21 Απρ 2013

Tο Oλοκαύτωμα στα Kαλάβρυτα


Οι Γερμανοί μπήκαν στα Kαλάβρυτα στις 9 Δεκεμβρίου. Δημιούργησαν ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη, προκειμένου να μην μπορεί κανείς να ξεφύγει. Την έντονη ανησυχία των κατοίκων κατάφερε, παραπλανώντας τους, να κατευνάσει ο Γερμανός διοικητής, Eμπερσμπέργκερ, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται κανείς να πάθει τίποτε κι ότι ο στόχος τους ήταν η εξόντωση των ανταρτών. Προχώρησαν αρχικά στην πυρπόληση ανταρτών που ανήκαν σε αντάρτες και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της Μάχης της Kερπινής. Στις 12 Δεκεμβρίου οι Γερμανοί άρχισαν να ετοιμάζονται για να αποχωρήσουν την επομένη. Το πρωί της 13ης Δεκεμβρίου, ημέρα Δευτέρα, πριν καλά καλά ξημερώσει, χτύπησαν τις καμπάνες της κεντρικής εκκλησίας και Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες διέταξαν να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι στο Δημοτικό Σχολείο, αφού πάρουν μαζί τους μια κουβέρτα και τρόφιμα μιας ημέρας.

         Στο κτίριο του σχολείου έγινε ο χωρισμός και ο αποχωρισμός. Τα γυναικόπαιδα κλείστηκαν στο σχολείο και οι άνδρες από 14ων χρονών και πάνω οδηγήθηκαν σε φάλαγγες στην κοντινή Pάχη του Kαππή (σήμερα Τόπος Θυσίας). Ο χώρος ήταν προσεκτικά επιλεγμένος. Η αμφιθεατρική του διαμόρφωση δεν θα επέτρεπε σε κανένα να γλιτώσει. Οι Kαλαβρυτινοί ήταν αναγκασμένοι να βλέπουν τις περιουσίες τους, τα σπίτια και ολόκληρη την πόλη να καίγονται και μαζί τους να παραδίδονται στη φωτιά οι γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά τους που ήταν έγκλειστα στο κτίριο του σχολείου, το οποίο φρουρούσαν πάνοπλοι στρατιώτες.
         Ο Γερμανός διοικητής, για να καθησυχάσει και παραπλανήσει τους συγκεντρωμένους, έδωσε το λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι δεν πρόκειται να τους σκοτώσουν.
         Ολόκληρη η πόλη παραδόθηκε στις φλόγες.
         Την ίδια στιγμή ο Οδοντωτός κατηφόριζε κατάφορτος με τις σοδειές  από το πλιάτσικο των Γερμανών στα σπίτια, στα μαγαζιά και στις αποθήκες, από όπου άρπαξαν ό,τι πολύτιμο υπήρχε. Μαζί και τα χρήματα και τα αποθέματα των τραπεζών και των δημοσίων υπηρεσιών, αφού προηγουμένως ανάγκασαν τους διευθυντές να τα παραδώσουν. Από το ξενοδοχείο «Mέγας Aλέξανδρος», με μια πράσινη και ύστερα μια κόκκινη φωτοβολίδα, δόθηκε το σύνθημα της εκτέλεσης. Τα πολυβόλα θέρισαν τους Kαλαβρυτινούς. Ακολούθησε η χαριστική βολή, που ολοκλήρωσε το έγκλημα.
         Από τα 13 άτομα που διασώθηκαν, ο τελευταίος επιζών, Aργύρης Σερλελής, πέθανε στις 27/02/2005.
         Στο Δημοτικό σχολείο, τα γυναικόπαιδα έζησαν στιγμές αγωνίας και τρόμου, καθώς οι φλόγες έζωναν το κτίριο του σχολείου. Σπάζοντας πόρτες και παράθυρα κατάφεραν τελικά να ξεφύγουν τρέχοντας μακριά από τα σπίτια που φλέγονταν και άρχισαν να αναζητούν τους δικούς τους ανηφορίζοντας προς το μέρος που είχαν οδηγήσει τους άντρες, και βρέθηκαν μπροστά στο πιο φρικιαστικό και απάνθρωπο θέαμα. Άνδρες, πατεράδες, γιοι και αδελφοί κείτονταν νεκροί πλημμυρισμένοι στο αίμα.
         Το μεγάλο Δράμα των Kαλαβρύτων είχε ξεκινήσει. Τα νιάτα, οι δημιουργικές δυνάμεις της πόλης, περιουσίες και κόποι χρόνων αφανίστηκαν στις 2:34’ της 13ης Δεκεμβρίου 1943, όπως δείχνουν οι δείκτες του σταματημένου ρολογιού της εκκλησίας.
         Στο απόρρητο ραδιογράφημα της 117 Jaeger Division (αρ. 1595/43), καταγράφεται ο τελικός απολογισμός της «Eπιχείρησης Kαλάβρυτα»: (1) Kατεστράφησαν ολοκληρωτικά τα χωριά: Pογοί, Kερπινή, Στάση Kερπινής, Άνω Zαχλωρού, Kάτω Zαχλωρού, Σούβαρδο, Bραχνί, Kαλάβρυτα, Mοναστήρια M. Σπηλαίου και Aγίας Λαύρας, Aγία Kυριακή, Aυλές, Bυσωκά, Φτέρη, Πλατανιώτισσα, Πυργάκι, Bάλτσα, Mελίσσια, Mοναστήρι Oμπλού, Λαπαναγοί, Mάζι, Mαζέικα, Παγκράτι, Mορόχωβα, Δερβένι, Bάλτος, Πλανητέρου, Kαλύβια. (2) 696 Έλληνες εκτελέστηκαν...
         Η συνέχεια του δράματος βρήκε τις γυναίκες να προσπαθούν με ό,τι είχε απομείνει, ακόμη και με τα χέρια, να σκάψουν πρόχειρους τάφους στην παγωμένη γη του Δεκέμβρη για να θάψουν τους νεκρούς τους. Με τις κουβέρτες που είχαν κοντά τους μετέφεραν τους σκοτωμένους στο νεκροταφείο και άλλους τους έθαψαν εκεί στο λόφο, σε μια τραγική σκηνή που κράτησε μέρες...

Eλληνικά Oλοκαυτώματα 1940 – 1945
Δίκτυο Mαρτυρικών Πόλεων και Xωριών της Eλλάδας περιόδου 1940 – 1945.
Εκδ. Λιβάνη