9 Νοε 2014

Τα σχολεία μου...

Τα ερεθίσματα για το παρακάτω κείμενο τρία. Το πρώτο χρονικά ήρθε από ένα φίλο συνάδελφο που μπορεί να διαφωνώ σε πολλά αλλά θεωρώ απαραίτητο να τον ακούω ακόμα κι όταν οι απόψεις του με οδηγούν να συμφωνώ με τα αντίθετα από αυτά που λέει. Είναι από αυτούς που με κάνουν να σκέφτομαι. Σε μια ομήγυρη συναδέλφων ισχυρίστηκε ότι ο καθένας θεωρεί ότι τα χρόνια του, και μάλιστα τα σχολικά, είναι τα καλύτερα. Ακόμη και αν κάποιος ταλαιπωρήθηκε από περιπέτειες, δυσκολίες, τραγωδίες, όταν περάσουν τα χρόνια του θα ισχυρίζεται ότι «παλιά ήταν καλύτερα...». Το δεύτερο ερέθισμα είναι οι καταλήψεις των σχολείων από «αγωνιζόμενους μαθητές». Το τρίτο έρχεται από ένα σχόλιο άλλου φίλου δασκάλου στο Facebook περί «διασφάλισης ισότιμων υψηλών εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων σε όλα τα παιδιά...».
Το δημοτικό σχολείο στο οποίο με έγραψαν οι γονείς ήταν ένα λυόμενο από αμίαντο κτήριο σε μια κυρίως εργατική συνοικία της Θεσσαλονίκης. Εννοείται ότι το σχολείο λειτουργούσε διπλοβάρδια, πρωί - απόγευμα. Θυμάμαι ότι εξαιτίας της κατασκευής του κτιρίου είναι σαφές ότι τον χειμώνα παγώναμε και το καλοκαίρι ιδρώναμε από τη ζέστη. Αλλά τελικά αυτό δεν ήταν το χειρότερο. Μια σκληρή ανάμνηση από τα «παλιά και καλά» χρόνια έρχεται από τη χρονιά του νηπιαγωγείου όταν η νηπιαγωγός μου κάτω από μια ομολογουμένως ατυχή ζωγραφιά μου με θέμα τα φθινοπωρινά φρούτα θεώρησε χρήσιμο να γράψει κάτω από το «έργο» μου ότι παρουσίαζα (όχι με αυτά τα λόγια αλλά με δικά της) μια κρίσιμη και μάλλον μη αναστρέψιμη καθυστέρηση... Μπορεί κάποιος να φανταστεί τί συνέβη στο σπίτι όταν οι γονείς μου είδαν την ζωγραφιά με τα γραπτά σχόλια της νηπιαγωγού· όταν δε η είδηση της κατάστασης του νηπίου έφτασε και στα άλλα παιδιά της τάξης τότε μάλλον αφέθηκα στην διακριτική καλοσύνη τους. Οι γονείς μου πάσχιζαν να μου μάθουν τα φθινοπωρινά φρούτα και μάλιστα να τα ζωγραφίζω ως απόδειξη ότι «το παιδί είναι φυσιολογικό». Εγώ από την άλλη δεν κατάλαβα τίποτα και δεν είδα ούτε έδειξα ποτέ με καμάρι καμιά ζωγραφιά στους γονείς μου. Στο τέλος αλλάξαμε νηπιαγωγό· στα γράμματα κάτι καταφέραμε, να ζωγραφίζω και μάλιστα τα φθινοπωρινά φρούτα δεν τα κατάφερα ποτέ και η ζωή φαίνεται το ίδιο γλυκιά.
Το υπόλοιπο δημοτικό πέρασε χωρίς να καταλάβω τίποτα. Θυμάμαι όμως ότι έμαθα να διαβάζω, να γράφω και να μετράω. Θυμάμαι τις δασκάλες και τους δασκάλους να μας δείχουν για παράδειγμα μια φορά την πρόσθεση στην ώρα του μαθήματος και οπωσδήποτε τους θυμάμαι να βάζουν άλλες είκοσι προσθέσεις για το σπίτι... Τελικά έμαθα και πρόσθεση και αφαίρεση και πολλαπλασιασμό και διαίρεση. Έμαθα και να διαβάζω καλά και να γράφω καλά. Έφτασα στο σημείο οι δάσκαλοι να διαβάζουν τα «διαγωνίσματά» μου στα άλλα παιδιά. Μόνο που όλα αυτά τα έμαθα στο σπίτι μου με δασκάλα τη μάνα μου και μάλιστα στα τρία πρώτα χρόνια. Στα άλλα τρία έκανα αυτό που λένε «συντήρηση». Στο δημοτικό σχολείο κανείς δεν μου έμαθε την αξία του μαθήματος, δεν χρειάστηκε ποτέ να προσέχω στο μάθημα για να μάθω - παρά μόνο για να σημειώνω τι θα έχουμε για την επόμενη μέρα - δεν διάβασα ποτέ μετά από παρότρυνση των δασκάλων ούτε ένα βιβλίο εκτός από εκείνα τα σχολικά που τα παπαγάλιζα σελίδα σελίδα για μια ημέρα και τελικά δεν έμενε τίποτα. Το δημοτικό δεν μου δίδαξε τον σεβασμό. Και θυμάμαι την καζούρα που ένα παιδί υπέστη από το σύνολο των αγοριών, ίσως όχι από εμένα, εξαιτίας της δήθεν «ιδιαίτερης» συμπεριφοράς του. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν και πώς το αντιμετώπισαν οι δασκάλες και οι δάσκαλοι, ξέρω όμως ότι σε εκείνο το διάλειμμα έκλαιγε μόνος και ότι τελικά έγινε ένας πολύ καλός νομικός.
Μετά ακολούθησε το γυμνάσιο. Η εφηβεία. Το ξεπέταγμα.. Το νεύρο. Η ενέργεια. Αν στο δημοτικό μάς είχαν ανυποψίαστους στα κλουβιά αμιάντου στο γυμνάσιο το σχολείο μας στεγαζόταν σε μια πολυκατοικία που κάποιος δημόσιος φορέας νοίκιαζε από κάποιον ιδιώτη. Όταν γράφω πολυκατοικία, εννοώ πολυκατοικία. Ήταν μια οικοδομή που έτυχε να διαθέτει διαμερίσματα που ρίχνοντας τους μεσότοιχους έπαιρναν την μορφή σχολικής τάξης. Τα παράθυρα παλιά, μεγάλα, σιδερένια. Όταν φυσούσε, σφύριζαν. Όταν άνοιγαν, δεν ήσουν σίγουρος ότι θα κλείσουν... Η θέρμανση σε κάθε τάξη ήταν μια σόμπα πετρελαίου και στον βαρύ χειμώνα που μας έτυχε καθόμασταν εκ περιτροπής ανά δύο από πάνω για να μην ξυλιάσουμε. Η αυλή ήταν το υπόλοιπο του οικοπέδου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το αρκετά μεγάλο ντόπερμαν του γείτονα να πηδάει μέσα στην αυλή και να καταστρέφει κάθε νοθρή προσπάθεια ομαδικής σχολικής προσευχής. Και πάλι όμως η κτιριακή κατάσταση δεν ήταν το χειρότερο. Από αυτά τα τρία χρόνια το μόνο που θυμάμαι ως θετικό ήταν η αποβολή που μ’ έριξε ο διευθυντής επειδή έπαιζα ξύλο μ’ έναν άλλο στις σκάλες της οικοδομής. Αν και τότε το θεώρησα άδικο, τελικά μετά από χρόνια δικαιολόγησα πλήρως την ποινή. Κατά τα άλλα,  μαθησιακά συνέχισε αυτή η άσκοπη ταλαιπωρία της παπαγαλίας την οποία μάς την επέβαλαν καθηγητές που διεκπαιρέωναν το μάθημα παρά δίδασκαν. Όμως καθότι ο δήμος εργατικός και τότε αριστερός προετοιμαζόμασταν για την μεγάλη εξόρμηση του λυκείου. Ό,τι ακουγόταν αριστερό παρουσιαζόταν ως απαραίτητο. Δεν γιορτάσαμε ποτέ την 26η Oκτωβρίου ως μέρα απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Το τετραήμερο ήταν πολύ δυνατό για να θυμηθούν κάποιοι τις υποχρεώσεις τους. Δεν ασχοληθήκαμε ποτέ ιδιαίτερα με την 25η Mαρτίου. Για την 28η Oκτωβρίου το θέμα μας ήταν πώς νικήσαμε τον φασισμό, ούτε καν ο αρχηγός του κράτους δεν αναφερόταν. Εκεί όμως που το σχολείο και ο δήμος γιόρταζε πραγματικά ήταν η επέτειος του Πολυτεχνείου. Μάθαμε όλα τα υπέροχα μελοποιημένα κομμάτια του «Άξιον Eστί», όχι ως ένα ποίημα που γράφτηκε για τον αγώνα του ’40 αλλά ως αριστερά εμβατήρια. Μέχρι και το κινηματοθέατρο του δήμου δινόταν για κάποια ομιλία και κυρίως για την ανάπτυξη του φρονήματος. Και πάλι κανείς δεν μου είπε να διαβάσω κάποιο βιβλίο από τα πολλά που πλέον θα μπορούσα. Το διάβασμα, το καλό διάβασμα είχε απαγορευτεί στην εκπαίδευση. Εδώ έμαθα και τον όρο «εκπαιδευτικός περίπατος». Ήταν η νόμιμη και θεσμοθετημένη κοπάνα διδασκόντων και διδασκομένων. Στο άθλιο πάρκο ή σε κάποια γήπεδα παίζαμε ποδόσφαιρο αντί να κάνουμε μάθημα. Οι εκδρομές μάλιστα προγραμματίζονταν μετά από την λαϊκή απαίτηση των μαθητών. Το ίδιο συνέβαινε και στο δημοτικό. Μια εξήγηση που μου έδωσε τότε κάποιος μαθηματικός ήταν  ότι «εκδράμαμε» στο διπλανό πάρκο «για να χαλαρώσουμε, να παίξουμε και να γνωριστούμε καλύτερα». Δεν θυμάμαι να πήγαμε σε κάποιο μουσείο. Μάλλον πήγαμε· εγώ δεν το θυμάμαι προφανώς γιατί κανείς δεν ξενάγησε. Άρα είναι σαν να μην πήγαμε.
Και φτάνω στην αποθέωση της δημόσιας παιδείας των σχολικών μου χρόνων. Εκεί στο μεγάλο σχολείο της ζωής. Στον ναό της γνώσης. Στο Λύκειό μας. Δυστυχώς για την παιδεία μας ήταν «η ώρα των αγώνων». Το σχολείο μας αυτή τη χρονιά στεγαζόταν σ’ ένα ολοκαίνουριο εντυπωσιακό κτήριο. Υπήρχε και χημείο αλλά δεν άνοιξε ποτέ. Υπήρχε και αίθουσα τελετών αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ. Μάλιστα την πρώτη χρονιά που μπήκαμε μέσα δεν γνωρίζαμε ότι πρέπει ίσως να σεβαστούμε την νέα αυτή υποδομή και τελικά για κάποιο λόγο το βάλαμε φωτιά. Το μόνο που κάναμε συνεχώς ήταν να παπαγαλίζουμε το μάθημα της επόμενης ημέρας χωρίς να είναι απαραίτητο να το καταλαβαίνουμε κιόλας. Οι καθηγητές άλλοι κουρασμένοι, άλλοι αδιάφοροι, όλοι αδύναμοι να κάνουν ένα άλμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Μερικές φωτεινές εξαιρέσεις υπήρχαν. Αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά. Τα δε γραφεία των καθηγητών από το γυμνάσιο ακόμα θύμιζαν καφέ σε ώρα αιχμής. Από τον καπνό και τα τσιγάρα μάς έπιανε βήχας. Ήταν μια καθηγήτρια δε που όταν τέθηκε το θέμα της απαγόρευσης του καπνίσματος μίλησε για φασισμό. Κάπως έτσι και το πίσω μέρος του σχολείου έγινε το ανεπίσημο καπνιστήριο για τους μαθητές. Εμείς το ξέραμε και δεν μιλούσαμε, οι καθηγητές το ήξεραν αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει να το δει κιόλας..., συνεπώς όλα καλά. Στα δε πλαίσια της τελευταίας πενθήμερης εκδρομής - που όλοι με τα καλά ελληνικά μας τη λέγαμε «πενταήμερη»- και, που τελικά ήταν επταήμερη, η πρώτη αγορά ήταν τσιγάρα στα καταστήματα πώλησης αφορολόγητων. Εκεί που όμως όλα γκρεμίστηκαν ήταν οι «μαθητικοί αγώνες» εναντίον της κυβέρνησης. Οι καταλήψεις. Με περηφάνεια ξεκινούσαμε δεύτεροι και τελειώναμε προτελευταίοι. Τρίμηνο ολόκληρο χάθηκε χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς τον λόγο της αναταραχής. Εκεί το κοινωνικό και πολιτικό δεδομένο της περιοχής ήταν καταλυτικό. Οι γονείς άφηναν αναξέλεγκτα τα παιδιά τους να κλείνονται σε ένα σχολείο το οποίο μόνο σχολείο δεν θύμιζε. Ο δήμος που τον προηγούμενο καιρό δεν έφερνε πετρέλαιο για τα καλοριφέρ επέβαλε την 24ωρη λειτουργία τους. Φτάσαμε στο σημείο να μοιράζεται φαγητό από γονείς και φορείς, κυρίως τυρόπιτες, ως ενθάρρυνση των μαθητών στον «αγώνα τους». Το σχολείο είχε μετατραπεί σε ένα επίσημο μπάχαλο. Οι καθηγητές αδύναμοι να αντιδράσουν, κάποιοι δεν ήθελαν κιόλας, έρχονταν το πρωί και έφευγαν μετά από δέκα λεπτά. Οι διευθυντές αδύναμοι μπροστά σ’ αυτή τη κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Εκεί χάθηκε ο σεβασμός πρώτα απ’ όλα στον θεσμό του σχολείου. Δεν νιώσαμε ποτέ την «ιερότητα» του χώρου. Εκεί χάθηκε ο σεβασμός στον δάσκαλο. Δεν φαινόμασταν μαθητές. Επίσης αυτή τη φορά είχα χρόνο να διαβάσω κάποιο βιβλίο, όχι ότι μου το πρότεινε κάποιος,  έξω από τα σχολικά καθώς ένα τρίμηνο καθόμασταν και γυρνούσαμε από καφέ σε καφέ.
Οι «κοπάνες» φυσικά είναι θεσμός στο σχολείο αφού υπάρχει ακόμα η άνεση των «αδικαιολόγητων απουσιών». Μπορούσαμε να λείπουμε κάνοντας βόλτες αλλά όχι πολύ...!
Κάπως έτσι έφτασα στην τελευταία τάξη. Από σχετικά καλός μαθητής στην τάξη βρέθηκα να είμαι τελευταίος στο φροντιστήριο που με έγραψαν οι γονείς μου. Δεν καταλάβαινα γιατί, οι γονείς μου δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί, το σχολείο δεν μπορούσαν να αλλάξουν, άρα πίεζαν εμένα.
Το πρωί - μεσημέρι υπήρχε σε όλα τα σχολικά χρόνια. Ξεκινούσα στις μιάμιση για να πάω στο σχολείο όπου δεν μάθαινα τίποτα. Στις επτά το απόγευμα κατευθείαν από το σχολείο έπαιρνα το αστικό λεωφορείο για να πάω στο φροντιστήριο όπου τελείωνα στις ένδεκα το βράδυ. Πίσω στο σπίτι γυρνούσα γύρω στα μεσάνυχτα. Μάλιστα έπρεπε να ετοιμαστώ για την επόμενη μέρα. Πού χρόνος για ποιοτικό διάβασμα...! Όταν ήμουν πρωινός η μέρα κοβόταν στα δύο. Ο χρόνος για διάβασμα ήταν ακόμη λιγότερος. Σε όλη την χρονιά είχα την αίσθηση ότι υστερούσα και δεν μπορούσα να το πω και σε κανένα.
Δεν έγραψα για τις κοινωνικές συνθήκες που όρισαν πολλά από αυτά που συνέβαιναν εκεί. Και αυτό γιατί πιστεύω ότι όποιες και να είναι οι δυσκολίες σε κάθε περιοχή το σχολείο πρέπει να είναι σαν το διαμάντι που λάμπει ακόμα και σ’ ένα βούρκο. Πάντως μια από τις αναμνήσεις που δεν έχω ξεχάσει ποτέ είναι όταν ο φτωχός πλην φιλότιμος πατέρας ζητούσε παρακαλώντας την αναβολή πληρωμής των διδάκτρων στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών που πήγαινε το παιδί του. Θυμάμαι την συστολή του, την ντροπή του αλλά και την αξιοπρέπεια με την οποία προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την άβολη γι’ αυτόν θέση. 
Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι υπερβολή. Μάλιστα έχω σκόπιμα παραλείψει και πολλά. Θαρρείς πώς όλη η κοινωνία είχε συμφωνήσει για την προοπτική μας. Αναρωτιέμαι πόσα περισσότερα παιδιά θα είχαν την ευκαιρία να αναδείξουν το ταλέντο τους, ή να σπουδάσουν, αν κάποτε κάποιο σχολείο τούς έδειχνε τον δρόμο, αν τους έβαζε κάποια όρια, αν μας έκανε πιο φιλόδοξους, πιο δημιουργικούς, μάς μάθαινε πώς να μαθαίνουμε. Οι ίσες ευκαιρίες λοιπόν δεν υπήρχαν. H «διασφάλιση ισότιμων υψηλών εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων σε όλα τα παιδιά» πήγε περίπατο από τα νήπια ακόμα και τα σχολικά μου χρόνια δεν τα προτείνω στη σημερινή γενιά.


ΓΚ