6 Ιουλ 2013

O MYΘOΣ TOY ΣΠHΛAIOY

Κατόπιν από αυτά παράστησε τώρα την ανθρώπινην φύσιν, εν σχέσει προς την παιδείαν και την απαιδευσίαν, με την εξής εικόνα, που θα σου είπω. Φαντάσου ένα υπόγειον σπήλαιον, το οποίο να έχη ανοικτήν προς το φως την είσοδον καθ’ όλον το μήκος του, και μέσα  εις αυτό το σπήλαιον ανθρώπους αλυσοδεμένους από τους πόδας και τους αυχαίνας εκπαιδικής ηλικίας, εις τρόπον ώστε να μην ημπορούν να μετακινηθούν από την θέσιν των και ούτε να βλέπουν παρά εμπρός των μόνον όπισθεν δε, εις αρκετήν απόστασιν και υψηλότερα των, να υπάρχη αναμμένη φωτιά, από την οποίαν να έρχεται το φως έως αυτούς, μεταξύ δε αυτής και των δεσμωτών ένας δρόμος προς τα επάνω· κατά μήκος αυτού του δρόμου φαντάσου ακόμη κτισμένον ένα τοίχον, όπως εκείνα τα διαφράγματα που χωρίζουν τους θεατάς από τους θαυματοποιούς και άνωθεν των οποίων οι τελευταίοι ούτοι επιδεικνύουν τα θαύματά των.
Tα φαντάζομαι όλα αυτά
Φαντάσου τώρα ανθρώπους, να περνούν κατά μήκος αυτού του τοίχου, φορτωμένοι παντοειδή αντικείμενα και αδριάντας και άλλα ζώα κατασκευασμένα από λίθον ή ξύλον ή απ’ ό,τι άλλο, εις τρόπον ώστε όλα αυτά να φαίνωνται επάνω από τον τοίχον, και από αυτούς που τα σηκώνουν άλλοι μεν να ομιλούν μεταξύ των, άλλοι δε να σιωπούν.  
Eίναι πολύ παράξενη η εικών, και παράξενοι οι δεσμώται σου
Και μολαταύτα αυτοί είμεθα ημείς οι ίδιοι· και εν πρώτοις, νομίζεις ότι αυτοί οι δεσμώται έχουν ιδή ποτέ και από τους εαυτούς των και από τους άλλους τίποτε άλλο , εκτός από τας σκιές των, που σχηματίζει η λάμψις του πυρός επί του βάθους του σπηλαίου, προς το οποίον είναι γυρισμένοι; Και πώς να ιδούν, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατούν καθ’ όλην  την ζωή ακίνητον την κεφαλήν των; Επίσης και από τα αντικείμενα που περνούν από πίσω των, τι άλλο παρά τας σκιάς των;
Bεβαιότατα
Και αν ημπορούσαν να συνδιαλέγονται μεταξύ των, δεν νομίζεις ότι θα εσυμφώνουν να δίδουν εις τα σκιάς, που βλέπουν, να παρελαύνουν εμπρός των, τα ονόματα αυτών των ιδίων αντικειμένων;
Kατ’ ανάγκην.
Τι δε; εάν είχε η φυλακή των και ηχώ, όταν θα ωμίλει κανείς από εκείνους που θα επερνούσαν, νομίζεις ότι θα εφαντάζοντο τίποτε άλλο, παρά ότι αι σκιαί, που βλέπουν εμπρός των είναι εκείνοι που ομιλούν;
Kαι τι άλλο βέβαια
Και εν γένει δεν θα εγνώριζον, ότι υπάρχει καμμία άλλη πραγματικότης, έξω από αυτάς τας σκιάς;
Kατ’ ανάγκην.
Σκέψου τώρα τι ώφειλε να συμβή φυσικά με αυτούς, εάν ήθελον τους λύση από τα δεσμά των και τους θεραπεύση από την πλάνην και την άγνοιάν των· ότε λοιπόν θα ελύετο ένας από αυτούς, και ηναγκάζετο έξαφνα να σηκωθή επάνω και να στρέψη την κεφαλήν και να βαδίση και να παρατηρήση προς το μέρος του φωτός, θα ησθάνετο βεβαίως μεγάλους πόνους από όλα αυτά, και από το εκθαμβωτικόν φως δεν θα ημπορούσε να ιδή καθαρά τα αντικείμενα, των οποίων έβλεπε έως τώρα τας σκιάς· τι δε νομίζεις ότι ήθελε ειπή, αν του έλεγε κανείς ότι εκείνα μεν που έβλεπε τότε ήσαν ένα τίποτα, ενώ τωρα βλέπει σωστότερα πράγματα πλησιέστερα προς την πραγματικότητα  και μάλλον αληθινά; και αν του εδείκνυε κανείς το καθένα, από εκείνα που περνούν, και τον ηνάγκαζε να απαντήση τι είναι, δεν φρονείς ότι θα περιέπεπτεν εις μεγάλην απορίαν και θα ενόμιζεν ότι εκείνα, που έβλεπε τότε, ήσαν αληθινώτερα από αυτά που του δεικνύει τώρα;
Aυτό βέβαια θα επάθαινε.
Eάν δε τον ηνάγκαζαν να στρέψη τα βλέμματά του και προς αυτό το φως δεν θα του επονούσαν οι οφθαλμοί και δεν θα έφευγε διά να γυρίση πάλιν προς εκείνα που ημπορεί να βλέπη, και δεν θα ενόμιζεν, ότι αυτά είναι πολύ σαφέστερα και καθαρώτερα, από τα άλλα που του έδειξαν;
Bεβαίως.
Εάν δε τώρα ήθελε τον αποσπάση κανείς από τον σπήλαιον, και τον ανέβαζε διά της βίας από τον τραχύν εκείνον και ανηφορικόν δρόμον εις το φως του ήλιου, τι μαρτύριον θα ήτο δι’ αυτόν και ποίαν αγανάκτησιν θα ησθάνετο να τον σύρουν κατ’ αυτόν τον τρόπον! Και όταν θα έφτανε τέλος εις το φως, πλημμυρισμένοι οι οφθαλμοί του από την άπλετον εκείνην λάμψιν της ημέρας, θα ημπορούσαν να ιδούν κανένα από τα αντικείμενα που λέγομεν ημείς τώρα πραγματικά;
Όχι βέβαια, έτσι τουλάχιστον έξαφνα.
Θα εχρειάζετο αναμφιβόλως να συνηθίση πρώτα, διά να κατορθώση να τα διακρίνη· και εις την αρχήν μεν θα έβλεπε ευκολώτατα τα σκιάς, έπειτα επί της επιφανείας των υδάτων τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων αντικειμένων, και τέλος αυτά τα ίδια ακολούθως θα ημπορούσε να στραφή προς τον ουρανόν, τον οποίον κατ’ αρχάς θα ήτο εις θέσιν να παρατηρήση την νύκτα ευκολώτερον, με το φως των άστρων και της σελήνης, παρά την ημέρα με το φως του ήλιου.
Πώς όχι;
Τελευταίον δε, νομίζω, θα ημπορούσε να ατενίση όχι μόνον την εικόνα του ήλιου επί των υδάτων, είτε τα είδωλα αυτού εις άλλας θέσεις, αλλά αυτόν τον ίδιον εις την πραγματικήν του θέσιν και να παρατηρήση πώς είναι.
Μάλιστα
Και μετά ταύτα θα ήρχιζε να σκέφτεται και θα κατέληγε εις το συμπέρασμα, ότι ο ήλιος είναι εκείνος , που κάμνει τας εποχάς και τα έτη, που κυβερνά και επιτροπεύει τα πάντα εις τον ορατόν κόσμο, και είναι τρόπον τινα η αιτία όλων εκείνων, όσα έβλεπον εκεί κάτω εις το σπήλαιόν των.
Είναι πράγματι φανερόν ότι εις αυτά τα συμπεράσματα θα καταντούσε βαθμιδόν.
 Όταν δε θα ενθυμείτο την πρώτην του κατοικίαν και την σοφίαν, που είχαν οι συνδεσμώται του εκεί κάτω, τί νομίζεις; δεν θα εμακάριζε μεν τον εαυτόν του δια την μεταβολήν αυτή, θα ελεεινολογούσε δε εκείνους;
Και πολύ μάλιστα.
Εάν δε υπήρχον εκεί κάτω μεταξύ των τίποτε αμοιβαί και έπαινοι και τιμητικαί διακρίσεις δι’ εκείνον που έβλεπε οξύτατα κατά την παρέλασιν των τα σκιάς, και ενθυμείτο ακριβέστατα ποίαι περνούν πρώται, ποίαι κατόπιν, ή μαζί, και επομένως ήτο εις θέσιν καλύτερα από κάθε άλλον, να προείπη ποία σκιά έμελλε να παρουσιασθή εις ωρισμένην στιγμήν, τι λέγεις; θα τας επεφημούσεν ακόμη, και θα εζήλευε πλέον εκείνους που ετοιμώντο εκεί κάτω και υπερείχον κατ’αυτόν τον τρόπον από όλους τους άλλους; ή θα επάθαινεν εκείνο, που λέγει ο Όμηρος διά τον Aχιλλέα, και θα επροτιμούσε μυριάκις να ζη εις τον επάνω κόσμον, έστω και να είναι δούλος ενός άλλου πτωχού ανθρώπου και να υποφέρη ό,τι άλλο και αν είναι, παρά να εξακολουθή να ζη όπως τότε εκεί κάτω και να έχη τα ίδιας δοξασίας;
Κάθε άλλο και εγώ παραδέχομαι ότι θα επροτιμούσε, παρά να εξακολουθή να ζη κατ’ εκείνον τον τρόπον.
Πρόσεξε ακόμη και εις αυτό· εάν ο τοιούτος ήθελε καταβή εκ νέου εκεί κάτω και αναλάβη την πρώτην του θέσιν, από την εξαφνικήν αυτήν μετάβασιν εκ του ηλίου εις το σκότος, δεν θα εγίνετο πάλιν ωσάν τυφλός;
Εννοείται.
Και εάν ενώ ακόμη δεν διακρίνη τίποτε και πριν αποκατασταθή τελείως η όρασίς του, πράγμα δια το οποίο θα εχρειάζετο βέβαια όχι και πολύ ολίγος χρόνος, εάν, λέγω, εγίνετο ανάγκη να διαγωνισθή με τους άλλους τους παντοτινούς δεσμώτας και να λέγη την γνώμην του διά τας σκιάς που περνούν, δεν θα τους επροξένει μεγάλον γέλωτα και δεν θα έλεγον περί αυτού, ότι επέστρεψεν από εκεί επάνω, που ανέβηκε, με χαλασμένους τους οφθαλμούς και ότι δεν αξίζει τον κόπον ούτε να επιθυμήση κανείς να αναβή εις τον επάνω κόσμον; και αν κανείς ήθελεν επιχειρήση να τους λύση από τα δεσμά και να τους ανεβάση, δεν θα ήσαν ικανοί και να τον σκοτώσουν, αν ημπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια τους;
Xωρίς άλλο.


Πλάτων, Πολιτεία, Z
μετάφραση: Iωάννης Γρυπάρης