25 Δεκ 2014

Η Γέννηση του Χριστού στη Βυζαντινή Τέχνη

Υπάρχει μια ευαγγελική διήγηση βασιλική και υπάρχει μια ευαγγελική διήγηση ποιμενική για τη γέννηση του Χριστού. Η πρώτη είναι του Ματθαίου. Η δεύτερη είναι του Λουκά.
       Η σκηνή της Βηθλεέμ στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου πλέκεται με το επεισόδιο της ταραχής του Ηρώδη. Είναι το γεγονός που συνταράζει το θρόνο του. Στη Βηθλεέμ γεννήθηκε ένας αντίπαλος της δυναστείας του. Καλεί τους μάγους που ξεκίνησαν από την Ανατολή, οδηγημένοι από το άστρο, και ζητά να τους κάμει συνενόχους του στο σκοτεινό του σχέδιο. Οι μάγοι πορεύονται να προσκυνήσουν το βασιλόπουλο. Έχουν σοφία κι έχουν θησαυρό. Το άστρο στέκεται πάνω στο σπίτι που φιλοξενεί το ακτινοβόλο παιδί. Το βλέπουν και προσκυνούν. Ύστερα του προσφέρουν χαρίσματα: χρυσάφι, λιβάνι και μύρα. Σύμφωνα με τις πανάρχαιες παραδόσεις των παλατιών της Ανατολής.
    Η σκηνή, στο Ευαγγέλιο του Λουκά, δεν έχει τις λεπτομέρειες της ανακτορικής ταραχής. Δεν έχει τη θριαμβική προσκύνηση των Μάγων. Δεν έχει την προσφορά των βασιλικών δώρων. Η διήγηση εδώ μοιάζει με γλυκό παραμύθι που ζεσταίνει τις χειμωνιάτικες ώρες τις καλύβες των βοσκών. Μιλά περισσότερο στην ψυχή του ταπεινού, που νιώθει τον Ιησού παιδί από το δικό του γένος.
          Στην ορεινή χώρα, τη Ναζαρέτ, η κίνηση του πληθυσμού ήταν ασυνήθιστα ζωηρή. Ιουδαίοι και Σύριοι, Φοίνικες και Άραβες και Έλληνες, πήγαιναν οικογενειακά να καταγραφούν. Γινόταν απογραφή του πληθυσμού. Στην ήρεμη εκείνη αγροτική περιοχή, η ζωή ήταν ειρηνική και απλή, τα σπίτια φτωχά. Στ’ ανηφορικά καλντερίμια της Βηθλεέμ προχωρούσε ο Ιωσήφ με τη Μαριάμ. Σε μια στιγμή η γυναίκα σταμάτησε. Δεν μπορούσε να προχωρήσει. Το πλήρωμα του χρόνου είχε φτάσει. Αναζήτησαν μια θέση στο σταθμό ή σε κάποια καλύβα. Παντού βρήκαν δυσκολίες. Οι ξένοι είχαν πιάσει κάθε κατοικήσιμο χώρο. Καταφύγανε λοιπόν σ’ ένα στάβλο. Εκεί, μέσα σ’ ένα παχνί, βρήκε το πρώτο φιλόξενο στρώμα ο Γιος του Ανθρώπου. Οι άνθρωποι που έτρεξαν να προσκυνήσουν πρώτοι το νεογέννητο δεν είχαν δώρα στα χέρια τους. Ήταν βοσκοί. Λημέριαζαν εκεί κοντά, στον λόγκο, φυλάγοντας το κοπάδι τους, όταν τους παρουσιάστηκε ο Άγγελος. «Μη φοβάστε», είπε ο Άγγελος στους βοσκούς. «Σας φέρνω μήνυμα καλό, χαράς μεγάλης. Όλος ο λαός θα χαρεί. Σήμερα γεννήθηκε ο Σωτήρας. Θα τον βρείτε, νιογέννητο, φασκιωμένο μωρό, πλαγιασμένο μέσα στη φάτνη.» Κι ο Άγγελος έσμιξε μ’ ένα σμάρι φτερωτών πλασμάτων τ’ ουρανού και χάθηκε μαζί του στα ύψη, δοξολογώντας: «Ειρήνη πάνω στη γη. Και καλή καρδιά στους ανθρώπους». Τρέχουν οι βοσκοί, χέρι με χέρι, στο στάβλο. Βρίσκουν τη Μαριάμ και τον Ιωσήφ. Βλέπουν και το παιδί μες στο παχνί. Ιστορούνε όσα είδαν τα μάτια τους, όσα άκουσαν τ’ αυτιά τους και προσκυνάνε. Και η Μαρία φύλαξε τα λόγια τους, θησαυρό στην καρδιά της.
       Στην ιστορία της βυζαντινής τέχνης η καθεμιά από τις δυο αυτές ευαγγελικές διηγήσεις ακολούθησε τον δρόμο της.
    Στις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντίου, εκεί, μακριά από τη Βασιλεύουσα, στα μοναστήρια της Συρίας και της Καππαδοκίας, διαμορφώθηκε ένας βουκολικός τύπος με ευαγγελική βάση τη σκηνή του Λουκά. Η Παρθένος είναι πλαγιασμένη. Έχει γύρει το κεφάλι πάνω στο λεπτό της χέρι. Το βρέφος πλαγιάζει δίπλα της, φασκιωμένο, μέσα στη  φάτνη. Κοιμάται τον ύπνο του αθώου. Ο Ιωσήφ ακουμπά στο ραβδί και ακούει τους ποιμένες να ιστορούν το θαύμα με τον Άγγελο. Στα κύρια πρόσωπα του Ευαγγελίου οι καλλιτέχνες των ανατολικών επαρχιών πρόστεσαν μερικές γραφικές λεπτομέρειες. Έτσι δίπλα στη φάτνη μπήκαν τα δυο ζώα. Το βόδι και το γαϊδουράκι.
    Το αρχοντικό στοιχείο, που κυριαρχεί στην ευαγγελική διήγηση του Ματθαίου, ανταποκρίθηκε πληρέστερα στις αντιλήψεις της αυλικής κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης: Η προσκύνηση γίνεται σε αυτοκρατορικό παλάτι. Η Θεοτόκος, με τον Ιησού στα γόνατα, κάθεται σε μεγαλόπρεπο θρόνο. Δεξιά και αριστερά τέσσερις λευκοντυμένοι Άγγελοι τη φρουρούνε. Οι Μάγοι με τα φρυγικά σκουφιά τους προχωρούν στο θρόνο, με βαθιές υποκλίσεις σεβασμού και προσκυνήματος. Τους ακολουθούν χριστιανές παρθένες, ντυμένες σαν αυτοκρατορικές πριγκίπισσες. Από την άλλη πλευρά του θρόνου προχωρούν άγιοι κρατώντας κορόνες. Η σκηνή είναι τελετουργική και ξετυλίγεται με όλους τους κανόνες της ανακτορικής εθιμοτυπίας.
          Στον ΙΑ΄ αιώνα η σκηνή των Μάγων παρουσιάζεται ενωμένη σε μια ενιαία σύνθεση με τη σκηνή της Φάτνης. Το κέντρο της εικόνας κατέχει τώρα το Σπήλαιο, με την πλαγιασμένη μορφή της Παρθένου, με το βρέφος στη φάτνη με τα ζώα. Οι Μάγοι, καβάλα στ’ άλογα, έρχονται με καλπασμό από την Ανατολή, οδηγημένοι από το άστρο. Οι Άγγελοι παρουσιάζονται στους βοσκούς και ο Ιωσήφ ακούει την ιστορία τους.
          Με την καινούρια αυτή συνθετική μορφή, η βυζαντινή εικόνα της Γέννησης του Χριστού έζησε και μετά την Άλωση. Τη συναντούμε στον Άγιον Όρος, στο Μυστρά, στις φορητές κρητικές εικόνες που διαδίδονται στα πέρατα της ορθοδοξίας

Άγγελος Προκοπίου