11 Σεπ 2010

Aνεργία και ψευδαισθήσεις...

  Για να μελετήσετε την ανεργία και τ’ αποτελέσματά της πρέπει να πάτε στις βιομηχανικές περιοχές. Υπάρχει και στο Nότο ανεργία, αλλά είναι διασκορπισμένη και κάπως παράξενα κρυφή. Στο Nότο βρίσκονται εκτεταμένες αγροτικές περιοχές όπου ο άνεργος περνάει σχεδόν απαρατήρητος, και δεν θα δείτε πουθενά το θέαμα ολόκληρων συνοικιών να ζουν από την φιλανθρωπία και την «Eπιτροπή Δημόσιας Περίθαλψης». Mόνο όταν περπατήσετε σε δρόμους που κανένας δεν έχει δουλειά, όπου το να βρεις δουλειά θεωρείται σχεδόν το ίδιο πιθανό όσο το να έχεις το δικό σου αεροπλάνο - και κάπως πολύ λιγότερο πιθανό από το να κερδίζεις πενήντα λίρες στο Προ-πο - τότε αρχίζετε να συναισθάνεστε τις αλλαγές που συντελούνται στον πολιτισμό μας…
Για πρώτη φορά γνώρισα το πρόβλημα της ανεργίας το 1928… Θυμάμαι την κατάπληξη, τον κλονισμό που ένιωσα όταν για πρώτη φορά αναμείχθηκα με αλήτες και ζητιάνους, για ν’ ανακαλύψω ότι ένα σημαντικό ποσοστό, ίσως το ένα τέταρτο από τα ανθρώπινα αυτά πλάσματα, ήταν κανονικοί νεαροί ανθρακωρύχοι ή εργάτες βαμβακουργίας, που δέχονταν τη μοίρα τους με την ίδια βουβή ζάλη όπως ένα ζώο πιασμένο στην παγίδα. Δεν μπορούσαν, απλούστατα, να καταλάβουν τι τους συνέβαινε. Τους είχαν πετάξει από τη δουλειά και - το σπουδαιότερο - φαίνονταν σα να μην είχαν πια την πιθανότητα να ξαναδουλέψουν ποτέ. Στην κατάσταση που βρίσκονταν ήταν αναπόφευκτο να βασανίζονται, πρώτ’ απ’ όλα, από ένα συναίσθημα προσωπικής αποτυχίας. Αυτή ήταν η ψυχική αντιμετώπιση της ανεργίας εκείνες τις ημέρες: τη θεωρούσες μια καταστροφή που συνέβαινε σε σένα προσωπικά, για την οποία μόνο τον εαυτό σου έπρεπε να κατηγορήσεις…
Αυτό άλλαξε. Οι άνεργοι έμαθαν το μάθημά τους όχι μόνο γιατί η ανεργία εξαπλώθηκε αλλά και γιατί κράτησε τόσο πολύ. ΄Ετσι υπάρχουν ολόκληροι πληθυσμοί που μένουν συνέχεια άπραγοι, βασιζόμενοι για ολόκληρη ζωή στην E.Δ.Π. …
Η ζωή εξακολουθεί να είναι αρκετά ομαλή, πιο ομαλή απ’ όσο πραγματικά θα είχε κανείς το δικαίωμα να περιμένει. Οι οικογένειες φτώχυναν, αλλά ο οικογενειακός θεσμός δεν κατέρρευσε. Οι άνθρωποι ζουν μια μειωμένη παραλλαγή της πρωτινής ζωής τους. Αντί να αγανακτούν για τη μοίρα τους βολεύτηκαν μέσα σ’ αυτή χαμηλώνοντας το επίπεδο της ζωής τους.
Δεν χαμηλώνουν όμως αναγκαστικά το επίπεδο της ζωής τους περικόβοντας τις πολυτέλειες και περιοριζόμενοι στις αναγκαιότητες. Συχνότερα γίνεται το αντίστροφο - κι ίσως, αν το καλοσκεφτείτε, αυτό είναι και το φυσικότερο. Από δω προέρχεται το γεγονός ότι σε μια δεκαετία πρωτοφανούς οικονομικής ύφεσης αυξήθηκε η κατανάλωση όλων των φτηνών ειδών πολυτελείας. Τα δυο πράγματα που τονίζουν αυτή τη διαφορά μετά τον πόλεμο είναι οι κινηματογράφοι και η μαζική παραγωγή φτηνών ρούχων της μόδας. Ο νεαρός που τελειώνει το σχολείο στα δεκατέσσερα και βρίσκει μια δουλειά χωρίς εξέλιξη, γίνεται άνεργος στα είκοσι του, πιθανότατα για όλη του τη ζωή. Αλλά με δυόμιση λίρες με το σύστημα αγοράς με δόσεις μπορεί ν’ αποκτήσει ένα κοστούμι που για λίγο καιρό και από κάποια απόσταση τον κάνει να φαίνεται να ράβεται στη Seville Row (ο δρόμος των αριστοκρατικών ραφείων του Λονδίνου). Το κορίτσι μπορεί να μοιάζει μ’ εξώφυλλο  περιοδικού μόδας, με λιγότερα ακόμη χρήματα. Μπορεί να έχετε μόνο τρεις πεντάρες στην τσέπη σας και ούτε την παραμικρή προοπτική και μόνο μια γωνία σε μια κρεβατοκάμαρα που μπάζει νερά, όταν γυρίζετε σπίτι. Αλλά με το καινούριο σας κοστούμι, το κομψό φόρεμα μπορείτε να στέκεστε στο πεζοδρόμιο και να ζείτε το προσωπικό σας όνειρο σαν ένας Kλαρκ Γκαίημπλ ή μια Γκρέτα Γκάρμπο· κι αυτό σας αποζημιώνει για πολλά. Αλλά και όταν γυρίσετε στο σπίτι θα βρείτε συνήθως ένα φλιτζάνι τσάι - ένα «καλό φλιτζάνι τσάι» - κι ο πατέρας που είναι άνεργος από το 1929, είναι προς το παρόν ευτυχής γιατί έχει ένα «σίγουρο» για τις κούρσες.


George Orwell
«O δρόμος στην αποβάθρα Γουίγκμαν» 1937