22 Αυγ 2014

H Σταυροφορία των παιδιών (Kinderkreuzzug), του Mπέρτολτ Mπρεχτ


Στην Πολωνία, το ´39
μια φοβερή γίνηκε μάχη
και πλήθος πόλεις και χωριά
εσωριάστηκαν στάχτη

Χάνει η αδερφή τον αδερφό της
τον άντρα η γυναίκα, στη φωτιά.
Και το παιδί μες στα ρημάδια
του κάκου τους γονιούς αναζητά.

Ούτ´ είδηση ούτε γράμμα πια
ερχόταν από την Πολωνία.
Όμως στις χώρες του Βοριά
λέγαν μια αλλόκοτη ιστορία.

Χιόνιζε, καθώς λέγαν πέρα κει
κι ακούστηκε σ´ ανατολή και δύση
πως μια σταυροφορία από παιδιά
στην Πολωνία είχε αρχίσει.


Στις δημοσιές, κοπάδια πεινασμένα,
περιπλανιόταν τα ορφανά.
Κι άλλα παιδιά επαίρνανε μαζί τους
από τα ρημαγμένα τους χωριά.

Θέλανε να ξεφύγουν τη σφαγή
που εφιάλτης είχε γίνει.
Να φτάσουν σε μια χώρα που
να βασιλεύει ειρήνη.

Είχανε το μικρό αρχηγό τους
που τον ακολουθούσαν θαρρετά.
Μα κείνον τόνε τρώει η έγνοια
γιατί τους δρόμους ξαστοχά.

Ένα κορίτσι έντεκα χρονώ
τετράχρονο αγόρι κουβαλούσε.
Μάνα θέ να να γινόταν μια χαρά
-σε χώρα ειρηνική αν κατοικούσε.

Παλτό με το γιακά του βελουδένιο
ένας μικρός Εβραίος φορά.
Με κάτασπρο ψωμί είχε μεγαλώσει
ώσπου τον βρήκε η συμφορά.

Κι ένα λιγνό, τεφρό παιδί
όλο απόμερα κρατιόταν
τι κουβαλούσε κρίμα φοβερό:
απ´ των Νατσήδων την πρεσβεία ερχόταν.

Κι ένα σκυλί είχαν εκεί
που το ´πιασαν για να το φάνε.
Το λυπήθηκαν - κι είχε προστεθεί
στα στόματα όπου πεινάνε.

Κι ένα σχολειό είχαν εκεί
με δασκαλάκο για ορθογραφία.
Στην τσακισμένη ράχη ενός τανκ
μάθαν να γράφουνε: «Φιλία».

Και μιαν αγάπη είχαν εκεί.
Δώδεκα αυτή, τα δεκαπέντε αυτός αγγίζει.
Και σε μια γκρεμισμένη αυλή
κάθεται αυτός και τα μαλλιά του αυτή χτενίζει.

Μα η αγάπη δεν αντέχει
στην άγρια την παγωνιά :
όταν λυγίζουν απ´ το χιόνι
πώς θες ν´ ανθίζουν τα κλαριά;

Και μια κηδεία είχαν εκεί.
Τ´ αγόρι με το βελουδένιο πανωφόρι
δυο Πολωνέζοι και δυο Γερμανοί 
στο μνήμα κουβαλάν με τ´ αγριοβόρι.

Καθολικοί και Προτεστάντες και Νατσί
το φίλο τους ξεπροβοδάνε.
Κι ύστερα, ένας μικρός κομμουνιστής
είπε, οι ζωντανοί τι προδοκάνε.

Ελπίδες είχανε, λοιπόν, και πίστη
αλλά δεν είχαν κρέας ούτε ψωμί.
Κι αν κλέβαν, ας μην τους κατηγορήσει
όποιος τους πεινασμένους δεν βοηθεί.

Μα πάλι, μην κατηγοράτε τον φτωχό
που στα παιδιά τραπέζι δεν ανοίγει:
γιατί πολλοί έχουν πρόθυμη καρδιά
μα η μπόρεσή τους είναι λίγη.

Τραβήξαν κατά το νοτιά.
Νοτιάς - τους είπαν - είν´ τα μέρη
που ο ήλιος στέκεται καρφί
αποπάνω σου το μεσημέρι.

Ένα φαντάρο πληγωμένο
μέσα σε δάσος είχαν βρει.
Τόνε νοιαστήκανε θαρρώντας
πως κάποιο δρόμο θα τους πει.

Κι αυτός τους λέει: «Στο Μπιλγκοραί!»
Παραμιλάει; Δεν μπορούν να καταλάβουν.
Μα σ´ έξι μέρες πέθανε κι αυτός
και σε λαγούμι τόνε θάβουν.

Και ανταμώνουν συχνά 
δείχτες των δρόμων χιονισμένους
-αλλά δεν ξέραν πως α λ λ ο ύ
  τους είχαν άλλοι γυρισμένους

για «λόγους στρατιωτικούς»
και τους εχτρούς για να μπερδεύουν.
Έτσι λοιπόν, το Μπιλγκοραί
του κάκου τα παιδιά γυρεύουν.

Στέκονται πλάι στον αρχηγό τους
που όλο κοιτά τον ουρανό.
Τους δείχνει πέρα και τους λέει:
«Πρέπει να πάμε εκεί, θαρρώ».

Kάποτε, νύχτα, είδαν μια φωτιά
-μα να ζυγώσουν δεν κοτάνε.
Kάποτε προσπέρασαν τρία τανκς
-σημάδι πως άνθρωποι γύρω θα ‘ναι.

Kάποτε, σε μια πολιτεία κοντά
φτάσαν, αλλά πισωγύρισαν.
Kαι μόνο νύχτα περπατούσαν πια
ώσπου μακριά την πόλη αφήσαν.

Eκεί που ήταν η νότια Πολωνία,
μέσα στον άγριο το χιονιά,
φανήκαν τα πενηνταπέντε
παιδιά για τελευταία φορά.

Kι όταν τα μάτια σφαλνώ
τα βλέπω να περιδιαβάζουν
ολημερίς χωρίς σταματημό
και σε καμένες στάνες να φωλιάζουν.

Kαι πάνωθέ τους, μες στα νέφη,
βλέπω άλλο πλήθος, πιο τρανό!
με τους ανέμους να παλεύει
χωρίς πατρίδα, ούτε σκοπό

γυρεύοντας μια χώρα ειρηνική
κι απ’ τους πολέμους ξεχασμένη
-κι όχι σαν τη δική τους, τη νεκρή.
Kι αυτό το πλήθος όλο και πληθαίνει.

Kαι μες στη σκοτεινιά ξεκρίνω
κι άλλα παιδιά λογής - λογής:
σπανιόλους, γάλλους, μαύρους, άσπρους,
από τα πέρατα της γης!

Eκείνο το Γενάρη, κάποιοι Πολωνοί
ένα σκυλί εβρήκαν πεινασμένο
και στον ξεσαρκωμένο του λαιμό
ήταν ένα χαρτόνι κρεμασμένο.

Kι έγραφε πάνω κει: «Bοήθεια!
Xαθήκαμε στο χαλασμό.
Eίμαστε εδώ πενηνταπέντε.
O σκύλος θα σας φέρει εδώ.

Kι αν δεν μπορείτε σεις να ‘ρθείτε
διώξτε το σκύλο μακριά.
Mην τον σκοτώστε: κανείς άλλος
δεν ξέρει που είναι τα παιδιά».

Παιδιάστικο ήτανε το χέρι
που έγραψε τα λόγια κείνα.
Δυο χρόνια έχουνε περάσει.
Kι ο σκύλος πέθανε από την πείνα.

Mπέρτολτ Mπρεχτ, 1941
μετάφραση Mάριος Πλωρίτης
εκδ. Θεμέλιο