15 Σεπ 2014

«Φτωχός είναι όποιος φοβάται τη φτώχεια...» του Nίκου Kαζαντζάκη

Συχνά φέρνω στο νου μου τους γειτόνους μας και τις γειτόνισσες και τρομάζω· οι πιο πολλοί ήταν μεσοπάλαβοι, είχαν λόξες, και περνούσα γρήγορα γρήγορα απόξω από την πόρτα τους γιατί φοβόμουν. Είχε χαλάσει το μυαλό τους, πες γιατί ‘ταν ολοχρονίς ξεμοναχεμένοι στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους κι έβραζαν στο ζουμί τους· πες από το φόβο του Tούρκου, από την έγνοια για τη ζωή, για την τιμή και το βιός τους, που κάθε μέρα κιντύνευαν· άκουγαν κιόλας τους γέρους να στορούν για σφαγές και πολέμους, για τα μαρτύρια των χριστιανών, κι η τρίχα τους σηκώνουνταν· ένας να περνάει και να σταματάει απόξω από την πόρτα τους, πετιούνταν απάνω αλαλιασμένοι· και τη νύχτα πού να κοιμηθούν! με τα μάτια ανοιχτά, με τ’ αυτιά τεντωμένα, περίμεναν την ώρα την κακή, τη σίγουρη. (...)
Δεν μπορώ να θυμηθώ τους γειτόνους χωρίς να με πάρουν τα γέλια μαζί με τα κλάματα. Δε χύνουνταν τότε οι άνθρωποι στο ίδιο καλούπι, με την ντουζίνα, μα ο καθένας ήταν ένας κόσμος ξεχωριστός, είχε τις δικές του παραξενιές, αλλιώς γελούσε από τον άλλο, αλλιώς μιλούσε, κλειδώνουνταν στο σπίτι του, κρατούσε κρυμμένες από ντροπή ή από φόβο τις πιο κρυφές επιθυμίες του, κι οι επιθυμίες αυτές θέριευαν μέσα του και τον έπνιγαν, μα δε μιλούσε, κι η ζωή του έπαιρνε τραγική σοβαρότητα. Κι έπειτα ήταν κι η φτώχεια, και δεν έφτανε η φτώχεια, ήταν κι η περφάνια να μην το μάθει κανένας· και θρέφουνταν με ψωμί κι ελιές και βρούβες, για να μπορούν να μην βγαίνουν έξω με μπαλωμένα ρούχα. «Φτωχός είναι όποιος φοβάται τη φτώχεια, άκουσα κάποτε ένα γείτονα να λέει· εγώ δεν τη φοβούμαι».


Nίκος Kαζαντζάκης
Aναφορά στον Γκρέκο
Εκδ. Kαζαντζάκη