίθανους τρόπους για να επιτύχει. (Eίναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στη λέξη «μηχανή» τόσο οι αρχαίοι στα κλασικά κείμενά τους όσο και ο σημερινός μάγκας δίνουν το ίδιο νόημα!) Φυσικά ο πολυμήχανος άνθρωπος είναι συχνότατα πανούργος και κάποτε δόλιος άνθρωπος. Αλλά κέντρο βάρους μέσα σ’ αυτή την έννοια δεν είναι η απάτη, όσο η εξυπνάδα, η επινόηση, η φαντασία, ο συνδυασμός. Ο λαός μας ανέκαθεν θαυμάζει και επαινεί όχι τόσο την επιδεξιότητα στα χέρια, όσο την επιτηδειότητα που θριαμβεύει με το μυαλό. Ο Pωμιός είναι από πανάρχαια χρόνια «νοησιαρχικός». Στη νόηση δίνει παντού και πάντοτε την προτεραιότητα. Λατρεύει την εφευρετικότητα, τη γονιμότητα, τη λεπτότητα του νου, που αποκαλύπτονται στις διανοητικές κατασκευές― αυτές είναι οι μηχανές― στους έξυπνους συνδυασμούς, σ’ εκείνους που φέρνουν τον επιτήδειο άνθρωπο ασφαλώς και γρήγορα στην επιτυχία. Αν τα μέσα του είναι και ηθικά άψογα, σύμφωνα με τα κοινά μέτρα, έχει καλώς. Κανείς όμως δεν θα τον καταδικάσει, αν στην αδυναμία να ακολουθήσει τον ίσιο, πάρει κάποτε το λοξό δρόμο. Αρκεί να φτάσει. Και τότε όλοι θα τον χειροκροτήσουν λησμονώντας εντελώς ή παραβλέποντας με επιείκεια ή και θαυμάζοντας ακόμη και τις «απάτες» του. 
Υπό τον όρο να μην ξεπερνάει εδώ ο δόλος κάποιο ανεκτό μέγεθος. Γιατί όσο επιεικής δείχνεται ο Pωμιός προς τη μικροκατεργαρία τόσο αμείλικτος είναι απέναντι στους απατεώνες «ολκής». Ο πρώτος καταφεύγει στο δόλο από ανάγκη, μπροστά στο αδιέξοδο· ο δεύτερος από απληστία και διάθεση κακουργίας.
Εδώ έχει τη θέση του, κοντά στον αρχαίο Oδυσσέα, ένας άλλος εξίσου χαρακτηριστικός εθνικός μας ήρωας που συμπληρώνει το δίπτυχο, όπως η κωμωδία την τραγωδία: ο Kαραγκιόζης. Είναι ο φαιδρός τύπος του επιτήδειου: πολυμήχανος και δόλιος καταφερτζής, κατά βάθος όμως αγαθός και συμπαθητικός μικροαπατεώνας που ενεργεί λοξά από έσχατη ανάγκη. Και πάντα με το μυαλό (εκεί είναι η δύναμή του), όχι με τα χέρια.
Φυσικά τυχαίο δεν είναι το ότι πιο πολύ από τους άλλους λαούς, ή και μόνος ανάμεσά τους, θαυμάζει τόσο ανεπιφύλαχτα την επιτηδειότητα ο δικός μας. Η ιστορική του μοίρα έχει παίξει το σπουδαιότερο ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της νοοτροπίας του. Yπήρξε ανέκαθεν ένας λαός αριθμητικά μικρός που είχε να τα βγάλει πέρα και με πολυπληθείς όμορους λαούς με την πλούσια, τη γόνιμηκαι ανήσυχη φαντασία του. ‘Aλλοι ίσως δεν το καταλαβαίνουν . Εμείς όμως από την πείρα μας ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει να παλεύεις αδιάκοπα προς μεγάλους εχθρούς που ορμούν κάθε τόσο να σε συνθλίψουν, και προς μια μεγαλύτερη ακόμη φαντασία που δεν σε αφήνει ήσυχο να συμβιβαστείς με την παρούσα κατάστασή σου, αλλά διαρκώς σε κεντρίζει να αναζητείς τα αδύνατα και τα ακατόρθωτα.
Μέσα σε τέτοιους όρους που παρά τις αλλαγές της ιστορικής σκηνογραφίας έμειναν αναλλοίωτοι από τα πανάρχαια χρόνια ως σήμερα, ήταν πολύ φυσικό να επιβληθεί στη λαϊκή εκτίμηση η ικανότητα του επιτήδειου. Ο μικρός όταν πολεμάει το μεγάλο, τα βγάζει πέρα με την ικανότητα και την ευστροφία του μυαλού του, με την επιτηδειότητά του.  Εδώ η πανουργία, ακόμα και ο δόλος, είναι μέσον ανάγκης, όπλο θεμιτό στο δύσκολο και κάποτε απελπισμένο αγώνα που κάνει αυτή η φυλή για την επιβίωσή της. Αν ήταν ανεπιτήδειος ο ελεύθερος Oδυσσέας πως θα σωζόταν από τις περιπέτειες και από τη φαντασία του; Kαι χωρίς την επιτηδειότητα θα μπορούσε πάλι να επιβιώσει μέσα στα δεσμά της σκλαβιάς ο ραγιάς Kαραγκιόζης; ‘Oταν τεθεί έτσι σκληρά το ζήτημα, θα συχωρέσουμε μονάχα ή θα ευλογήσουμε τις όχι και τόσο παστρικές «μηχανές» τους; (…)

Eφήμερα, Δοκίμια, Eκδόσεις Nόηση