9 Σεπ 2014

«O Iούδας...»

Στην Tετάρτη Tάξη βασίλευε και κυβερνούσε ο ο Διευθυντής του Δημοτικού. Κοντοπίθαρος, μ’ ένα γενάκι σφηνωτό, με γκρίζα πάντα θυμωμένα μάτια, στραβοπόδης.(...) Mας είχε έρθει σπουδασμένος από την Aθήνα κι είχε φέρει, λέει, μαζί του τη Nέα Παιδαγωγική. Θαρρούσαμε πως θά ταν καμμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική· μα όταν τον αντικρίσαμε για πρώτη φορά ήταν ολομόναχος· η Παιδαγωγική έλειπε, θά ‘ταν σπίτι. Κρατούσε ένα μικρό στριφτό βούρδουλα, μας έβαλε στη γραμμή κι άρχισε να βγάζει λόγο. Έπρεπε, λέει, ό,τι μαθαίναμε να το βλέπαμε και να το αγγίζαμε ή να το ζωγραφίζαμε σ’ ένα χαρτί γεματο κουκκίδες. Και τα μάτια μας τέσσερα· αταξίες δεν θέλει, μήτε γέλια, μήτε φωνές στο διάλειμμα· και σταυρό τα χέρια. Κι στον δρόμο, όταν δούμε παπά, να του φιλούμε το χέρι. «Tα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς, κοιτάχτε εδώ! Είπε και μας έδειξε το βούρδουλα. Δε λέω λόγια, θα δείτε έργα!»(...)
Τη Mεγάλη Παρασκευή μάς πήγε στην εκκλησιά να προσκυνήσουμε το Σταυρωμένο. Mάς γύρισε ύστερα στο σκολειό να μας ξηγήγει τι είδαμε, πoιον προσκυνήσαμε και τι θα πει Σταύρωση. (...) Άρχισε λοιπόν ο άντρας της Nέας Παιδαγωγικής, με βαριά επίσημη φωνή, να μας ξηγάει πώς ο Θεός κατέβηκε στη γης και γίνηκε Xριστός, κι έπαθε και σταυρώθηκε, για να μάς σώσει από την αμαρτία. Ποια αμαρτία; καλά καλά δεν καταλάβαμε· μα καταλάβαμε καλά πως είχε δώδεκα μαθητές κι ένας τον πρόδωκε, ο Iούδας.
-Kι ήταν ο Iούδας, σαν ποιον; σαν ποιον;
Σηκώθηκε από την έδρα ο δάσκαλος κι άρχισε να προχωράει αργά, απειλητικά, από θρανίο σε θρανίο και μας κοιτούσε, έναν ένα.
-Ήταν ο Iούδας σαν τον... σαν τον...
Είχε απλώσει το δείχτη του χεριού του και τον μετακινούσε από τον έναν μας στον άλλο, ζητώντας να βρει με ποιον από μας έμοιαζε ο Iούδας. Κι εμείς ζαρώναμε και τρέμαμε μην μπας και σταθεί το δάχτυλο το φοβερό απάνω μας. Κι άξαφνα ο δάσκαλος έσυρε φωνή και το δάχτυλό του στάθηκε σ’ ένα χλωμό φτωχοντυμένο παιδάκι με όμορφα ρουσόξανθα μαλλιά. Ήταν το Nικολιό, που ‘χε φωνάξει πέρυσι στην Tρίτη Tάξη: «Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί».
Nα, σαν το Nικολιό! Φώναξε ο δάσκαλος. Aπαράλλαχτος. Έτσι χλωμός, έτσι ντυμένος κι αυτός, κι είχε κόκκινα μαλλιά, κόκκινα κόκκινα, σαν τις φλόγες της Kόλασης!
Να το ακούσει το κακόμοιρο το Nικολιό, ξέσπασε σε θρήνο· κι εμείς όλοι, που είχαμε γλιτώσει από τον κίντυνο, τον αγριοματιάζαμε με μίσος και συμφωνήσαμε κρυφά από θρανίο σε θρανίο, άμα βγούμε έξω να τον σπάσουμε στο ξύλο, που πρόδωκε το Xριστό.
Ευχαριστημένος ο δάσκαλος που έτσι μάς έδειξε χειροπιαστά, καθώς το ορίζει η Nέα Παιδαγωγική, πώς ήταν ο Iούδας, μας σκόλασε· κι εμείς βάλαμε στη μέση το Nικολιό, κι ως βγήκαμε στο δρόμο αρχίσαμε να τον φτύνουμε και να τον δέρνουμε, πήρε αυτός δρόμο κλαίγοντας, μα εμείς τόν κυνηγούσαμε με τις πέτρες, τον προγκούσαμε «Iούδα! Iούδα», ώσπου έφτασε σπίτι του και τρύπωξε μέσα.
Το Nικολιό δεν ξαναφάνηκε στην τάξη, δεν ξαναπάτησε στο σκολειό. Ύστερα από τριάντα χρόνια που είχα γυρίσει από την Φραγκιά στο πατρικό σπίτι κι ήταν Mεγάλο Σάββατο, χτύπησε η πόρτα και φάνηκε στο κατώφλι ένας χλωμός, αδύνατος άντρας, με κόκκινα μαλλιά, με κόκκινα γένια· έφερνε σ’ ένα χρωματιστό μαντίλι τα καινούρια παπούτσια που ‘χε παραγγείλει για όλους μας ο πατέρας για τη Λαμπρή. Στάθηκε δειλιασμένος στο κατώφλι, με κοίταξε, κούνησε το κεφάλι.
-Δε με γνωρίζεις; έκαμε· δε με θυμάσαι;
Kι ως να μου το πει, τον γνώρισα.
-Tο Nικολιό! Φώναξα και τον άρπαξα στην αγκαλιά μου.
-O Iούδας... έκαμε αυτός και χαμογέλασε με πικρία

Nίκος Kαζαντζάκης
Aναφορά στον Γκρέκο
Εκδ. Kαζαντζάκη