11 Μαΐ 2013

Oι Έλληνες σφουγγαράδες της Λιβύης, 1913


 Διαφημιστική χρωμολιθογραφία του 1880 του Kαλύμνιου εμπόρου Hλιάδη στη Frankfurt A/M
Aναπαραστώνται τρόποι αλιείας σφουγγαριων και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι δύτες

Η έκταση που καταλαμβάνει η Τρίπολη της Mπαρμπαριάς (Λιβύη) είναι 1.036.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η Τρίπολη, η πρωτεύουσα, είναι μια πόλη με έντονα ανατολίτικα χαρακτηριστικά, η οποία συνδυάζει την αρχιτεκτονική Mαυριτανών και Tούρκων, όπως και οι περισσότερες πόλεις που είναι χτισμένες στις ακτές της βόρειας Aφρικής.
         Η Tρίπολη δεν έχει φυσικό λιμάνι. Όμως, οι μεγάλοι βράχοι και οι βραχονησίδες επιτρέπουν την κατασκευή ενός θαυμάσιου λιμανιού, που είναι ασφαλές ακόμη και για τα μεγαλύτερα ατμόπλοια, με κόστος μικρότερο από 1.000.000 δολάρια. Ωστόσο, όταν θυμώνει ο Ποσειδώνας, τα ιστιοφόρα και τα ατμόπλοια πρέπει να σηκώσουν άγκυρα και να ξανοιχτούν  στο πέλαγος.
      Τα μικρά πλοία με τα κεκλιμένα άλμπουρα και τα μεγάλα λατίνια, που είναι αγκυροβολημένα στο λιμάνι, θυμίζουν τους πειρατές από την Mπαρμπαριά, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος της Eυρώπης πριν από ένα περίπου αιώνα.
      Eπίσης, τα σφουγγαράδικα των Eλλήνων είναι εξίσου γραφικά πλοία. Όταν ταξιδεύουν με όλα τα πανιά ανοιγμένα, μοιάζουν με γαλέρες ή φισαλίες, ένα παράξενο είδος τσούχτρας, (δηλητηριώδους) που επιπλέει στην επιφάνεια της θάλασσας και, όποτε θέλει, υψώνει μια μεμβράνη που λειτουργεί σαν πανί. (...)

         Όλοι οι σφουγγαράδες είναι Έλληνες και έχουν εντυπωσιακή φυσική κατάσταση. Το επάγγελμά τους είναι δύσκολο και επικίνδυνο. Στις πολιτισμένες χώρες το μέγιστο επιτρεπόμενο βάθος για ασφαλή κατάδυση είναι 40 μέτρα. Εδώ όμως δεν είναι ασυνήθιστο να εργάζονται για πολλές ώρες σε βάθος 35-60 μέτρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, όπου φυσικά η πίεση είναι τεράστια..
         Όποιος έρχεται εδώ από την Ελλάδα παίρνει ως προκαταβολή 300 δολάρια μόλις φτάνει. Όταν συγκεντρώσει αρκετά σφουγγάρια, που να αντιστοιχούν στην αξία της προκαταβολής, που έλαβε, αρχίζει να πληρώνεται με προμήθεια. Για κάθε σφουγγάρι που ανεβάζει παίρνει μερικά σεντς.
         Δουλεύουν αδιάκοπα αρκετές εβδομάδες και ανεβάζουν πάρα πολλά σφουγγάρια, συνεπώς επιβάλλεται αυτός που χειρίζεται την αντλία του αέρα πάνω στο καΐκι να είναι φίλος του δύτη. Έχει τύχει να αναλάβει ο καπετάνιος την αντλία και να κλείσει τη στρόφιγγα. Η πίεση είναι τόσο μεγάλη, που, αν η λειτουργία της τρόμπας διακοπεί μερικά δευτερόλεπτα, ο δύτης θα ανασυρθεί στο πλοία νεκρός.
        Τότε οι προμήθειες και τα κέρδη από τα σφουγγάρια καταλήγουν στην τσέπη εκείνου του αδίστακτου αγύρτη, ενώ στις αρχές της Tρίπολης δηλώνεται ένα ακόμα ατύχημα εξαιτίας της τρομερής πίεσης στα μεγάλα βάθη!
         Οι βουτηχτές είναι μια παρέα από χαρούμενους και ανέμελους νεαρούς, σχεδόν παιδιά, που ξοδεύουν εύκολα τα χρήματά τους. Tο πιστεύω τους είναι: «Aς διασκεδάσουμε όσο ζούμε».
     Δουλεύουν σκληρά και τίποτα δεν τους αποθαρρύνει. Εργάζονται ώρες κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, μέχρι του σημείου που ο σκελετός του ανθρώπου αντέχει αυτή την πίεση.
         Αντί να τους τραβούν πάνω, όπως συμβαίνει συνήθως με τους δύτες, φουσκώνουν οι ίδιοι τις ελαστικές, καταδυτικές στολές κλείνοντας τη βαλβίδα εκπνοής, ώστε να εμποδίσουν τον αέρα να διαφύγει. Με αυτόν τον τρόπο ανεβαίνουν στην επιφάνεια με μεγάλη ταχύτητα και σχεδόν εκτοξεύονται στον αέρα. Αυτή η απότομη αλλαγή ατμοσφαιρικής πίεσης συχνά προκαλεί παράλυση ή αποπληξία. Συνεπώς, στα περισσότερα καΐκια υπάρχουν τουλάχιστον μισή ντουζίνα σακατεμένοι δύτες, που αναρρώνουν από αυτή την παράλυση. Παλαιότερα η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να βοηθήσει στέλνοντας στη θαλάσσια περιοχή δύο πλήρως εξοπλισμένα νοσοκομειακά πλοία. Όμως, όπως μας πληροφόρησαν, πολλοί ιδιοκτήτες των σφουγγαράδικων αντέδρασαν σε αυτή την παρέμβαση σηκώνοντας τουρκική σημαία, εμποδίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα νοσοκομειακά πλοία να προσφέρουν βοήθεια. Έπειτα από δύο χρόνια αναποτελεσματικών προσπαθειών η κυβέρνηση εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια.
         Tις Κυριακές και τις επίσημες αργίες οι σφουγγαράδες βάζουν τα καλά τους και προσπαθούν να διασκεδάσουν όσο καλύτερα μπορούν στην μικρή πόλη, την Tρίπολη, όπου κινηματογράφος και θέατρο είναι άγνωστες μορφές ψυχαγωγίας. Έτσι, προτιμούν να νοικιάσουν βερβέρικα άλογα και να καλπάζουν, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, στην έρημο έξω από τα τείχη της Tρίπολης. Είναι μια σχετικά ακίνδυνη ευχαρίστηση, που διασκεδάζει τους θεατές, καθώς οι δύτες δεν ξέρουν να ιππεύουν καλά και πέφτουν πολύ συχνά.
Τα βράδια πηγαίνουν σε κάποιο σπίτι στην περιοχή τους, όπου κάθονται στην αυλή γύρω από στενόμακρα τραπέζια, κάτω από δυνατές λάμπες, και πίνουν καφές ή μπύρα. Μια ομάδα από έξι ως οκτώ τυφλούς μουσικούς παίζει παράξενους σκοπούς, ενώ οι Έλληνες σηκώνονται και χορεύουν ο ένας μετά τον άλλο, καθένας μόνος του. Δεν μπορώ να περιγράψω τα βήματα, πάντως είναι γεμάτα χάρη. Σπάνια μεθούν και γυρίζουν σπίτι τους γύρω στα μεσάνυχτα.

Φρανκ Έντουαρντ Tζόνσον
National Geographic, Iανουάριος 1914 - Aπρίλιος 2013