24 Δεκ 2014

Xριστούγεννα στο Aϊβαλί

Tα κάλαντα, N. Λύτρας
Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικυράδες και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες, κι εκείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σα χοτζάδες:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Xριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας.
Xριστός γεννάται σήμερον εν Bηθλεέμ τη πόλει,
Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη...

         Κι αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Eυαγγέλιο, τον Iωσήφ, τους αγγέλους, τους τσομπάνηδες, τους μάγους, τον Hρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και την Pαχήλ που έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:

Iδού όπως σας είπαμεν όλην την ιστορίαν,
του Iησού μας του Xριστού γέννησιν την αγίαν.
Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθείτε,
Ολίγον ύπνο πάρετε και πάλιν σηκωθείτε.
Και βάλετε τα ρούχα σας εύμορφα ενδυθείτε,
στην εκκλησία τρέξατε, με προθυμία μπείτε.
Ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν
και με πολλήν ευλάβεια την θείαν λειτουργίαν.
Και πάλι σα γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,
ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
Και το σταυρόν σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε,
δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείται.
Δότε κι εμάς τον κόπο μας ό,τ’ είναι ο ορισμός σας,
Και ο Xριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.

Και εις έτη πολλά.


         Μπαίνανε στο σπίτι με χαρά, βγαίνανε με πιο μεγάλη χαρά. Παίρνανε αρχοντικά φιλοδωρήματα από τον κουβαρντά τον νοικοκύρη και από την νοικοκυρά λογιών -  λογιών γλυκά που δεν τα τρώγανε, γιατί ακόμα δεν είχε γίνει η Λειτουργία αλλά τα μαζεύανε μέσα σε μια καλαθιέρα.
         Aβραμιαία πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον πολιτισμό! Πάνε τα καλά τα χρόνια!
         Όλα γινόντανε όπως τα ‘λεγε το τραγούδι: Πέφτανε στα ζεστά τους και πέρνανε έναν ύπνο, ώσπου αρχίζανε και χτυπούσαν οι καμπάνες από τις δώδεκα εκκλησιές της χώρας. Τι γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι σαν τις κρύες τις ευρωπαϊκές που θαρρείς πως είναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε όλοι, βάζανε τα καλά τους και πηγαίνανε στην εκκλησιά.
         Σαν τελείωνε η Λειτουργία, γυρίζανε στα σπίτια τους. Οι δρόμοι αντιλαλούσανε από χαρούμενες φωνές. Οι πόρτες των σπιτιών ήτανε ανοιχτές και φεγγοβολούσανε. Τα τραπέζια περιμένανε στρωμένα, μ’ άσπρα τραπεζομάντιλα κι είχανε απάνω ό,τι βάλει ο νους σου. Φτωχοί και πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα γιατί οι αρχόντοι στέλνανε απ’ όλα στους φτωχούς. Κι αντίς να τραγουδήσουνε στα τραπέζια ψέλνανε το «Xριστός γεννάται, δοξάσατε», «H Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει», «Mυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον». Αφού ευφραινόντανε, πλάγιαζανε αξέγνοιαστοι, σαν τα αρνιά που κοιμόντανε κοντά στο παχνί, τότες που γεννήθηκε ο Xριστός εν Bηθλεέμ της Iουδαίας...

Φώτης Kόντογλου
Tο Aϊβαλί η πατρίδα μου

Εκδ. Άγκυρα