27 Οκτ 2018

Η κηδεία του Παλαμά, του Γιώργου Θεοτοκά

Ένα γεγονός που ξαφνικά, μέσα στο ζόφο της διπλής εχθρικής κατοχής, ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα της Αθήνας και ξεσήκωσε την ψυχή της σ’ ένα θαυμάσιο ξέσπασμα ομαδικής έξαρσης και πίστης ήταν η κηδεία του Κωστή Παλαμά. Ο θάνατός του ήταν φυσιολογικός δεν είχε καμιά συνάρτηση με την πολεμική κατάσταση. Και, ωστόσο, το λείψανο του εθνικού ποιητή φάνταζε τότε, στα μάτια μας, σαν εντονότατο έμβλημα της εθνικής μας αντίστασης και της μεγάλης κοινής μας λαχτάρας της ελευθερίας.
Στις 27 Φεβρυαρίου 1943, το πρωί, μάθαμε πως ο Παλαμάς είχε πεθάνει την προηγούμενη νύχτα, σε ηλικία ογδόντα τεσσάρω χρονώ. Το μεσημέρι πήγα στο σπίτι του, στην Πλάκα, κι είδα το νεκρό που τον είχαν ξαπλωμένο σ’ ένα ντιβάνι, στη μικρή του βιβλιοθήκη. Ήταν ντυμένος στα μαύρα και σκεπασμένος με ανθισμένα κλαδιά αμυγδαλιάς. Ήταν, θα έλεγε κανείς, ακόμα μικρότερος απ’ ό,τι ξέραμε, σαν τα λείψανα των αγίων. Στην κάμαρα αυτή στεκότανε μόνος ο Στρατής Μυριβήλης που, μόλις μπήκα, γύρισε και μου είπε: «Κοίταξε, τι γλύκα που έχει αυτό το πρόσωπο!» Κι ήταν πράγματι εξαιρετικά γλυκιά η μορφή του, γεμάτη απέραντη πατρική αγάπη. Το απόγευμα ένιωσα την ανάγκη να ξαναπάω να τη ξαναδώ. Έμεινα τότε κάμποση ώρα, με τον Κατσίμπαλη και άλλους φίλους. Είχαν ανάψει κεριά κοντά στο νεκρό, χωρίς άλλο φως. Νόμιζες πως έβλεπες μπροστά σου σα πεθαμένο μισόν αιώνα ελληνικής ζωής.
Εκεί, ο Παλαμάς, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μου φάνηκε Βυζαντινός, βγαλμένος από τα βάθη του βυζαντινού Μεσαίωνα, άνθρωπος της μεγάλης, της πολύδοξης και σοφής Ρωμανίας, βαθύτατα Βυζαντινός στο αίμα του και στην ψυχή του, στη φυλετική και στην πνευματική του καταγωγή. Το πιστεύω σταθερά πως, ανεξάρτητα από την πολυμέρεια κι τις αντιφάσεις του πνεύματός του, ο κεντρικός, ο βαθύτερος πυρήνας της ποιητικής του δημιουργίας ήταν βυζαντινός. Το ίδιο εκείνο απόγευμα, η Ναυσικά Παλαμά μου διηγήθηκε ένα επεισόδιο που μου φαίνεται τώρα χαρακτηριστικό. Δυο ώρες πριν από το θάνατο, δηλαδή κατά τη μια μετά τα μεσάνυχτα άκουσε, μέσα στον ύπνο της, μια βυζαντινή ψαλμωδία. Ξύπνησε, πήγε στην κάμαρα του πατέρα της και τον ήβρε να ψέλνει κοιμισμένος. Του μίλησε, μα δεν την άκουσε κι εξακολούθησε να ψέλνει.
Η Κηδεία έγινε την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου, στις 11 το πρωί, στην εκκλησία του Α’ Νεκροταφείου, όπου μαζεύτηκε πλήθος πολύ. Χοροστάτησε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός που μίλησε ωραία, με πατριωτική συγκίνηση. Ύστερα, στάθηκε κοντά στο φέρετρο ο Άγγελος Σικελιανός και απάγγειλε το γνωστό του ποίημα: Ηχήστε οι σάλπιγγες! που το είχε γράψει την προηγούμενη νύχτα. Το είπε με φωνή βροντερή, μέσα σε λυγμούς που έβγαιναν απ’ το πλήθος. Ήταν σοβαρά άρρωστος κι οι γιατροί του τού είχαν απαγορέψει αυστηρά κάθε κούραση και κάθε έξοδο, μα κανείς δεν μπόρεσε να τον πείσει να πειθαρχήσει στη σύστασή τους. Ένιωθε πως κάποιο ανώτερο χρέος τον καλούσε εκεί. Τρίτος μίλησε ο Σωτήρης Σκίπης, απαγγέλοντας ένα ποίημα που περιείχε στίχους πολύ τολμηρούς και επικίνδυνους για τον ποιητή τους τη στιγμή εκείνη. Αξίζει να σημειωθεί πως παρακολουθούσαν την κηδεία αντιπρόσωποι των πρεσβειών της Γερμανίας και της Ιταλίας.
Σα τελείωσε η ακολουθία, ο Σικελιανός απομάκρυνε τους νεκροθάφτες και κάλεσε όσους ήταν κοντύτερα να σηκώσουν το φέρετρο, σηκώνοντας αυτός πρώτος. Τον είδα να περνά κοντά μου άσπρος και ονειροπαρμένος, σαν υπνοβάτης. Άκουσα τότε τη Μαρίκα Κοτοπούλη να λέει: «Είναι ο Σικελιανός που θάβει τον Παλαμά!». Κι αυτή η ιδέα την τάραζε, σα να περιείχε ένα συγκλονιστικό συμβολισμό.
Ο τάφος, καθώς είναι γνωστό, βρίσκεται έξω από το παλαιό νεκροταφείο, σε μέρος ανοιχτό, με θέα προς την Αθήνα και την Ακρόπολη. Ήταν όμορφη μέρα, ηλιόλουστη. Μαζεύτηκε εκεί όλο το πλήθος που ήταν στην εκκλησία, καθώς και το πλήθος που είχε μείνει απ’ έξω, σε διάφορα επίπεδα, ανάμεσα στα μάρμαρα και στις πρασινάδες, γιατί το κοιμητήρι, στο σημείο εκείνο, είναι σα κήποι κρεμαστοί. Όταν τελείωσε η ταφή, ήρθαν στρατιώτες Γερμανοί και Ιταλοί και κατέθεσαν στεφάνους, ενώ οι αντιπρόσωποι των πρεσβειών τους χαιρετούσαν με τρόπο φασιστικό. Τότε, χωρίς κανένα σύνθημα, καμιά προηγούμενη συνεννόηση, όλο εκείνο το πλήθος άρχισε να τραγουδά τον εθνικό ύμνο μ’ ένα πάθος και μιαν ένταση, που δεν φαντάζομαι κανείς που ήταν εκεί να τον άκουσε άλλη φορά στη ζωή του να τραγουδιέται έτσι. Και σαν τελείωσε κι ο ύμνος, από παντού ακούστηκαν οι φωνές: «Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η ελευθερία!» Κι όλες αυτές οι αυθόρμητες πράξεις θαρρούσε κανείς πως υπακούσανε  σ’ ένα ποιητικό ρυθμό.
Κατεβήκαμε προς τη σκλαβωμένη Αθήνα μας, που τη σκίαζαν απ’ την Ακρόπολη οι σημαίες των κατακτητών, με ψυχή περήφανη και χαρούμενη. Τέτοια ήταν η δύναμη του ποιητή που είχαμε κηδέψει και που μας φαινόταν περισσότερο από πάντα ζωντανός.

Γιώργος Θεοτοκάς
Πνευματική πορεία
Εκδόσεις Εστία

Χρονικό του 1942, του Ηλία Βενέζη

Είχε πέσει κείνα τα χρόνια συμφορά μεγάλη στη χώρα των Ελλήνων. Ζούσαν ήσυχοι και με ειρήνη οι άνθρωποι τη δύσκολη ζωή των βουνών και των θαλασσών τους, τίποτα δε γυρεύανε απ’ τους άλλους, όταν ο κακός γείτονας τους κήρυξε τον πόλεμο κι έστειλε τα φουσάτα του να ρημάξουν τη χώρα. Τότες ο λαός που είδε το άδικο ξεσηκώθηκε, παλικάρια, γυναίκες και γερόντοι άφησαν τη γη και τη θάλασσα και τράβηξαν στα βουνά να μποδίσουν το κούρσεμα της πατρίδας. Πολεμούσανε μήνες και μήνες. Ήταν βαροχειμωνιά, και στα φαράγγια της Πίνδος, οι άνεμοι βουίζανε, το χιόνι στοιβαζόταν, και οι άνθρωποι ξεπαγιάζανε. Απ’ το πολύ το κρύο πληγιάσανε τα κορμιά των παλικαριών, άλλους τους κόψανε το χέρι, άλλους τους κόψανε το ποδάρι. Όμως να το βάλουνε κάτου δε λέγανε. Έτσι ντροπιάστηκε τότες απ’ το λαό των Ελλήνων ο κακός γείτονας, και θα τον ρίχνανε οι Έλληνες στη θάλασσα, αν άλλος οχτρός πιο φοβερός και πιο αντίχριστος δε ριχνότανε άναντρα πάνου στους φουκαράδες που πολεμούσανε για πατρίδα και λευτεριά. Κι οι Έλληνες πια δε βάσταξαν και λύγισαν. Τα φουσάτα των οχτρών μπήκαν στη χώρα, υποτάχτηκε ο λαός των Ελλήνων, και στον Ιερό Βράχο των προγόνων του σηκώθηκε σαντάρδο μισητό.

29 Σεπ 2018

Ο Καπιτάνιος

-->
Του Στρατή Μυριβήλη

Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο καραβόσκυλο, τον Καπιτάνιο μας. Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.
Ήταν ένας σκύλαρος ώς εκεί πάνω, κανελής, γεροδεμένος, με μιαν άσπρη βούλα στην πλάτη, σαν πλατανόφυλλο. Όλοι τον αγαπούσανε γιατ' ήτανε καλός, κι εμείς, τα παιδιά, του βγάζαμε την πίστη με τα τυραγνιστικά παιχνίδια. Ήμασταν τέσσερα, όλα αγόρια, και μόνο εγώ, ο μεγάλος, ήμουνα σε θέση να καταλαβαίνω το πιλάτεμα που του γινότανε. Ο Καπιτάνιος τα δεχόταν όλα με άσωστη καλοσύνη.
Τ' αγαπούσε τα παιδιά, έπαιζε μαζί τους υπομονετικά και τους φερνότανε με προστατευτική αψηφισιά, χωρίς ποτές να θυμώνει και να τα ξεσυνερίζεται. Τόνε καβαλίκευαν το λοιπόν και κείνοι ή τόνε ζεύανε στο ποδηλατάκι του Πετρή και κάναν αρματοδρομίες στις πλάκες της αυλής. Ο Καπιτάνιος, σαν πονούσε πολύ, μισόκλεινε τα μάτια και ψευτόκλαιγε, ή έγλειφε το χεράκι που τόνε παράσφιγγε. Εγώ, που καταλάβαινα όσο κι η μητέρα το καλό που μας έκανε τη νύχτα της καταστροφής ετούτο το σκυλί, πολεμούσα να το προστατεύω όσο μπορούσα από τους μικρούς σταυρωτήδες του.
Ακόμα απορούσα πώς ο Καπιτάνιος δε σκέφτηκε ποτές να πάρει μέσα στο σπίτι μήτε τόσο δα ύφος «μεγάλου ευεργέτη». Καμιά φορά που 'βλεπα τον πατέρα να στέκεται ψηλός, με τα πόδια ανοιχτά, μπροστά στο μικρό πόρτο, με το ναυτικό του κασκέτο γερτό πίσω στο σβέρκο, να βλέπει μακριά το πέλαγο, να βλέπει εκεί προς το Κάβο-Μπαμπά χωρίς να μιλά, με τα χέρια στις τσέπες, μ' έπιανε μια συγκίνηση… Αγκάλιαζα τότες τον Καπιτάνιο μας και τόνε φιλούσα κι έχωνα το πρόσωπο κάτω από την κεφάλα του. Κι αυτός μ' έγλειφε πίσω από τ' αφτί και φρούμαζε μέσα στα μαλλιά μου. Το 'ξερα πως χωρίς αυτόνε θα 'μασταν τέσσερα ορφανά στο δρόμο, κι ήθελα να μπορούσα να του το πω πόσο το 'ξερα.
Σαν πηγαίναμε στο σκολειό με τον Αντώνη, το δεύτερο αδέρφι, μας έπαιρνε το καταπόδι ώς τη σιδερένια οξώπορτα της μεγάλης αυλής του, χωρίς να μπαίνει ποτές μέσα στο προαύλιο. Σταματούσε εκεί, μπροστά στο πετρένιο κατώφλι, κάθιζε στα πίσω πόδια και μας έβλεπε με τα καστανά μάτια του, μας έβλεπε τρυφερά να προχωράμε μέσα, σαρώνοντας με τη φουντωτή ουρά το χώμα. Έγερνε το κεφάλι του πλάι να μας δει, όπως κάνουν οι μαμάδες να καμαρώσουν τα μωρά τους. Σαν μας έχανε από τα μάτια του, έδινε μια και γύριζε τρεχάτος σπίτι. Από κει παραμόνευε την ώρα που σχολνούσαμε, και μόλις άκουγε το καμπανάκι που χτυπούσε ο επιστάτης —ακουγότανε ώς το σπίτι αυτό το καμπανάκι—, άφηνε στη μέση τα παιχνίδια του ή τα κόκαλα που τραγάνιζε και, μια δυο, ερχότανε στην οξώπορτα του σκολειού μας να μας προπάρει και να μας πάει συνοδεία στο σπίτι.
Όλος ο κόσμος τον αγαπούσε τον Καπιτάνιο, γιατ' ήτανε καλός. Μόνο ένας χασάπης, που είχε το μαγαζί του στην αγκωνή του δρόμου μας, δεν τονε χώνευε. Αυτός είχε ένα χασαπόσκυλο, Μαχμούτ τόνε λέγανε. Μαύρο και χοντρό σκυλί, κακό και μπαμπέσικο. Άμα τον έπιανε η κακία του, ακολουθούσε ένα διαβάτη ύπουλα, πήγαινε πίσω του ήσυχα και, ξάφνου, στα καλά καθούμενα, τον αρπούσε από το πόδι ή του 'σκιζε το βρακί.
Ο χασάπης του 'ριχνε ένα σωρό μεζελίκια μέσα σ' ένα σπιτότοπο που ήτανε παραδίπλα. Μόλις τα μυριζόταν ο Καπιτάνιος μας, πρόφταινε με μεγάλες τρεχάλες, τον αγρίευε, και, χλαπ, χλουπ, κατάπινε σε μια στιγμή τα τζιέρια και τα διαλεχτά κόκαλα και ο Μαχμούτ έβλεπε από μακριά κατατρομαγμένος. Ο πατέρας γελούσε και έλεγε στο χασάπη να 'ρχεται να του πλερώνει τη ζημιά. Αυτός όμως το 'χε πάρει κατάκαρδα. Έβαλε όχτρα πάνω στον Καπιτάνιο μας.
Μια μέρα, που τόνε τσάκωσε στα πράσα να τρώει τους κατιμάδες του Μαχμούτ, έγινε έξω φρενών και τίναξε πάνω του το μεγάλο του χασαπομάχαιρο. Το γιντέκι βρήκε το σκυλί στο δεξί μπροστινό πόδι και το πλήγωσε λαφριά. Το σήκωσε ψηλά, το 'γλειφε κι έκλαιγε. Τύχη του να γυρίζει σπίτι ο πατέρας κείνη την ώρα και να δει το κίνημα. Δίνει ένα σάλτο, αρπάει από χάμου το χασαπομάχαιρο, κατόπι χιμά και πιάνει  το χασάπη. Τον γονατίζει με το να χέρι, κατόπι τον αρχίζει στη ράχη διπλαριές με το πλατύ του γιντεκιού, να πού σε πονεί και να πού σε σφάζει. Του 'καμε μαύρη την πλάτη. Πρώτη φορά τον είδα έτσι θυμωμένο τον πατέρα.
Μια μέρα, καλοκαίρι ήταν, απόγεμα. Τελεύανε οι πάψες και η μητέρα τοίμαζε κείνες τις μέρες το μπαούλο μου, να με ταξιδέψει στη Χώρα για το Γυμνάσιο. Ξαφνικά σηκώθηκε μέσα στο χωριό μια φασαρία… Ένα κακό… Η γειτονιά έγινε ανάστατη. Ένα τσομπανόσκυλο είχε λυσσάξει πάνω στις μάντρες, και δάγκασε κάμποσα πρόβατα. Οι τσομπαναραίοι το κυνηγήσανε με πέτρες και με ξύλα, να το σκοτώσουν κι αυτό ροβόλησε μέσα στα σπίτια. Ήταν ένα κόκκινο σκυλί, αγριεμένο, με  σηκωμένη την τρίχα, σαν λύκος. Έτρεχε με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα μάτια του ήτανε κόκκινα, λοξές ματιές κι είχε το στόμα ανοιχτό. Από την κρεμασμένη γλώσσα του τρέχανε σάλια. Από πίσω του φωνάζανε, χούγιαζαν, του πετούσανε στειλιάρια και φορτωτήρες κι οι γυναίκες τσιρίζανε, μάζευαν τα μωρά τους και σφαλούσανε με θόρυβο τις πόρτες.
Πέρασε μπροστά από την πόρτα μας, όπου τα δυο μικρότερα αδερφάκια παίζαν ολομόναχα με τον Καπιτάνιο. Του 'χανε βαλμένη μια σκουφίτσα με νταντέλες, του τη δέσανε κάτω απ' το σαγόνι στο μαύρο λουρί, κι αυτός πια στεκόταν και καμάρωνε όσο αυτά ξεφώνιζαν από τα γέλια. Σαν άκουσε το σαματά και το κακό που γινόταν, πετάχτηκε πάνω, γάβγισε φοβεριστικά και στάθηκε μπροστά στα παιδιά περιμένοντας να τα διαφεντέψει. Το τσομπανόσκυλο ήρθε καταπάνω του, ξεφρενιασμένο από την τρομάρα και από την αρρώστια του. Να το δει ο Καπιτάνιος να περνά από το πόστο του, χύνεται και τ' αρχίζει στις δαγκωματιές. Κυλιστήκανε μια κουβάρα στα χώματα, ενώ τα παιδιά τρέξανε μέσα κλαίγοντας.
Το λυσσασμένο σκυλί έφυγε σε κακό χάλι, με τ' αφτιά πετσοκομμένα, με τη μούρη χωμένη στα αίματα. Όμως κι ο Καπιτάνιος είχε δυο μικρές δαγκωματιές στα πόδια και ένα ξέγδαρμα στο στέρνο.
Ο πατέρας ήρθε σε λίγο τρομαγμένος και βαστικός. Του είπανε τι έτρεξε. Ο Καπιτάνιος, σαν τον είδε, σταμάτησε να γλείφει τις λαβωματιές του και του 'κανε όπως πάντα χαρές. Σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια κι ακούμπησε, όπως το συνηθούσε, τα μπροστινά του στους ώμους του πατέρα. Αυτό ήταν ένα χάδι, που μόνο ο πατέρας μπορούσε να το σηκώσει. Κόντευε να τόνε φτάξει στο μπόι ο σκύλος. Κουνούσε την ουρά του θριαμβευτικά, φτερνιζότανε κι έτριβε την κεφάλα του χαδιάρικα στα στήθος του πατέρα.
Εκείνος ήτανε χλωμός, χλωμός σαν πεθαμένος και τα πυκνά φρύδια του χαμηλώνανε πολύ πάνω στα μάτια του. Κατέβασε από πάνω του το σκυλί και μου 'πε να φέρω την αλυσίδα. Τη στερέωσε στο λουρί του και τον έδεσε στο χαλκά της πόρτας. Κάνοντας να μπει μέσα, πήρε το μάτι του το σκουφάκι των παιδιών, που κείτονταν στα χώματα ματωμένο. Το πήρε και τ' άναψε μ' ένα σπίρτο, ώσπου κάηκε. Κατόπι μπήκε στο σπίτι, πήγε στην κρεβατοκάμαρη, άνοιξε το μπαούλο του και κάτι πήρε μαζί του. Είδα τη μητέρα που πολεμούσε να τον εμποδίσει. Τον ακολουθούσε κλαίγοντας. Έλεγε «όχι αυτό… δε θα το κάνεις αυτό» κι όλο έκλαιγε. Την είδανε τα δυο μικρά και αρχινίσανε να ξανακλαίνε κι αυτά. Ο πατέρας, χωρίς να της απαντήσει, με κοίταξε μια στιγμή σοβαρά, με μέτρησε με μια ματιά από τα παπούτσια ώς την κορφή και μου 'γνεψε:
— Έλα μαζί μου…
Ξεκούμπωσε από τα χαλκά την αλυσίδα και έσυρε μπρος με τον Καπιτάνιο. Εγώ βάδιζα, καταπόδι. Κανένας μας δε μιλούσε. Μονάχα το σκυλί έκανε παιχνίδια, πότε σε μένα, πότε στον πατέρα, χωρίς να βρίσκει πουθενά ανταπόκριση. Περάσαμε έτσι τα τελευταία σπίτια, περάσαμε το μουράγιο, όπου κουρνιάζαν αράδα τα καΐκια φορτωμένα κυδώνια. Μοσκοβολούσανε τα κυδώνια, μοσκοβολούσανε και τα φρεσκοκομμένα δαφνόκλαδα, που βάζαν ανάμεσα στο πράμα οι καπιτάνοι φορτωμένα μαύρα δαφνοκούκουτσα. Οι αλυσίδες και οι πρυμάτσες των δεμένων καραβιών μια τεζέρνανε και μια λασκάρανε. Και ολοένα η μουγγαμάρα βάραινε ανάμεσά μας. Ο πατέρας σκυφτός κι αμίλητος, ο Καπιτάνιος στη μέση και 'γώ από πίσω. Μπήκαμε στο χωροφόδρομο και ανηφορίσαμε στη Δαφνούσα μας. Η Δαφνούσα ήταν ένα λιοχώραφο πάνω στο λόφο. Από κάτου, βαθιά ένας γκρεμός καμιά δεκαριά οργιές, κι η θάλασσα, που αδιάκοπα αναδευότανε, γαλάζια και πράσινη, μέσα στη θαλασσοβραχιά. Η ρούφνα της ακουγόταν από μακριά, νανουριστική και ασώπαστη, χρόνον-καιρόν, μπουνάτσα ή χειμωνιά.
Ο πατέρας σταμάτησε εκεί, άκρη, προς τη μεριά της θάλασσας. Σταμάτησε και ο Καπιτάνιος, χαρούμενος και παιχνιδιάρης. Κάπου κάπου κοντανάσαινε από την ανηφοριά, με τη γλώσσα έξω, κυματιστή. Τέντωνε την αλυσίδα να τρέξει, τσίτωνε τ' αφτιά του και γύριζε γουστόζικα πλάι την κεφάλα του, να δει ένα τζιτζίκι που φώναζε πολύ κοντά του, πάνω σ' έναν κορμό. Άπλωνε το πόδι κατά το ζουζούνι να παίξει.
Ο πατέρας έδεσε την αλυσίδα σ' ένα σκοίνο κι έκατσε σε μιαν αρχαία τετράγωγη πέτρα, που ήταν εκεί, κάτω από τη μεγάλη ελιά. Έκατσα και 'γώ παράμερα, λαχανιασμένος από τον ανήφορο, με την καρδιά σφιχτά κλειδωμένη.
Ο Καπιτάνιος μας έβλεπε, μια εμένα, μια τον πατέρα. Μας έβλεπε με κείνα τα καστανά, τ' ανθρωπίσια μάτια του, που μιλούσανε τόσο εκφραστικά, και ήξερα τόσο καλά τα νοήματά τους. Μας έβλεπε ανυπόμονα, ψευτόκλαιγε παρακαλεστικά, να τόνε λύσουμε, έκανε πως δαγκάνει την αλυσίδα του, τάχα να την κόψει. Κανένας  μας δεν του αποκρενόταν. Τότες χιμούσε όρθιος πάνω στην αλυσίδα στα πίσω πόδια, κουνούσε το σκοίνο να το ξεριζώσει, γάβγιζε χαρωπά, γάβγιζε μαλωτικά.
— Άιντε λοιπόν, κάνετε γρήγορα, έλεγε. Ώς πότε θα βαστάξει τούτο το χωρατό…
Το καταλάβαινα πολύ. Τον καταλάβαινε κι ο πατέρας. Αναστέναξε βαθιά και σηκώθηκε. Μου 'πε:
—Σύρε παρέκει, γύρισε κατά δω τη ράχη σου και περίμενε να σε φωνάξω.
Η καρδιά μου χτυπούσε, χτυπούσε. Ήθελα να μιλήσω, ν' απλώσω τα χέρια μου να τον παρακαλέσω. Δεν είχα το κουράγιο. Τον ήξερα, καλά τον πατέρα. Ό,τι έκανε ήτανε σωστό. Ήτανε καλό για όλους μας. Γι' αυτό δεν άλλαξε απόφαση ποτές του. Πήγα παραπέρα δυο τρία βήματα κι ακούμπησα σε μια συκιά, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από πάνω τους.
Ο πατέρας έβγαλε μέσα από την τσέπη του ένα πιστόλι. Το ήξερα το πιστόλι του. Ένα πλατύ, μεγάλο μπράουνιγκ. Ξεκούμπωσε την ασφάλεια και άκουσα τον ξερό κρότο που έκανε σαν τράβηξε πίσω την κάνη να το γιομίσει. Κατόπι πλησίασε το σκυλί. Αυτό χύθηκε να τον αγκαλιάσει. Τότες ο πατέρας τραβήχτηκε πίσω, απόθεσε το όπλο στην πέτρα, ξαναπήγε στο σκυλί και κόντηνε την αλυσίδα ώς τον κορμό του σκοίνου, να μη μπορεί το ζο να κουνηθεί και να παίξει. Ο Καπιτάνιος γρίνιασε παραπονιάρικα, όμως υποτάχτηκε και σε τούτο το νέο παιχνίδι, και περίμενε τη συνέχεια με το κεφάλι χάμου. Ο πατέρας ξαναπήρε το πιστόλι και πήγε κοντά του. Το 'βαλε μέσα στ’ αφτί του. Τότες το σκυλί κάνει μονομιάς μια μεταβολή και γυρίζει πάλι κατάφατσα στον πατέρα. Βλέπει το πιστόλι στο χέρι του, γέρνει πλάι το κεφάλι, όπως όταν ήθελε να κάνει νοστιμάδες, το γλείφει. Είναι κρύο το σίδερο. Κοιτάζει το πατέρα με τα καστανά του μάτια, όλο αγάπη. Τον κοιτάζει να καταλάβει. Δοκιμάζει την κάνη με τα δόντια του. Πολύ σκληρή. Άξαφνα καταλαβαίνει. Κουνά την ουρά του. Συλλογιέται πως αυτό το πράγμα σίγουρα είναι κάτι που πρόκειται να το τινάξει μακριά ο πατέρας, μέσα στα χόρτα ή μέσα στη θάλασσα, για να τόνε προστάξει κατόπι, όπως πάντα, να χυθεί να του το φέρει. «Αα-πορτ!». Μέσα στα έξυπνα μάτια του είναι φανερωμένη η νόηση για τη νέα κατεργαριά που του ετοιμάζουν. Τόνε δέσανε, να δούνε πώς θα τα καταφέρει να κάνει το «απόρτ». Αυτό είναι. Καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν μπορεί να τραβήξει τη σκανδάλη όσο τόνε κοιτάζουν έτσι αθώα και τρυφερά, αυτά τα καστανά τα ανθρωπίσια μάτια. Μια μικρή αστραπή ελπίδας περνά μεσ’ από την καρδιά μου.
Ξαφνικά, πιάνει με το δυνατό χέρι του το σκυλί από το σβέρκο, γυρίζει τη μούρη του προς τη θάλασσα και του τραβά την πιστολιά από πολύ κοντά, μέσα στ' αφτί. Όλα αυτά έγιναν στη στιγμή. Ο Καπιτάνιος σωριάστηκε χωρίς να γαβγίξει καθόλου.  Έκανε να σηκώσει μονάχα δυο φορές το κεφάλι προς τα πίσω όπως σαν ήθελε να χασμουρηθεί, κλότσησε τα πίσω πόδια και πέθανε γεμάτος απορία.
Ο πατέρας ξανασφάλισε το πιστόλι, το  'βαλε πίσω στην τσέπη και διάλεξε από το πεζούλι μια στενόμακρη μαρμαρόπετρα. Έλυσε την αλυσίδα από το σκοίνο και έδεσε την πέτρα στην άκρη. Κατόπι, χωρίς να με αναγυρέψει με το μάτι, φώναξε:
— Έλα!
Έπιασε κείνος τα μπροστινά πόδια μαζί με τη μαρμαρόπετρα, και 'γω τα πισινά. Έβαλα όλα μου τα δυνατά να φανώ άντρας στα χέρια και στην ψυχή, και μ' όλο που ήμουνα ένα χεροδύναμο για την ηλικία μου αγόρι, δυσκολεύτηκα πολύ. Ανοίξαμε τα γόνατα στεριώσαμε τα πόδια και κουνήσαμε το κουφάρι πάνω από το βάραθρο μια δυο… Στην τρίτη, ο πατέρας έκανε «χέι!», όπως σαν να έδινε τα όρντινα στο καράβι. Τ' αμολήσαμε τότες κι απομείναμε στον τόπο, ώσπου ακούσαμε από κάτου, βαθιά, τη χλαπαταγή που 'κανε το κορμί χτυπώντας μέσα στη θάλασσα. Τότες, σα να 'ταν αυτός ο κούφος κρότος το τέλος, κοιταχτήκαμε γρήγορα στα μάτια και κινηθήκαμε από τον τόπο.
Ο πατέρας έκαμε το σταυρό του αργά αργά και ξανακάθισε στην αρχαία πέτρα. Έκαμε «ωχ», σα να 'γινε ξαφνικά πολύ γέρος και κουρασμένος. Ένιωσε ενοχλητικό το μάτι μου απάνω του, έσπρωξε πίσω το κασκέτο του και έβγαλε την ταμπακέρα. Κατόπι μου ξανάριξε μια βιαστική ματιά και μ' έστειλε πίσω. Κούνησε το χέρι του να φύγω και είπε:
— Άιντε, τράβα σπίτι, κι έρχουμαι…Η φωνή του ήταν αδύνατη.
Ήθελε να μείνει μόνος.
Γύρισα στο σπίτι φαρμακωμένος και αμίλητος. Η μητέρα καθότανε στο χαγιάτι, στο μικρό καναπέ, και μόλις με είδε πάτησε τα κλάματα, ασυγκράτητα. Τότες με πήρανε και εμένα τ' αναφιλητά και μαζί μου έκλαιγε κι ο δεύτερος αδερφός.
Το δυο μικρά, που δεν μπορούσανε να καταλάβουν ακόμα την ορφάνια που έπεσε ξαφνικά μέσα στο σπίτι, ήτανε μέσα στην αυλή. Γιόμιζαν παστρικό νερό με το πράσινο ποτιστηράκι του Πετρή τη γαβάθα του σκυλιού. Να 'ρθει να πιει νερό ο Καπιτάνιος μας.

 Στρατής Μυριβήλης
Το γαλάζιο βιβλίο
Εκδόσεις Εστία

1 Σεπ 2018

Οι φυλές των Κεντρώων

Η πλέον συνηθισμένη συζήτηση στην πολιτική κουβέντα είναι το ελληνικό Κέντρο. «Όποιος κερδίσει τους Κεντρώους ψηφοφόρους κερδίζει τις εκλογές» είναι το πιο συνηθισμένο συμπέρασμα. Ένας πολιτικός χώρος στην Ελλάδα ξεχωρίζει από τους άλλους χώρους για τις ιδέες του που αναφέρονται στο παρόν και μέλλον του τόπου αλλά και για την ιστορία του.  Είναι, λογικά, αναγκαίο οι κοινές στο περισσότερο ιδέες να ενώνουν τα στελέχη. Ο Κεντρώος στην Ελλάδα συνήθως συμπαθεί αλλά δεν ασπάζεται τις ιδέες της Αριστεράς, στο παρελθόν υπήρξε αντιμοναρχικός και τοποθετεί τον εαυτό του όχι στο Κέντρο, αλλά περισσότερο στο μέσο. Βέβαια σήμερα κανείς δεν θέλει να θυμάται ότι ο πρώτος «αντικομμουνιστικός νόμος» δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» από την Κυβέρνηση Βενιζέλου στα 1929, ότι οι βασικοί αντικομμουνιστικοί νόμοι του εμφυλίου ήταν οι νόμοι των κυβερνήσεων του Κέντρου που κυβέρνησαν όλη την περίοδο του εμφυλίου πολέμου μέχρι και το 1952, ότι μόλις πήρε την εξουσία η Ένωση Κέντρου ικανοποίησε όλες τις επιθυμίες του Παλατιού μέχρι την «Υπόθεση Ασπίδα» και ότι ο Κ.Καραμανλής ήταν αυτός που απελευθέρωσε χιλιάδες πολιτικούς κρατουμένους από τη δεκαετία του 1960 ακόμα και νομιμοποίησε το ΚΚΕ στα 1974. Σήμερα Κεντρώοι δηλώνουν πολλοί…

2 Αυγ 2018

Το μπουλούκι...

Μπουλούκι είναι η ασύντακτη ομάδα ανθρώπων ή στα τουρκικά το στρατιωτικό σώμα των ατάκτων. Επίσης μπουλούκια ήταν και οι πρόχειροι περιοδεύοντες θίασοι που κυκλοφορούσαν στην επαρχία επιζητώντας την επιδοκιμασία ή ακόμα και την αποθέωση ανάλογα με τη φιλοδοξία του συμμετέχοντος. Το μπουλούκι το δικό μας όμως δεν πήγε στην ύπαιθρο· μέχρι το Χαλάνδρι έφτασε και επιχείρησε να συντονίσει τις δυνάμεις του κράτους για να σβήσει τη φωτιά στην Αττική, μισή ώρα από το κέντρο της πρωτεύουσας. Κι επειδή κάθε θίασος έχει και τον πρωταγωνιστή του, ο Πρωθυπουργός ήταν αυτός που εμφανίστηκε στο τέλος με τις καλύτερες ατάκες.
Όλοι αυτοί οι υπουργοί, το μπουλούκι, που εμφανίστηκαν εκεί δεν είχαν καμιά δουλειά να υποδύονται τους συντονιστές ή τους συντονιζόμενους. Προφανώς και δεν έχουν καμιά ιδέα από κατάσβεση πυρκαγιάς και η δουλειά τους ήταν αλλού και σε άλλο χρόνο. Ο πολιτικός οργανώνει, στελεχώνει και παρέχει τα μέσα στους αρμόδιους. Ο πολιτικός είναι αυτός που θα νομοθετήσει για την λειτουργία και τις αρμοδιότητες μιας υπηρεσίας, θα τη στελεχώσει με τους κατάλληλους κυρίως στο κομμάτι της ηγεσίας και θα παρέχει την υποδομή ώστε η υπηρεσία να κάνει το καθήκον της με επάρκεια. Τον έλεγχο και την ευθύνη όλων την έχει ο Πρωθυπουργός. Έτσι λειτουργούν οι σύγχρονες δημοκρατίες. Δεν λειτουργούν με λαϊκότροπα εφέ ούτε με τις κάμερες της κρατικής τηλεόρασης.
Ενώ η αντιπολίτευση δεν μίλησε, ο Πρωθυπουργός στην αρχή έβλεπε αόρατους εχθρούς της χώρας και της κυβέρνησης, στη συνέχεια θεώρησε ότι αντιμετώπιζε ασύμμετρη απειλή, μετά τα έβαλε με τον ΣΚΑΙ, ύστερα η συζήτηση πήγε στα αυθαίρετα κτίσματα που οι ίδιοι νομιμοποίησαν, λες και ο κάτοχος νομιμοποιημένου αυθαιρέτου επιτρέπεται να καεί, και μετά δόθηκε συνέντευξη, για να πουν πόσο καλά τα κατάφεραν.  Πόσο θλιβερή εικόνα οι υπουργοί με τους αρχηγούς των σωμάτων να επαινούν τις προσπάθειές τους όλοι μαζί χωρίς να εξηγούν τίποτα και χωρίς να απολογούνται… Η εικόνα όμως μιας κυβέρνησης και ενός πρωθυπουργού να παίζουν θέατρο στην τηλεόραση όταν ήδη μετρούσαν νεκρούς αποτελεί από μόνη της αιτία παραίτησης. Δεν πρέπει να ξεπερνάει μια κυβέρνηση τόσο εύκολα την αποκάλυψη μιας τηλεοπτικής απάτης τέτοιου μεγέθους. Εδώ καίγονταν ζωντανοί εκατοντάδες, χάθηκαν χιλιάδες περιουσίες και το κύριο μέλημα της κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού, ακόμα και από τη Βοσνία, ήταν η προπαγάνδα και η επικοινωνιακή διαχείριση.
Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης από τον Πρωθυπουργό για πάνω από 90 νεκρούς και για την καταστροφή χιλιάδων περιουσιών πρέπει να σημαίνει και την παραίτησή του. Ο Πρωθυπουργός δεν έχει παράλληλη αρμοδιότητα με κάποιον άλλο, δεν μοιράζεται την ευθύνη. Όταν η κυβέρνησή του με δική του πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της ο Πρωθυπουργός πάει στο σπίτι του. Δεν υπάρχει κάτι άλλο. Δεν πρόκειται για κάποιο ζήτημα ελάσσονος σημασίας. Η ευθιξία ή αλλιώς το φιλότιμο που θα έπρεπε να έχει ούτε υποψήφιος του επιτρέπει να είναι…
Δεν μπορώ να ξέρω τι ακριβώς έγινε λάθος επιχειρησιακά, αν και οι περιγραφές των κατοίκων αλλά και ανθρώπων με εμπειρία περιγράφουν ένα οργανωτικό χάος… Αυτό που γνωρίζω είναι ότι ο ίδιος υπουργός έχει επιλέξει σε τρία χρόνια τρεις αρχηγούς για την Πυροσβεστική και επιλέχθηκε κάποιος άσχετος πολιτικός φίλος της κυβέρνησης για την πολιτική προστασία και ότι τελικά όλοι μένουν στις θέσεις τους.
Συμφορές στην πολιτική συμβαίνουν… Μπορεί από ατυχία ή μπορεί από εγκληματικά λάθη ή αστοχίες. Ο τρόπος όμως που αντιμετωπίζει μία κυβέρνηση ένα πρόβλημα και πολύ περισσότερο μια τραγωδία, ακόμη και στο πεδίο των συμβολισμών, φανερώνει τον χαρακτήρα της, το ήθος των κυβερνόντων… και αυτό δεν αλλάζει. Θα είναι το ίδιο και στις επιτυχίες και στις αποτυχίες. Ο πολιτικά ευφυής είναι αυτός που προηγείται της εποχής του, σκέφτεται πιο μακριά από ό,τι ο λαός του, δίνει λύσεις, ανοίγει δρόμους, δημιουργεί ευκαιρίες, λύνει προβλήματα… Ο ευφυής πολιτικός σκέφτεται σοφά… Ο ηγέτης αναλαμβάνει την ευθύνη και αν τον ευνοήσει η συγκυρία μένει στην ιστορία… Ο πονηρός στα παραπολιτικά σκέφεται μόνο τον εαυτό του, πολιτεύεται μόνο για την προπαγάνδα και πάντα προσπαθεί να αποφύγει την ευθύνη… Δεν αγαπάει την ευθύνη…

ΓΚ

12 Ιουλ 2018

Μια προβληματική συμφωνία...

Εξώφυλλο του Ριζοσπάστη στα 1949
Σε ειρηνικές περιόδους οι διμερείς συμφωνίες ανάμεσα σε κράτη γίνονται στη βάση των κοινών συμφερόντων. Δεν υπογράφονται, αν δεν ικανοποιούν πλήρως και τα δύο μέρη. Πρώτον στις διεθνείς σχέσεις δεν ισχύει το ανατολίτικο παζάρι γιατί παράγονται αποτελέσματα που δεν αντιστρέφονται και γιατί όλοι ονειρεύονται τη χώρα τους μεγαλύτερη και ισχυρότερη εις βάρος των άλλων. Αυτό διδάσκει η ιστορία η οποία μάλιστα δεν σταματά να συνεχίζεται. Συνεπώς δεν υπάρχουν υποχωρήσεις εκτός αν κερδηθεί κάπου αλλού κάτι άλλο μεγαλύτερο. Διαβάζοντας την συμφωνία της Ελλάδας με το κράτος των Σκοπίων απορώ, αν αυτό ήταν το δίκιο μας, πώς αυτό το κείμενο, ούτε είκοσι σελίδες, δεν είχε υπογραφεί νωρίτερα σ’ αυτή την πορεία των 25 χρόνων. Η Ελλάδα περίπου τα δίνει όλα.
Τα Σκόπια λοιπόν θα ονομάζονται Βόρεια Μακεδονία και θα χρησιμοποιούν αυτό το όνομα παντού. Ωστόσο θα ονομάζονται Μακεδόνες/Πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας και θα μιλούν τα μακεδονικά τους. Επειδή έχουν ακουστεί πολλά για την ιθαγένεια και για το αν αυτή αποτελεί και εθνότητα, θεωρείται αυτονόητο ότι για τους γηγενείς πολίτες που αποτελούν την πλειοψηφία ενός κράτους αυτά τα δύο συμπίπτουν. Οι Σκοπιανοί αναγνωρίζονται ως Μακεδόνες που είναι πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας και μιλούν τα μακεδονικά. Η υποσημείωση ότι δεν έχουν σχέση με την αρχαία Μακεδονία λίγη σημασία έχει γιατί πολύ απλά, όχι μόνο δεν θα τη διαβάσει ποτέ κανείς και θα του είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει δύο ή τρεις γειτονικές αλλά διαφορετικές Μακεδονίες αλλά και γιατί υπάρχουν δυο χιλιάδες χρόνια ιστορίας διαθέσιμα για αναθεώρηση ή για παραχάραξη. Το «Βόρεια» υπάρχει γιατί ορίζεται από το «Νότια». Με λίγα λόγια αναγνωρίστηκε και δικαιώθηκε πλήρως το εθνικό τους αφήγημα που μιλάει για Σλάβους που ανακατεύτηκαν με ντόπιους και δημιούργησαν ένα νέο σλαβικό έθνος, το μακεδονικό και που φυσικά ονειρεύεται κάποια εθνική ολοκλήρωση. Αυτονόητα η συμφωνία προβλέπει ότι οι δύο χώρες δίνουν διαφορετικό περιεχόμενο στη λέξη Μακεδονία και τα παράγωγά της… μόνο που η πραγματικότητα λέει ότι ο κόσμος και οι εντυπώσεις είναι με το ευκολότερο και το προφανές που σύμφωνα με τη συμφωνία είναι μία γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας, ένα κράτος με το όνομα Βόρεια Μακεδονία, ένα έθνος Μακεδόνων που μιλάει μακεδονικά… και όχι ελληνικά.
Η δέσμευση της Ελλάδας για την συμφωνία της στην πρόσκληση του ΝΑΤΟ δεν αντιστρέφεται. Οι λόγοι είναι και τεχνικοί και πολιτικοί. Σε περίπτωση εμπλοκής υπάρχει κίνδυνος προκειμένου να μπουν οι Σκοπιανοί με κάποιο τρόπο στο ΝΑΤΟ να τους βάλουν με ακόμα χειρότερους όρους για την Ελλάδα. Η υπογραφή της συμφωνίας και η πρόσκληση του ΝΑΤΟ έχουν παράξει αποτελέσματα που η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιστρέψει. Οι σύμμαχοι δεν ενδιαφέρονται για το περιεχόμενο της όποιας συμφωνίας Σκοπίων - Ελλάδας. Όπως και να ονομάζονταν οι γείτονες δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα αρκεί αυτό να επέτρεπε την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ. Συνεπώς τώρα που έφτασαν ένα βήμα πριν τον στόχο τους καμιά ελληνική αντίρρηση δεν μπορεί να σταματήσει τις εξελίξεις. Εδώ είναι και το μεγαλύτερο πλαίσιο της υπόθεσης. Η κυβέρνηση  και η χώρα ικανοποίησε τις επιθυμίες των ισχυρών συμμάχων της. Ας ελπίσουμε ότι πήρε κάτι χειροπιαστό κάπου αλλού… και όχι φυσικά στη ρύθμιση του δημόσιου χρέους…
Η επιχειρηματολογία και οι ανησυχίες της Ελλάδας είχαν να κάνουν με την ύπαρξη «μακεδονικής» εθνότητας η οποία στην περιοχή μας δυνητικά θα έθετε θέμα αλλαγής της κατάστασης στη βόρεια Ελλάδα και ιδιαίτερα στην περιοχή της Μακεδονίας. Γι’ αυτό και η ελληνική διπλωματία θεωρούσε τη χρήση του ονόματος από τους γείτονες ως πιθανό όχημα εδαφικών ή άλλων διεκδικήσεων. Στην πορεία ας υποθέσουμε ότι θεωρήθηκε από την ελληνική πλευρά ότι μπορεί να υπερασπίσει τα συμφέροντά της αναγνωρίζοντας την χρήση το όρου «Μακεδονία» από τους γείτονες. Η αναγνώριση όμως από την Ελλάδα «μακεδονικού» έθνους και μάλιστα «μακεδονικής γλώσσας» χωρίς  κάποιο σταθερό προσδιορισμό που να τους διαφοροποιεί από το όλο της Μακεδονίας δημιουργεί προβλήματα. Απόδειξη τα προβλήματα που δημιουργούνται με τα εμπορικά σήματα που έχουν να κάνουν με τον τόπο προέλευσης ή τη διαφήμιση προϊόντων που προέρχονται από την Μακεδονία.
Η ταπείνωση, η στεναχώρια και η αναστάτωση των Μακεδόνων είναι μεγάλη. Και εδώ υπάρχει ορατός κίνδυνος να ξεφύγουν από τον έλεγχο οι αντιδράσεις της μάζας ή ακόμη και να εμφανιστούν κινήσεις οι οποίες εκμεταλλευόμενες τα ειλικρινή αισθήματα του κόσμου και την έλλειψη ψυχραιμίας να δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Η συμφωνία είναι κακή. Δεν οφελεί τα ελληνικά συμφέροντα αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ήρθε το «τέλος του κόσμου». Η ιστορία συνεχίζεται και αν το θελήσουμε θα είναι με το μέρος μας. 


Ο ηγέτης του ΚΚΕ Ζαχαριάδης
με τους Σλάβους συμμάχους του. 
ΥΓ. Η συμφωνία υπογράφηκε στο ίδιο χωριό, τους Ψαράδες στις Πρέσπες, που το ΚΚΕ αποφάσισε στα 1949 για μια αυτόνομη Μακεδονία· από εκεί και οι φωτογραφίες. Ο πρωθυπουργός είναι φανερό ότι δεν ξέρει ιστορία αλλά ο υπουργός των εξωτερικών ξέρει. Στους διαδρόμους του ΚΚΕ μεγάλωσε.


ΓΚ

7 Απρ 2018

Αναστάσεως ημέρα, Χριστός Ανέστη, Οι Μαΐστορες της Ψαλτικής Τέχνης

Λαμπρυνθώμεν τη Πανήγυρει..., του Φώτη Κόντογλου


Γιατί σήμερα ο ήλιος φεγγοβολά πιο πολύ και πιο γλυκά, και το φως του το νοιώθουμε να μπαίνη μέσα στη καρδιά μας και να μας πλημμυρίζη από αγαλλίαση; Γιατί μαζί με τον ήλιο ανέτειλε ο Ήλιος που φωτίζει τον ήλιο, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Χριστός. Και βγήκε μέσα από το σκοτεινό μνήμα, που έγινε, όπως λέγει ο υμνωδός, εμορφώτερο από τον Παράδεισο κι’ από παλάτι βασιλικό. Απ’ αυτόν τον τάφο ανάβρυσε νερομάνα της ζωής, κ’ ήπιε ο απελπισμένος άνθρωπος που τον κατάτρωγε το σαράκι της φθοράς και του θανάτου και ντύθηκε στολή αφθαρσίας. 
Πώς να μη λάμπει ο πρωινός αγέρας σαν κρούσταλλο; Πώς να μη χαίρουνται όλα τα κτίσματα, αφού ελευθερώθηκαν από τη σκλαβιά του φόβου και του θανάτου; Η λαμπροφόρος Ανάστασις τα γεμίζει όλα από χαρά. Άνοιξη φυσική κι’ άνοιξη πνευματική! Ύστερ’ από την αγωνία, το καλοκαίρι. Ύστερα από την αγωνία, η χαρά. Ο Καταπληγωμένος Χριστός, ο καταβασανισμένος μάς κράζει: «Χαίρετε!»
Ναι, χαιρόμαστε Χριστέ, μαζί σου, όπως υποφέραμε και κλάψαμε μαζί σου. Δεν υπάρχει αληθινή χαρά δίχως πόνο. Το άνθος της έχει τη ρίζα του στον πόνο κι’ είναι ποτισμένο με δάκρυα. Αυτό είναι το λεγόμενον «χαροποιόν πένθος» ή «χαρμολύπην». Μακάριος όποιος την αξιώθηκε.
Κανένα άλλο έθνος της Οικουμένης δεν νοιώθει τόσο βαθειά την Ανάσταση, όπως εμείς οι Έλληνες, γιατί η μάνα μας η Ελλάδα είναι πονεμένη σαν την Παναγία και βασανισμένη σα τον Χριστό, και γιατί ανασταίνεται δοξασμένη σαν κ’ Εκείνον και ντροπάζονται οι εχθροί της. Κάθε φορά την προδίνουνε με δολερό φίλημα, τη δέρνουνε, την βρίζουνε, την τυραννάνε, την εμπαίζουνε, βάζοντας στην πολύπαθη κεφαλή της τον αγκάθινο στέφανο και δίνοντας στο χέρι της, αντί για σκήπτρο, ένα καλάμι, την ποτίζουνε χολή, την καρφώνουνε στον σταυρό, τη θάβουνε. Μα κείνη ανασταίνεται ολοζώντανη κι’ αθάνατη, κι’ αντί γρηά καταπληγωμένη, φανερώνεται στον κόσμο κοπέλλα δροσερώτατη, που λαμποκοπά από μιαν αμάραντη κι’ ακατάλυτη νεότητα.
Ο Χριστός διάλεξε τη φυλή μας για να κηρυχθή με τη γλώσσα της το Ευαγγέλιό του στην οικουμένη, κ’ η φυλή μας έγινε ένα με τον Χριστό, στα πάθη του και στη δοξασμένη Ανάστασή του.
Κατά τη σημερινή πανευφρόσυνη μέρα, στην Ελλάδα δεν βγαίνει από την ανατολή ο ήλιος για να τη φωτίση, μα ο ίδιος ο Χριστός, «φώταυγος αρρήτου φάους». Όποιος δεν το νοιώθει αυτό δεν είναι Έλληνας, αφού δεν θέλει το φως. Και το φως είναι ο Χριστός, που είπε ο ίδιος με εξουσία «Εγώ είναι το φως του κόσμου. Όποιος με ακολουθήση, δεν θα περπατήση στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της ζωής».

Φώτης Κόντογλου
Ανέστη Χριστός

εκδ. Αρμός

6 Απρ 2018

Η εικονογραφία της Αναστάσεως στην ορθόδοξη αγιογραφία, του Φώτη Κόντογλου

Η Ανάσταση του Χριστού είναι το πιο μεγάλο θαύμα, που μ’ αυτό σφράγισε ο Κύριος το έργο της σωτηρίας που ήρθε να κάνη στον κόσμο. Απάνω στην Ανάσταση στηρίζεται ακλόνητα η θρησκεία μας: «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται», λέγει ο Απόστολος Παύλος, «κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών». «Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε το κήρυγμά μας γι’ αυτόν είναι κούφιο, ψεύτικο και η δική σας πίστη είναι ψεύτικη». Φαντάσου λοιπόν τι λογής Χριστιανοί είναι κάποιοι που λένε πως πιστεύουνε στο Χριστό αλλά όχι στην Ανάστασή του!

5 Απρ 2018

Σήμερον κρεμάται...

Τα χειμωνιάτικα βράδυα κουρνιάζαμε τα τέσσερα αδέρφια γύρω από το μαγκάλι. Το δωματιάκι ήτανε μικρό και φωτιζότανε από το καντήλι. Τα κονίσματα ήτανε πολλά, δυο σειρές. Θυμάμαι μαζί με τ’ άλλα μιαν Άγια Παρασκευή που βάσταγεν απ’ τα μαλλιά ένα διαολάκι τη σκουρδούλα έναν Άγιο Στελιανό που βάσταγε ένα φασκιωμένο μωρό. Η νενέ μας είχε σ’ ένα πιάτο κάστανα και μας τάφηνε στη χόβολη και στο μεταξύ μας έλεγε ιστορίες. «Μια φορά λοιπόν όταν ήμουνα μικρή (εσύ Νίκο μην τσιμπάς την αδερφή σου γιατί θα σου δώσω μια στο χέρι με τη μασιά να σε κουλάνω) τι ήλεγα λοιπόν; Α, όταν ήμουνα μικρή μια μεγάλη Πέφτη το βράδυ ηπήγαμε ν’ ακούσωμε τα δώδεκα Ευαγγέλια. Στη μέση τση εκκλησιάς είχανε στημένο τον Σταυρό χωρίς το σώμα του Χριστού καρφωμένο απάνω σ’ αυτόν. Κάτω από τα γράμματα του σταυρού είχανε περασμένο ένα στεφάνι από αγκάθια. Τρία κεριά ήτανε αναμμένα απάνω στο σταυρό.
     Όταν είπανε τα έξη Ευαγγέλια και ήρθε η ώρα να σταυρώσουνε το Χριστό, βγήκανε από το ιερό ένας γέροντας παπάς και άλλοι παπάδες καθώς και ο διάκος. Ήτανε ούλοι ντυμένοι με μαύρα άμφια ηφοράγανε τα ιερά τους. Ο γέροντας παπάς ηβάσταγε στην αγκαλιά του με στοργή το σώμα του Χριστού, τυλιγμένο σε κάτασπρο σεντόνι. Διάσκισε το πλήθος αυτός και οι άλλοι παπάδες και πήγε και στάθηκε ομπρός από τον στημένο Σταυρό για να κρεμάση το σώμα του Χριστού σ’ αυτόν. Ξετυλίγει το σεντόνι με προσοχή και το δίνει του διάκου. Σηκώνει το σώμα για να το κρεμάση με βίδες στο Σταυρό και για να γίνει πιο αληθινή η Σταύρωση ηβάσταγε στο χέρι του ένα σφυράκι τάχατες για να καρφώση το Χριστό.
     Κι άρχισε να ψέλνη:

     Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας
     Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς

και την ίδιαν ώρα χτυπάει τση βίδες του Σταυρού με το σφυράκι και ο φριχτός ήχος των ήλων απλώνεται στους θόλους της εκκλησιάς, αντηχεί, διπλασιάζεται, τριπλασιάζεται τρεμουλιαστά και γεμίζει με φρίκη τις ψυχές των Χριστιανών. Οι γυναίκες κλαίνε με αναφυλλητά, άλλες αναστενάζουνε κατάκαρδα: αχ, αχ, Χριστέ μου, τώρα φαρμακώνεται η μανούλα σου.
     Ο γέροντας παπάς εξακολουθεί να ψέλνη κομπιάζοντας:

          ψευδή πορφύραν περιβάλλεται
          ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις
          Ράπισμα κατεδέξατο ο εν Ιορδάνη
          ελευθερώσας τον Αδάμ
          Λόγχη εκεντήθη ο υιός της Παρθένου
          Σινδόνι καθαρά περιβάλλεται
          ο περιβαλών την γην εν νεφέλαις.

     Πάλι ο παπάς χτυπάει τα καρφιά σαν να λογχίζει τις καρδιές όλων. Τότες μια από τση γυναίκες δεν ηβάσταξε πια και φώναξε του παπά με αναφυλλητά: Αμάν Πάτερ Αγαθάγγελε Νισάφι δεν νταγιαντάμε πια. (Φτάνει, δεν αντέχομε πια). 


Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης 
Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972