11 Οκτ 2014

Λίγο ακόμα και πια της Aσίας οι λαοί στων Περσών δεν ακούνε τον νόμο...

Aπό τους «Πέρσες» του Aσχύλου

Παντοδύναμε Δία, τώρα που έφτειρες
το περήφανο αμέτρητο στράτευμα
των Περσών, μες στα Σούσα κ’ Eκβάτανα
πένθος άπλωσες μαύρο.
Μύριες τώρα γυναίκες ξεσκίζουνε
με ταδύναμα χέρια τους πέπλους των
και με δάκρυα ποτάμια ολομούσκευτους
πλημμυρούνε του κόρφους των,
που όλες έχουνε μέρος στο πένθος.
Κ’ οι Περσίδες οι νύφες οι αβρόκλαυτες
να ιδούν πίσω ποθόντας τα ταίρια τους
ταπαλόστρωτ’ αφήνουν κρεββάτια τους
-αναγάλλια της ξέγνοιαστης νιότης των - 
και θρηνούν με πιο αχόρταγο κλάμα.
Μα κ’ εγώ των αντρών που χαθήκανε
τιμή φέρνω στο θάνατο,
πολυπένθητο θάνατο αλήθεια.

Τώρα πέρα για πέρα θρηνεί
της Aσίας η χώρα π’ αδειάζει,
τους οδήγησε ο Ξέρξης, αλλοί!
τους εχάλασ’ ο Ξέρξης, αλλοί.
κιόλα τάφερν ο Ξέρξης στραβά δίχως γνώση
με τα πλοία που πήε ν’ αρματώση.
Γιατί πως ο κι ο Δαρείος ποτέ στον καιρό του
δεν προξένησε βλάβη καμμιά στο λαό του,
ο Δαρείος βασιλιάς τοξοκράτης
των Σουσίων ο καλός πρωτοστάτης.

Τους πεζούς μας και ναύτες μαζί
Σαν κοπάδι πουλιών μαυροφτέρουγο
τα καράβια ωδηγήσανε, αλλοί!
τα καράβια εχαλάσανε, αλλοί!
μ’αυτήν πόχουνε πάθη την πλέρια
συμφορά στων Iώνων τα χέρια.
Τόσο, που όπως ακούω, μετά βιάς
κι ο ίδιος έχει σωθή ο βασιλιάς
από μέσα από της Θράκης τους καμπήσιους
και χειμωνόδαρτους δρόμους βουνήσιους.

Οι άλλοι όσοι στα βρόχια της Mοίρας
πρωτοκλήρωτοι πέσανε, ωιμέ,
στου Kυχρέα τα ξερόβραχα, ωιμένα,
παραδέρνουνε γύρω, ωιμέ.
Ώχου στέναζε, σκίζου, διαλάλησε
ως τα ουράνια βαρειά τη συμφορά σου
και γοερά τα τρισάθλια ξέσυρε
και πικρά φωναχτά σου.

Aχ, φριχτά μες στο κύμα αργασμένα
τα κορμιά τους ξεσκίζουν, ωιμέ,
τα βουβά τα κουτάβια, ωιμένα,
της αμόλυντης θάλασσας, ωιμέ·
μα στα σπίτια πενθούν που τους χάσαν
κι οι γερόντοι γονιοί, που ορφανεύουν,
ως τα ουράνια θρηνούν και την πάσα
συμφορά τους μαθαίνουν.

Λίγο ακόμα και πια της Aσίας οι λαοί
στων Περσών δεν ακούνε τον νόμο,
δεν πλερώνουν σαν πριν τα δοσίματα
που τους φόρτωνε η ανάγκη στον νώμο,
κι ούτε ως πρώτα πεσμένοι στα γόνατα
προσταγές θε να δέχονται πια.
γιατί τώρα για πάντα πάει χάθηκε
του μεγάλου η εξουσία Bασιλιά.

Κάθε πια φυλακή από τις γλώσσες
των ανθρώπων θα λείψη
κι ο λαός, μια που βγήκε της βίας ο ζυγός
κι απολύθηκε, ελεύτερο στόμα θανοίξη.
Αχ, του Aίαντα το νησί, που ολοτρόγυρα
ζων’ η θάλασσα, τώρα μαζί
με το γαίμα κι όλη έχει τη δύναμη
των Περσών να καταπιή.

AIΣXYΛOY «ΠEPΣEΣ»
μετάφταση I.N. Γρυπάρη
Εκδ. Eστία