6 Σεπ 2014

Σεπτεμβριανά, του Θωμά Kοροβίνη από το «55»

Κάτι μαγειρευόταν από καιρό, κάτι ζυμωνόταν σε βάρος μας, που ημέρα με την μέρα φούσκωνε μέσα στα σπλάχνα του τουρκικού λαού. Ο Τύπος με τα πύρινα άρθρα του, το ραδιόφωνο με τις ανθελληνικές εκπομπές του, οι πολιτικοί με τις απειλητικές ρητορείες τους, οι μουεζίνηδες στα κηρύγματα και οι χοτζάδες στους μεντρεσέδες, ο καθένας απ’ το μετερίζι του έκανε την ανοιχτή προπαγάνδα του υπέρ μιας ελεύθερης τουρκικής Κύπρου, και την πιο συγκρατημένη υπέρ μιας Τουρκίας καθαρής και αμόλυντης, δίχως ξένους υπηκόους – αλίμονο, ξένοι εμείς! – και προπάντων χωρίς Ρωμιούς, υποδαυλίζοντας μιαν αδιάπτωτη φλόγα, που χρόνια, καθώς φαίνεται, σιγόκαιγε στο βάθος της ψυχής του πτωχού ιδίως Τούρκου, του νεήλυδος κατοίκου της Βασιλεύουσας, και ζωντάνευε το όνειρο να χαρούν την Κωνσταντινούπολη όπως την ήθελαν , να γίνει – «Ίνσαλλαχ» εύχονταν -  επιτέλους δική τους η Σταμπούλ, όταν πλέον τα μέγαρα, τα εστιατόρια, τα καταστήματα και τα βακούφια που ανήκαν στους Ρωμιούς – που όμως αυτοί ήταν που έδιναν και τον τόνο της ακμής της Πόλης-θα περνούσαν στα χέρια τους.
Ένα μήνα πριν είχαν προειδοποιήσει το Πατριαρχείο, στην διένεξη μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος για το Κυπριακό, να φροντίσει να εκφράσει φανερά τη στήριξή του υπέρ των τουρκικών απόψεων. Η παραμικρή ιδιωτική ή δημόσια φιλονικία ακόμη και για μηδαμινά, άσχετα και όχι πολιτικά ζητήματα, ανάμεσα σε Τούρκο και Ρωμιό μπορούσε σκοπίμως να προκαλέσει διαστρέβλωση και να οδηγήσει από πλευράς του πρώτου σε μηνυτήρια αναφορά περί δήθεν εξυβρίσεως του κράτους. Προκλήσεις δέχονταν καθημερινώς οι δικοί μας με το τίποτε, καθ’ οδόν, σε χώρες εργασίας, σε καφενεία, σε κέντρα διασκεδάσεως. Μέσα στον περίβολο του Πατριαρχείου, παρόλο που τον τελευταίο καιρό το φύλαγε ενισχυμένη φρουρά της αστυνομίας, έριχναν κάθε τόσο πέτρες, ενώ έσπασαν τα τζάμια Μεγάλης Σχολής, από την πίσω πλευρά, εκεί που βρίσκεται η εκκλησία του Μουχλιού. Εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, όπως η Χουριέτ, η Ντουνιά, η Ουλούς, η Γενί σαμπάχ, πρωτοστάτησαν σε ανθελληνικό οίστρο. Εκτόξευαν απροκάλυπτα ανυπόστατες κατηγορίες εναντίον της ομογένειας και προετοίμαζαν το έδαφος για τα Γεγονότα. Στη φανατική Τερτζουμάν δημοσιεύτηκε άρθρο στο οποίο το Φανάρι χαρακτηρίστηκε ως «ιστορικό κατάλοιπο του Βυζαντίου», ενώ ο δημοσιογράφος ζητούσε την εκδίωξή του από την Τουρκιά με το αιτιολογικό ότι αποτελεί «προγεφύρωμα μελλοντικών κινδύνων». Η Βατάν έγραψε ότι όχι μόνον η Κύπρος αλλά και η Δυτική Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου ήταν τουρκικά.

Το πλάνο δράσης ήταν πολύ έντεχνα μελετημένο στα σκοτεινά επιτελεία. Οι εμπνευστές των προγραφών ήταν καλά κρυμμένοι στα γραφεία τους. Οι πρωτοστατούντες αρχηγοί των ομάδων των Νεοτσετών ήταν έξυπνοι, ηγεμονικές φυσιογνωμίες, στολισμένοι στην πένα. Τα μπουλούκια της ποδηγετούμενης μάζας, οι συμμορίες των εξαθλιωμένων σατανάδων, αποτελούνταν επί το πλείστον από πρόσωπα ρακένδυτα και ελεεινά.
Κατευθύνονται με βία προς την κατηφόρα της λεωφόρου Ταρλαμπάσι. Περνούν τρέχοντας τη δεύτερη γέφυρα του Κερατίου, την Ατατούρκ κιοπρουσού. Φτάνουν στην αγορά του Ουν καπανί (αγορά αλεύρων), αντίκρυ από τη βυζαντινή μονή Παντοκράτορος, στην περιοχή Ζεϊρέκ μολά τζαμί είναι θαμμένοι Κομνηνοί και Παλαιολόγοι αυτοκράτορες, μπορεί να τραβούσαν και προς τα εκεί, να συλήσουν τους τάφους τους, να ξεσπάσουν.
Ανακατεύονται με μιαν άλλη οργισμένη τοπική ομάδα που τραγουδάει εθνικιστικούς ύμνους. Εδώ αρχηγός των διαδηλωτών είναι ένας αξιωματικός. Ξεχωρίζει γιατί επάνω στον πανικό άλλαξε τη στολή του με ρούχα ξέχασε να βγάλει το σακάκι του με τα διακριτικά. Κρατάει ένα μεγάλο χωνί στο δεξί χέρι. Φωνάζει με όλη του την ψυχή: «Ας χτυπήσουν για αντίποινα οι Έλληνες τους Τούρκους της Δυτικής Θράκης. Ας κάψουν ένα τζαμί στην Γκιουμπλουτζίνα (Κομοτηνή). Ας γκρεμίσουν έναν μιναρέ στο Ισκετζέ. Τότε να βάλω κι εγώ φωτιά στο Σκουτάρι, στον Γαλατά, να ρημάξω τις εκκλησίες τους. Οι οπαδοί του τον ακολουθούν. Το αίμα τους έχει ανάψει. Κραδαίνοντας ψηλά τα καδρόνια και τα κοντάρια τους αφήνουν πίσω τις ιαχές μισαλλοδοξίας: «Δεν θα μείνει χριστιανός απόψε σ’ αυτή την πόλη!»
Μα η διαταγή ήταν σαφής. Οι οργανωτές του καταχθόνιου σχεδίου ήθελαν όσο γίνεται λιγότερο αίμα. Για να είναι η πιθανή τιμωρία τους μικρότερη. Απαιτούν διασπορά τρόμου, συντριβή κειμηλίων, καταστροφή οικιών και περιουσιών.
Κάποιοι κόβουν απ’ το μπουλούκι, οργανώνονται στο άψε-σβήσε σαν σε τάγμα εφόδου, θαρρείς και περνούν βιαστικά από ένα φτωχικό δρομάκι. Οι μπουγάδες είναι απλωμένες σε σκοινιά από τη μια μεριά στην άλλη και στάζουν. Μια γριά χανούμισσα βγάζει τα χέρια της από το παράθυρο και φωνάζει επιτακτικά «μπεκλέιν»(περιμένετε). Κάποια νεότερη προσπαθεί να τη τραβήξει προς τα μέσα. Ο μπροστάρης του μπουλουκιού την ακούει. Η Τούρκισσα δείχνει με το δάχτυλο ένα διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο απέναντι απ’ το δικό της. Σταματούν. Χτυπούν με τα σφυριά την εξώπορτα. Την γκρεμίζουν. Ανεβαίνουν να το μαγαρίσουν. Είναι ένα σπίτι αρμένικο. Ένας μεσόκοπος και μια κοπέλα πηδούν βιαστικά, απεγνωσμένα, απ’ το μικρό μπαλκόνι στο λασπωμένο σοκάκι. Ο άντρας τσακίζει το πόδι του το δεξί. Η κοπέλα τα γόνατά της. Δεν μπορεί πια να σηκωθεί. Πρέπει να είναι πατέρας με κόρη.   Έσπασαν οι χριστιανοί τα ποδάρια τους για αν σωθούν και τώρα ποιος ξεύρει, μακάρι να γιάνουν, να μη μείνουν για πάντα ανάπηροι!
Ρημάζουν τώρα τα μαγαζάκια, τα μπακαλικάκια, τα ζαχαροπλαστεία, τα χασάπικα.
- Παλιάνθρωποι, φύγετε από ‘δω! Τι νιώθετε σεις από Πόλη; Η γενιά η δικά μου κατοικεί σ’αυτό τον τόπο από τριακόσια χρόνια πίσω! Δεν έχετε κανένα δικαίωμα να μας πειράξετε! Τους μαλώνει ένας παππούς που έχει το στραγαλοποιείο κοντά στο αγίασμα της Παναγιάς. Τον πιάνουν από τα πόδια και τον σαβουρντίζουν στις πλάκες του καλντεριμιού. Τον κλοτσούν και τον ποδοπατούν, τον παρατούν εκεί μισοπεθαμένο. Φεύγουν προς τα πάνω. Ανάβουν σουπιά ποτισμένα στην βενζίνη.
Φωτιά! Βλέπω πύρινες γλώσσες να ανεβαίνουν απέναντι, μέσα στη λαϊκή αγορά του Βεφά. Καίνε τη θαυματουργή Παντάνασσα, το ξακουστό της αγίασμα, το λαοπροσκύνητο. Τι κάνετε, μπρε αθεόφοβοι, αύριο εσείς θα έρχεστε να προσκυνάτε την χάρη της Μεριέμ ανά και να ζητάτε συγχώρεση! Τι όνειδος! Τι καταισχύνη!

Στην Παναγιά του Βεφά, σηκώνουν από το Ιερό τον Εσταυρωμένο και τον περιφέρουν στα πτωχικά και βρόμικα σοκάκια, μέχρι την παραλία του Κερατίου, τον χτυπούν λυσσασμένα με ξύλα και σίδερα, ρίχνουν επάνω τούβλα και κοτρόνες, ξεστομίζουν προστυχόλογα και πετούν από πίσω Του αναθέματα. Τραγουδούν ομοθυμαδούν, ουρλιάζουν μπουλουκηδόν. Τον τυρράνισαν ξανά τον Χριστό, οι ιερόσυλοι, δυο χιλιάδες χρόνια μετά. Αλλού πουθενά στον κόσμο δεν γένηκε, όμως εδώ, στην Πόλη, του Βυζαντίου, ξαναμαρτύρησε ο Θεάνθρωπος, στο νέο του Γολγοθά, δευτεροσταυρώθηκε ο Ιησούς, να τα ακούς και ο νους σου να φρίττει.
Έκαψαν, ρήμαξαν, ξεσπάθωσαν, χόρτασαν και τον δαίμονα της αρπαξιάς και της λαθροχειρίας κι ύστερα το ρίξανε στο τραγούδι. Σκορπίσανε παρέες παρέες και άρχισε το γλέντι. Έτριβαν τα χέρια τους και ξεκαρδισμένοι στα γέλια έλεγαν ο ένας στον άλλο: Ις μπιττί, ις μπιττί. Ύστερα θα πήγανε στα καπηλειά να τα πιούνε. Θα πήγανε στις χανούμισσές τους να το διασκεδάσουν και στο κρεβάτι.  Την ώρα που εμείς, τα κουρέλια της Ρωμιοσύνης, νιώθαμε απόβλητοι συνετριμμένοι, προδομένοι, βιασμένοι, μέσα στην ίδια μας την πατρίδα.
Σε ποια σκοτεινή κρυψώνα, σε ποιο αραχνιασμένο σπήλαιο να γεννήθηκαν τέτοια φίδια φαρμακερά! Δεν είναι κρυψώνα, ούτε σπηλιά. Ξεύρω! Η φιδομάνα που τα έφερε στον κόσμο και τα ανάθρεψε για να μας πνίξουν είναι το λεγόμενο «βαθύ κράτος». Μα που να εύρω το δρόμο, πού να εύρω τα όπλα να φτάσω στη φωλιά του; Το «βαθύ κράτος»! Δεν είναι που ρήμαξε την κοινότητά μας, δεν είναι που πότισε με δηλητήριο τις ψυχές τόσων ανθρώπων που μέχρι χθες μοιραζόμασταν την ίδια γη χωρίς φαβατισμούς, είναι που χαράκωσε βαθιά το όμορφο πρόσωπο της Πόλης μας, το σημάδεψε για πάντα και μας γύρισε στο Μεσαίωνα!
Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Σπαράζω μέσα μου. Μαζί με το γρήγορο καρδιοχτύπι αρχίζει η εφίδρωση και το τρέμουλο! Η ζάλη, ο πανικός! Όχι, δεν φοβούμαι. Ελπίζω να νταγιαντώ. Δικαιοσύνη ζητώ, δικαιοσύνη.


Θωμάς Κοροβίνης  « ’55»
εκδ. Άγρα

http://blogs.sch.gr/dstefanou/2014/09/05/σεπτεμβριανά-1955-αναμνήσεις-από-τον-εφι/