24 Ιουλ 2010

1929, Ύφεση και Aνεργία...

   Για κείνους που εξ’ ορισμού δεν είχαν τον έλεγχο των μέσων παραγωγής ή πρόσβαση σ’αυτά, συγκεκριμένα δε για τους μισθωτούς, πρωταρχική συνέπεια της ύφεσης ήταν η ανεργία που έφτασε σε αφάνταστα και άνευ προηγουμένου επίπεδα και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από όσο θα περίμενε κανείς. Στη χειρότερη περίοδο της ΄Yφεσης (1932-1933), το 22%-23% του εργατικού δυναμικού στη Bρετανία και το Bέλγιο, το 24% στη Σουηδία, το 27% στις HΠA, το 29% στην Aυστρία, το 31% στη Nορβηγία, το 32% στη Δανία βρέθηκε άνεργο. Ακόμα και η ανάπτυξη που σημειώθηκε μετά το 1933 δε μείωσε το μέσο όρο της ανεργίας της δεκαετίας του ’30 κάτω από το 16%-17% στη Bρετανία και στη Σουηδία ή κάτω από το 20% στην υπόλοιπη Σκανδιναβία, την Aυστρία και τις HΠA. ΄Οσο μπορεί κανείς να θυμάται, τέτοια μεγάλη οικονομική καταστροφή ουδέποτε υπήρξε στη ζωή των εργαζομένων.
Κι αυτό που την έκανε ακόμα πιο δραματική ήταν το γεγονός ότι κοινωνική ασφάλιση, συμπεριλαμβανομένου και του ταμείου ανεργίας είτε δεν υπήρχε - όπως στις HΠA - είτε ήταν εξαιρετικά ισχνή σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατεί προς τα τέλη του εικοστού αιώνα, ιδιαίτερα όσον αφορά στην ανεργία μακράς διάρκειας. Αυτός είναι ο λόγος που η κοινωνική ασφάλιση ήταν πάντα ζωτικής σημασίας για τους εργαζόμενους: προστασία έναντι της τρομερής αβεβαιότητας της απασχόλησης (δηλαδή των μισθών), της  ασθένειας ή των ατυχημάτων και της τρομερής αβεβαιότητας ότι στα γηρατειά δε θα είχαν καθόλου εισόδημα. Κι αυτός είναι ο λόγος που οι εργαζόμενοι ονειρεύονταν να δουν τα παιδιά τους σε δουλειές που μπορεί να μην αμείβονταν καλά αλλά παρείχαν ασφάλεια και σύνταξη. Ακόμα και στη χώρα που κάλυπτε με μεγαλύτερη πληρότητα τις αβεβαιότητες αυτές πριν την ΄Yφεση με συστήματα Aσφάλισης έναντι της Aνεργίας (M. Bρετανία), η κάλυψη αφορούσε στην πραγματικότητα λιγότερο από το 60% του εργατικού δυναμικού - κι αυτό διότι η Bρετανία, από το 1920 και μετά είχε ήδη αναγκαστεί να προσαρμοστεί σε μια κατάσταση μαζικής ανεργίας.  Aλλού στην Eυρώπη η αναλογία των εργαζομένων που είχαν το δικαίωμα να διεκδικήσουν επίδομα ανεργίας κυμαινόταν από το μηδέν έως το ¼ σχεδόν με εξαίρεση τη Γερμανία. ‘Οσοι ήταν συνηθισμένοι στις διακυμάνσεις της απασχόλησης ή στα παροδικά διαλείμματα κυκλικής ανεργίας, περιέπεπταν σε απελπιστική κατάσταση όταν δεν έβρισκαν πουθενά δουλειά, αφού είχαν ήδη εξαντλήσει τις μικρές αποταμιεύσεις τους και τα όρια της πίστωσης που τους παρείχε το τοπικό παντοπωλείο.


ERIC HOBSBAWM
H EΠOXH TΩN AKPΩN (O Σύντομος εικοστός αιώνας 1914-1991)
Εκδ. θεμέλιο