7 Ιουλ 2014

Tο καλοκαίρι στη Λάρισα στις αρχές του 20ου αιώνα..., M. Kαραγάτσης

Η Λάρισα νεκρώθηκε όταν από τον ολόχρυσο και αθέριστο κάμπο φύσηξε ο πρώτος Λίβας του καλοκαιριού. Κάπου, κατά το Nοτιά, κάποιος φοβερός δράκος πρέπει ν’ άνοιξε το φλογισμένο στόμα και να ‘χυσε την πυρή ανάσα του πάνω στα στάχια. Οι μαλαματένιες θάλασσες κυμάτισαν με απόγνωση στη θανατερή πνοή. Η φλόγα της γης κι η λαύρα του ανέμου έσμιξαν και ξάπλωσαν παλμικά κύματα, που σκέπαζαν με τρεμουλιάρικο πέπλο όλα τα πάντα, λες και κι ο κάμπος ήταν λίμνη από νερό ταραγμένο κι αχνιστό.
Τις ώρες του Λίβα η ζωή σπαταλάει τα κύτταρά της για ν’ αντιπολεμήση το θάνατο. Οι άνθρωποι του κάμπου - οι Kαραγκούνηδες - μετά το καλοκαίρι είναι λιγότερο ζωντανοί, σαν μισοπεθαμένοι. Θαρρείς πως η ζωή όλο και λιγοστεύει, για να σιγοσβήση. Κι όμως η Θεσσαλία δεν πέθανε ακόμα.(...)
Οι Λαρισινοί, μόλις νιώσουν τις πρώτες πνοές του Λίβα, κλείνονται στα σπίτια τους. Η πολιτεία νεκρώνεται· ως κι αυτές οι δροσερές αυλές, με τα ισκιερά χαγιάτια, στους παλιούς μαχαλάδες, ερημώνονται. Πόρτες, παραθυρόφυλλα, τζάμια, κλειστά· είναι ο μόνος τρόπος να ζήση κανείς. Το αυστηρό κλείσιμο δημιουργεί στα σπίτια δροσιά ευεργετική. Μόλις όμως τολμήσεις ν’ ανοίξης οτιδήποτε, μια καυτερή πνοή σού καψαλίζει τα μάτια και τα πλεμόνια.
Με το ηλιοβασίλεμα ο Λίβας πέφτει, κι ως τα μεσάνυχτα βασιλεύει ζέστα υγρή, πνιχτική, αντίθετη απ’ τη ξερή λαύρα της μέρας. Κατά τα μεσάνυχτα, απ’ τις κορφές του Oλύμπου κατεβαίνει ένα ψυχρό αεράκι, γεμάτο ζωή κι ανακούφιση. Η Λάρισα ανασαίνει. Πόρτες και παράθυρα ανοίγουν διάπλατα. Οι Λαρισινοί, που ίσαμε τότε ιδροκοπούν στους δρόμους αποχαυνωμένοι, φοράν το σακάκι τους πάνω απ’ το μουσκεμένο πουκάμισο. Το θερμόμετρο κατρακυλάει από τα 40 στα 20. Δροσίζονται τα σπίτια, οι άνθρωποι κοιμούνται ευχάριστα· μα ξυπνούν, μια στιγμή, πριν βγη ο ήλιος, να κλείσουν παράθυρα και πόρτες· γιατί οι πρώτες του αχτίδες είναι κιόλας θανατερές.
Οι Kαραγκούνηδες ζουν αδιάφοροι μέσα στη φλόγα που τους λυώνει. Με τα ίδια μάλλινα σιγκούνια, το ίδιο τρίχινο καλπάκι χειμώνα - καλοκαίρι, λατρεύουν τη γη τους. Χρονιά καλή - χρονιά κακή - πιότερες οι δεύτερες - παλεύουν σκληρά για να βγάλουν το ψωμί τους, ώσπου να τους φάη το ξεροβόρι και η ελονοσία. Πανάθλια ζωή...

M.Kαραγάτσης
Συνταγματάρχης Λιάπκιν

Εκδ. Eστία