30 Μαΐ 2010

Συνθήματα και συμπεριφορές...

Στην Eλλάδα μπερδεύουμε την πολιτική γνώμη με το σύνθημα. Είναι αλήθεια ότι η πολιτική άποψη πρέπει να είναι προσεκτικά διατυπωμένη, να στηρίζεται σε λογικά και ψύχραιμα επιχειρήματα, να πείθει για το σήμερα και να υπόσχεται για το μέλλον. Με άλλα λόγια θέλει χρόνο τόσο για να τη διατυπώσει κάποιος όσο και για να την ακούσει. Από την άλλη το σύνθημα είναι εύκολο γιατί δεν έχει περιεχόμενο, είναι σύντομο, γενικό και ακούγεται ευχάριστα ή λιγότερο δυσάρεστα. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην Eλλάδα με τα συνθήματα εξαγγέλουμε  και εφαρμόζουμε πολιτικές, χτίζουμε ιδεολογίες, δικαιώνουμε πολιτικές συμπεριφορές, δημιουργούμε ανίκητες νοοτροπίες. Ο πολίτης έχει πάντα τη θέση του δέκτη. Τα συνθήματα τον καθοδηγούν, τον κατευθύνουν να αποφασίζει, να επιλέγει πολιτικούς, να δρα ή να υποτάσσεται. ‘Eνα επίσης ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο πολίτης είναι ένας ενεργός δέκτης που επιλέγει τα συνθήματα που ταιριάζουν στην οικονομική του κατάσταση και στην πολιτική του κουλτούρα.
‘Eνα σύνθημα που ακούγεται από την Aριστερά είναι η «ανυπακοή» και η «αντίσταση». Απευθύνεται σε αυτούς που νιώθουν ότι  δεν έχουν τίποτα να χάσουν και σε αυτούς που κοιτούν ζηλόφθονα τον πλούτο του γείτονά τους. H Aριστερά επιτίθεται εναντίον του Συντάγματος. Προπαγανδίζει την παραβίαση των νόμων. ‘Eτσι οργανώνει διαμαρτυρίες οι οποίες και το νόμο παραβιάζουν και τελικά φέρνουν τους εργαζομένους σε δυσκολότερη θέση. Η τακτική της ελληνικής Aριστεράς συμπυκνώνεται στην άποψη που εκφράζεται από το «μεγάλη φασαρία - θαυμάσια κατάσταση». Δεν εξηγεί ούτε το γιατί, ούτε το πώς. Eπιδιώκουν μόνο να εισπράξουν από τη λαϊκή δυσαρέσκεια ψήφους και να αυξήσουν την πολιτική τους επιρροή. Θυμίζει καφενειακή πολιτική ανάλυση όπου όλα τα προβλήματα «λύνονται» κατά τη διάρκεια  μιας παρτίδας τάβλι, και, αν και στο καφενείο η πολιτική κουβέντα έχει τη γοητεία της, όταν την μεταφέρεις στο κοινοβούλιο και στη δημόσια διαβούλευση τα αποτελέσματα είναι ολέθρια.
‘Eνα άλλο σύνθημα είναι αυτό του «Nέου πατριωτισμού». Αυτό προβάλλεται από κυβερνητικούς και συντηρητικούς κύκλους (έως τον Kαρατζαφέρη) διανθισμένο από «επιχειρήματα» (ο Θεός να τα κάνει επιχειρήματα) του τύπου «η πατρίδα κινδυνεύει», «η πατρίδα μάς χρειάζεται» κ.ά.. Aναπαράγεται από πολίτες που πιστεύουν ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο δεν θα επηρεαστούν από τα οικονομικά μέτρα, και δεν θέλουν μεγάλες ανατροπές στη ζωή τους. Eίναι το σύνθημα της υποταγής. Ενοχοποιεί κάθε διαμαρτυρία, κάθε παράπονο και εξαγνίζει κάθε άδικο μέτρο. Οι διαδηλώσεις σύμφωνα με τους παραπάνω κακώς γίνονται και ευχαρίστως, αν είχαν τη δυνατότητα, θα τις απαγόρευαν. Κάθε άποψη αντίθετη στην εφαρμοζόμενη πολιτική θεωρείται σχεδόν προδοτική. Προβάλλουν μια ψεύτικη υπευθυνότητα και είναι έτοιμοι να θυσιάσουν ένα μεγάλο κομμάτι των συμπατριωτών μας. Είναι οι ίδιοι που, αν τελικά τα μέτρα δεν έχουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, θα βγάλουν πρώτοι την ουρά τους απ’έξω δείχνοντας αλλού για τις ευθύνες.
Τρίτοι, και ίσως οι χειρότεροι, είναι αυτοί που συνθηματολογούν με τον ένα ή άλλο τρόπο υπέρ της αποχής. Κατά βάση ανενημέρωτοι, κάθονται αλαζονικά πάνω στο ροζ συννεφάκι τους και δηλώνουν αμέτοχοι των εξελίξεων. Δεν κατανούν ότι πολιτικό θέμα είναι το κοινό θέμα. Αυτό που διαμορφώνει το παρόν και το μέλλον το δικό μας και της επόμενης γενιάς. Δεν αντιλαμβάνονται καν την ανάγκη του διπλανού τους. Στρέφουν την προσοχή τους αλλού, δυσαρεστημένοι δήθεν από την διαφθορά, και συμπεριφέρονται σα να μην τους ενδιαφέρει αν και πότε θα πάρουν σύνταξη, αν θα βρει εργασία το παιδί τους, αν θα έχουν δουλειά οι ίδιοι… Στέκονται υπεροπτικά απέναντι στα γεγονότα γιατί δεν θέλουν να καταλάβουν ότι το μέλλον διαμορφώνεται πάντα από αυτούς που συμμετέχουν κι όχι από αυτούς στέκονται στην ασφάλεια της αποχής. Αφήνουν τους άλλους να εκτίθενται και οι ίδιοι βολεύονται με τις κατακτήσεις των άλλων ή με τις αδυναμίες της κοινωνίας που οι ίδιοι καταγγέλλουν. Λίγο ή πολύ και αυτοί νιώθουν το μέλλον τους εξασφαλισμένο και μάλιστα κάποιοι που παρασύρονται σε κάποια πολιτική τοποθέτηση μας λένε ότι δεν χρειάζεται κάποιος τον 13ο ή τον 14ο μισθό για να ζήσει, αρκεί να βγάλει κάποια πράγματα από τη ζωή του (απολαύσεις που φυσικά δεν θέλουν να στερηθούν οι ίδιοι). 
Ας σκεφτούμε ότι κάποτε στην πρωτεύουσα της Eλλάδας διάβαζαν ότι «Ἒν τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καί πολιτικῶν ἐπιμέλεια και ἑτέροις πρός ἒργα τετραμμένοις τά πολιτικά γνῶναι· μόνοι γάρ τόν μηδέν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, αλλ’ ἀχρεῖον νομίζομεν, οὐ τούς λόγους τοῖς ἒργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλά μή προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἤ ἐπί  ἅ δεῖ ἒργῳ ἒλθεῖν. (Θουκυδίδης, Περικλέους Eπιτάφιος, 40 5-10)


Γ.K.