6 Νοε 2014

O Γιώργος Θεοτοκάς για την εαμική ιδεολογία και τον διχασμό της δεκαετίας του 1940

H επίθεση των Iταλών της 28ης Oκτωβρίου 1940 ξύπνησε, μέσα στο ελληνικό σύνολο, μια δύναμη πολύ βαθιά και ισχυρή, που είχε αποκοιμηθεί αρκετά χρόνια και σχεδόν λησμονηθεί: ένα μαχητικό, ακατάβλητο ένστικτο εθνικής αυτοσυντήρησης...
H θαυμαστή αυτή και ζωογόνα δύναμη εθνικής ενότητας επικράτησε στην Eλλάδα ίσως δυόμισυ χρόνια, από την κήρυξη του πολέμου ως ορισμένες θολές ημέρες του 1943, όπου άρχισαν να διαφαίνονται τα πρώτα συμπτώματα του νέου διχασμού ανάμεσα στο EAM και σε καθετί που δεν ήθελε να προσχωρήσει στο EAM. 
Ο σκοπός και ο μηχανισμός των «εθνικών απελευθερωτικών» οργανώσεων αυτού του τύπου, κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, είναι σήμερα πράματα γνωστά, ιστορικά εξακριβωμένα. Καθώς είναι επίσης γνωστό το που κατέληξαν τα διάφορα EAM της Aνατολικής Eυρώπης και με ποιον τρόπο, μετά την κατάληψη της εξουσίας, τα κομμουνιστικά κόμματα, σιγά-σιγά, εξετόπισαν και συχνά εξόντωσαν τους ποικίλους εαμικούς συνεργάτες τους για να εγκαταστήσουν το δικό τους απολυταρχικό καθεστώς.
Τότε όμως, μέσα στη φρίκη και την απόγνωση της κατοχής, το EAM, με την αληθινά εξαίρετη οργανωτική του ικανότητα και τον αναμφισβήτητο ηρωισμό των σκληρών πυρήνων του, παρουσιάστηκε στα μάτια του ελληνικού λαού σαν συνεχιστής του πνεύματος της ενότητας και της αυτοθυσίας του 1940 και συνάμα σαν πρωτοπόρος μιας γνήσιας εθνικής αναγέννησης.
Έγινε, στα χρόνια της κατοχής και αμέσως ύστερα, μια εντατική προσπάθεια για να διατυπωθεί, κατά κάποιον τρόπο, μια «εαμική ιδεολογία» που να κατακτήσει ψυχικά την πλειοψηφία του έθνους, γράφτηκαν πολλά κείμενα με το πνεύμα αυτό, χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυσή του και αρκετά πνευματικά μας κεφάλαια του παρελθόντος: ο Pήγας Φεραίος, ο Mακρυγιάννης, ο Σολωμός, ο Παλαμάς και άλλοι. Το αποτέλεσμα ήταν θνησιγενές, γιατί έπασχε από πνευματική ασυνέχεια και αγεφύρωτες εσωτερικές αντινομίες. Προσπαθούσε επιφανειακά να συνταυτίσει πράματα βασικά ασυμβίβαστα: τον άκρατο εθνικισμό μας των αρχών του 19ου αιώνα με την μαρξιστική διαλεκτική, και την παράδοση της δημοκρατικής ελευθερίας με τις δικτατορικές πραγματικότητες του σοβιετικού συνασπισμού, του οποίου τελικά υπηρετούσε τη στρατηγική.
Η εαμική ιδεολογική απόπειρα έλαμψε για λίγο και παρέσυρε μάζες συναισθηματικές και καλόπιστες, αλλά γρήγορα διαλύθηκε, μέσα στα αίματα και στους καπνούς των εμφύλιων αγώνων, και άφησε αμέτρητους ανθρώπους, που είχαν πιστέψει σ’ αυτήν, χωρίς έρμα και χωρίς πίστη, μ’ ένα καινούριο τραύμα στην ψυχή. Η ορμή όμως του EAM και η αξίωσή του να μονοπωλήσει τον εθνικό αγώνα καθώς, αργότερα, και οι απροκάλυπτες ένοπλες επιθέσεις του για την κατάληψη της εξουσίας προκάλεσαν αντιστάσεις που πλαισιώθηκαν, στο τέλος, από την πιο αδιάλλακτη δεξιά.
Ξαναβγήκαν τότε στη επιφάνεια οι πιο συντηρητικές και αντιδραστικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, έθεσαν το Kράτος υπό τον έλεγχό τους, καταδίκασαν κάθε φιλελεύθερη και προοδευτική ιδεολογική τάση ως ύποπτη και επικίνδυνη, και πήραν την πρωτοβουλία εναντίον της άκρας αριστεράς.
Η εποχή της απελευθέρωσης και του συμμοριτοπολέμου είναι μια από τις πιο νοσηρές της Iστορίας μας, εποχή τυφλού φανατισμού των άκρων και από τις δυο μεριές, βίας και σκληρότητας χωρίς προφάσεις και περιορισμούς. Στην περίοδο αυτή, που παρατάθηκε ως τα 1950, η μόνη αξιομνημόνευτη ιδεολογική μας ζωή είταν η σχεδόν απελπισμένη που έκαμαν μερικοί ανεξάρτητοι διανοοούμενοι και μερικές γενναίες δημοσιογραφικές στήλες για να περισώσουν κάτι από την παράδοση της ελευθερίας και του ανθρωπισμού.
Ουδέτερος δεν είταν και δεν μπορούσε να είναι κανείς, σε τέτοιες ώρες. Όλοι όσοι δεν είχαμε προσχωρήσει στο ένοπλο κίνημα της άκρας αριστεράς, πιστεύαμε ότι πρέπει να γίνει αγώνας για να κρατηθεί η Eλλάδα έξω από το Σιδερένιο Παραπέτασμα, όπως και κρατήθηκε τελικά. Το ζήτημα όμως είταν να διατηρήσουμε, μέσα στην καταιγίδα, όσο είταν κατορθωτό, τα δικαιώματα του πνεύματος, το σεβασμό του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, το αίσθημα της δικαιοσύνης και τις δυνατότητες της κοινωνικής προόδου για το μέλλον.
Όσοι μιλούν μια τέτοια γλώσσα σε εποχές όπου ξεσπούν  και συγκρούονται οι φανατισμοί και τα εμφύλια μίση, δεν πρέπει βέβαια να περιμένουν πώς θα βρουν τριγύρω τους κατανόηση και επιδοκιμασίες. Έτσι και εκείνοι που έλαβαν τότε αυτήν την πνευματική στάση, βρέθηκαν γρήγορα ανάμεσα σε δύο πυρά, κατηγορούμενοι ταυτόχρονα ως κρυπτοκομμουνιστές από τη μια μεριά και ως μοναρχοφασίστες από την άλλη και, οπωσδήποτε, ως «προδότες» και από τις δυο πλευρές, γιατί και οι δυο είχαν την απαίτηση να θεωρούνται ότι εξέφραζαν αποκλειστικά το αυθεντικό πνεύμα του ελληνικού εθνισμού. Απρόβλητοι, παρεξηγημένοι, διασυρόμενοι και προπηλακιζόμενοι κράτησαν, ωστόσο, οι ανεξάρτητοι αυτοί, μερικές μικρές εστίες ελεύθερου πνεύματος μέσα στον πάταγο της δημαγωγίας.
Δεν ξέρω αν ο ρόλος τους είχε καμιάν ευρύτερη απήχηση - πιθανό να μην είχε. Βοήθησαν όμως, νομίζω, με την εμμονή τους σε ορισμένες αξίες, μερικούς νέους να ξαναβρούν το νήμα της πνευματικής ζωής, που πολλές φορές κινδύνευσε να χαθεί μέσα στα σκοτάδια της (μεταξικής) δικτατορίας, της κατοχής, των κομμουνιστικών «γύρων» και των βίαιων αντιδράσεων της δεξιάς.

Γιώργος Θεοτοκάς

H ιδεολογική κρίση της εποχής μας, 1958