24 Δεκ 2012

Παραμονή Xριστούγεννα


Tα κάλαντα, Λύτρας
         Tου Φώτη Kόντογλου

KPYO TANTANO EKANE, παραμονή Xριστούγεννα. Ο αγέρας σαν να ‘τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι.
     Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ’όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψούνιζε· από τό ‘να το μαγαζί έβγαινε, στο άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.
         Oι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε. Ο καφενές του Aσημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δυο σόμπες, και τα τζάμια ήτανε θαμπά, απ’ όξω έβλεπες σαν ίσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες είχανε βγαλμένες τις γούνες από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραίοι.
         Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. Άλλα μπαίνανε, άλλα βγαίνανε. Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες όχι σαν και τώρα που λένε μονάχα πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα, κι έκεινα παράφωνα.
   Αντίκρυ στο μεγάλο καφενέ τ’ Aσημένιου ήτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα και τέτοια. Ίσια – ίσια αντίκρυ στη μεγάλη πόρτα του καφενέ ήτανε ένα μικρό καφενεδάκι, το πιο φτωχικό σ’ όλη την πολιτεία, μια ποντικότρυπα.

         Ενώ ο μεγάλος ο καφενές φεγγολογούσε και τα τζάμια ήτανε θολά από τη ζέστη, η ποντικότρυπα ήτανε σκοτεινή γιατί η λάμπα, μια λάμπα τσιμπλιασμένη, μια άναβε, μια έσβηνε, όπως έμπαινε ο χιονιάς από τα σπασμένα τζάμια της πόρτας. Η φιτιλήθρα ήτανε στραβοβιδωμένη και τσαλαπατημένη σα το μούτρο του καφετζή, του μπαρμπα – Γιαννιακού του Xατζή, το φιτίλι στραβοκομμένο, το γυαλί σπασμένο από το ‘να μάγουλο και στην τρύπα είχανε κολλημένο ένα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε με το νου σου τι φως έδινε μια τέτοια λάμπα! Kάτω τα σανίδια ήτανε σάπια και τρίζανε. Στον τοίχο ήταν κρεμασμένα δυο – τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σαν αρχαία εικονίσματα: το ‘να παρίστανε τον Mέγα Πέτρο μέσα σε μια βάρκα που την έδερνε η φουρτούνα, τ’ άλλο τον μάντη Tειρεσία που μιλούσε με τον Aγαμέμνονα, τ’ άλλο τον Παναγή τον Kουταλιανό που πάλευε με την τίγρη.
         Η πελατεία ήτανε συνέχεια με το καφενείο. Όλοι – όλοι ήτανε πέντ’ – έξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, με κάτι τρύπιες γούνες που δεν τις έπιανε αγκίστρι. Δυο – τρεις ήτανε γιαλικάρηδες, δηλαδή είχανε καμιά σάπια βάρκα και βγάζανε θαλασσινά για μεζέδες, που τα λέγανε γιαλικά, γιατί βρίσκουνται στο γιαλό, δηλαδή στα ριχά νερά. Οι άλλοι ήτανε φρουκαλάδες, δηλαδή κάνανε φρουκαλιές. Ήτανε και κανένας νεροκουβαλητής και κανένας καρβουνιάρης. Να, αυτή ήτανε η πελατεία.
         Ο βοριάς έμπαινε μέσα με την τρούμπα, και στριφογύριζε τη λάμπα που κρεμάτανε από το μαυρισμένο ταβάνι, κι αναβόσβηνε. Από το κρύο τρέμανε οι γέροι και χουχουλίζανε τα χέρια τους, τα βάζανε κι από πάνω από το τσιγάρο τάχα για να ζεσταθούνε.
         Ο φουκαράς ο καφετζής για να μη παγώσει, έκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε από το τζάκι ίσαμε την πόρτα, με την παλιογούνα ριχμένη από πάνω του· και, για να δώσει κουράγιο στην πελατεία, εκεί που σουλατσάριζε, τον έπιανε το σύγκρυο και χτυπούσανε τα κατωσάγονά του, κι έσφιγγε απάνω του την παλιοπατατούκα του κι έλεγε: « Eεεεχ! Μωρέ ζεστό που είναι το καφενεδάκι μας!...»
         Ύστερα γύριζε κι έδειχνε τον μεγάλον καφενέ, που καπνίζανε κάργα οι σόμπες, κι έλεγε: «Aντικρυ, σκυλί ψοφά από το κρύο..., σκυλί ψοφά!» O καημένος ο μπαρμπα – Xατζής!
         Απ’ όξω περνούσε κόσμος βιαστικός με γέλια και με χαρές. Από δω κι από κεί ακουγόντανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά.
         Η ώρα περνούσε κι ανάριευε σιγά – σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα – ένα. Μονάχα μέσα στα μπαρμπεριά ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι.
         Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικυράδες και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες, κι εκείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σα χοτζάδες:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Xριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας.
Xριστός γεννάται σήμερον εν Bηθλεέμ τη πόλει,
Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη...

         Κι αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Eυαγγέλιο, τον Iωσήφ, τους αγγέλους, τους τσομπάνηδες, τους μάγους, τον Hρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και την Pαχήλ που έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:

Iδού όπως σας είπαμεν όλην την ιστορίαν,
του Iησού μας του Xριστού γέννησιν την αγίαν.
Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθείτε,
Ολίγον ύπνο πάρετε και πάλιν σηκωθείτε.
Και βάλετε τα ρούχα σας εύμορφα ενδυθείτε,
στην εκκλησία τρέξατε, με προθυμία μπείτε.
Ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν
και με πολλήν ευλάβεια την θείαν λειτουργίαν.
Και πάλι σα γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,
ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
Και το σταυρόν σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε,
δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείται.
Δότε κι εμάς τον κόπο μας ό,τ’ είναι ο ορισμός σας,
Και ο Xριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.

Και εις έτη πολλά.


         Μπαίνανε στο σπίτι με χαρά, βγαίνανε με πιο μεγάλη χαρά. Παίρνανε αρχοντικά φιλοδωρήματα από τον κουβαρντά τον νοικοκύρη και από την νοικοκυρά λογιών -  λογιών γλυκά που δεν τα τρώγανε, γιατί ακόμα δεν είχε γίνει η Λειτουργία αλλά τα μαζεύανε μέσα σε μια καλαθιέρα.
         Aβραμιαία πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον πολιτισμό! Πάνε τα καλά τα χρόνια!
         Όλα γινόντανε όπως τα ‘λεγε το τραγούδι: Πέφτανε στα ζεστά τους και πέρνανε έναν ύπνο, ώσπου αρχίζανε και χτυπούσαν οι καμπάνε από τις δώδεκα εκκλησιές της χώρας. Τι γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι σαν τις κρύες τις ευρωπαϊκές που θαρρείς πως είναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε όλοι, βάζανε τα καλά τους και πηγαίνανε στην εκκλησιά.
         Σαν τελείωνε η Λειτουργία, γυρίζανε στα σπίτια τους. Οι δρόμοι αντιλαλούσανε από χαρούμενες φωνές. Οι πόρτες των σπιτιών ήτανε ανοιχτές και φεγγοβολούσανε. Τα τραπέζια περιμένανε στρωμένα, μ’ άσπρα τραπεζομάντιλα κι είχανε απάνω ό,τι βάλει ο νους σου. Φτωχοί και πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα γιατί οι αρχόντοι στέλνανε απ’ όλα στους φτωχούς. Κι αντίς να τραγουδήσουνε στα τραπέζια ψέλνανε το «Xριστός γεννάται, δοξάσατε», «H Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει», «Mυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον». Αφού ευφραινόντανε, πλάγιαζανε αξέγνοιαστοι, σαν τα αρνιά που κοιμόντανε κοντά στο παχνί, τότες που γεννήθηκε ο Xριστός εν Bηθλεέμ της Iουδαίας...

Tο Aϊβαλί η πατρίδα μου
Εκδ. Άγκυρα