25 Ιουλ 2015

στα 1948..., του C.M. Woodhouse

(Ο Ζαχαριάδης) Ενίοτε παρουσιαζόταν πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να υπάρξει καθοριστική νίκη μέσα στο 1949. Αν ο στόχος ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή της Ελλάδας, η πεποίθησή του δεν ήταν αβάσιμη μια και ήταν αμφίβολο κατά πόσο μπορούσε να αντέξει ο ελληνικός λαός άλλον ένα χρόνο δοκιμασιών όπως το 1948. Σε μια περίοδο που οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης συνέρχονταν από τις καταστροφές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η ελληνική οικονομία εξακολουθούσε να επιδεινώνεται και να βυθίζεται σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα. Οι στατιστικές δεν μπορούν να αποδώσουν το μέγεθος της τραγωδίας της χώρας. Ενώ προπολεμικά η Ελλάδα μπορούσε να καλύψει περίπου τα τρία πέμπτα των εισαγωγών της με εξαγωγές, από το 1945 και μετά ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί κάτω από 25%. Τα ελληνικά καπνά είχαν απολέσει τις παραδοσιακές τους αγορές. Οι  πρόσοδοι από τη ναυτιλία και τα χρηματικά εμβάσματα των μεταναστών ήταν απογοητευτικοί και το όνειρο του τουρισμού απείχε μια δεκαετία. Ελάχιστη εμπιστοσύνη υπήρχε στο νόμισμα ούτε και διάθεση προεγγραφής σε δάνεια, ειδικότερα από τη στιγμή που τα επιτόκια εξωτερικού και εσωτερικού χρέους είχαν παγώσει. Το κόστος ζωής είχε πολλαπλασιαστεί περίπου είκοσι φορές από το 1945. Τουλάχιστον δεκατρία εκατομμύρια χρυσές λίρες βρίσκονταν σε χέρια ιδιωτών, και ανταλλάσσονταν απρόθυμα με χαρτονομίσματα. Οι καταστροφές στις καλλιέργειες, τα δάση, τα αιγοπρόβατα θα χρειάζονταν χρόνια για να αποκατασταθούν. Το πρόγραμμα ανάπτυξης που εγκαινίασε η ECA το 1948, με έμφαση στη βελτίωση της γεωργίας, την ανανέωση του εξοπλισμού στη βιομηχανία, τη βελτίωση των επικοινωνιών και την επέκταση της ηλεκτροδότησης, παρέστη ανάγκη να απιβραδυνθεί για την επόμενη χρονιά. Η εξάρτηση από την αμερικανική βοήθεια δεν ήταν ζήτημα αποκατάστασης αλλά επιβίωσης.
Το χειρότερο ήταν ότι οι άνθρωποι είχαν χάσει σχεδόν εντελώς το ηθικό τους. Ο αριθμός των προσφύγων στο αποκορύφωμά του το 1949 ήταν 684.300. Από αυτούς οι 200.000 προέρχονταν μόνο από τη Μακεδονία. Ίσως δυόμισι εκατομμύρια στηρίζονταν εν μέρει ή ολοκληρωτικά στην κρατική βοήθεια, μολονότι το επίσημο ποσοστό της ανεργίας ήταν μόνο 4%. Από την άλλη, πολλοί που ήταν σε θέση να ασφαλίσουν τον εαυτό τους εναντίον μιας ενδεχόμενης νίκης των κομμουνιστών το έκαναν ανενδοίαστα. Ο οικονομολόγος και πρώην υπουργός καθηγητής Βαρβαρέσος κατέδειξε με πικρία την αντίθεση. Υπήρχε από τη μια πλευρά «ο κόσμος του εργάτη, του συνταξιούχου και του χωρικού, στον οποίο οι τιμές των αγαθών που παράγονταν από το εμπόριο και τη βιομηχανία ήταν σχεδόν απαγορευτικές και η ικανοποίηση ακόμη και των πιο βασικών αναγκών απαιτούσε σοβαρές θυσίες», και από την άλλη «ο κόσμος του εύκολου κέρδους, του ζην χωρίς κανένα περιορισμό, του αποθησαυρισμού, στον οποίο οι τρέχουσες τιμές  είναι οι φυσιολογικές τιμές που παίρνει κανείς γι’ αυτά που πουλάει και οι τιμές που πληρώνει κανείς γι’αυτά που χρειάζεται». Η πρώτη ομάδα ήταν αυτή που επωμίστηκε τα βάρη του εμφυλίου, ενώ η δεύτερη ζούσε από τη μαύρη αγορά. Τα κέρδη όμως των δεύτερων, είτε νόμιμα είτε παράνομα, συχνά χρησιμοποιούνταν για να διασφαλίσουν τους κερδοσκόπους από την κομμουνιστική εκδίκηση. Τραπεζίτες, έμποροι, βουλευτές, δικηγόροι και άλλοι επιφανείς πολίτες φέρονταν να χρηματοδοτούν μυστικά το ΚΚΕ, ενώ ιερείς, δημοσιογράφοι και δημόσιοι υπάλληλοι έδειχναν μικρό ενθουσιασμό για τον αγώνα της κυβέρνησης. Ο ίδιος ο βασιλιάς του οποίου η στάση υπήρξε άψογη σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, ένιωσε υποχρεωμένος σε ένα λόγο του στην Κόρινθο στις 11 Ιανουαρίου 1949 να καλέσει τις ανώτερες τάξεις σε μεγαλύτερες θυσίες.

C.M.WOODHOUSE
O Aγώνας για την Ελλάδα 1941 - 1949

εκδ. Τουρίκη