2 Απρ 2016

Το καφενείο μας...

Η πραγματική εικόνα είναι ένα συνοικιακό καφενείο. Λειτουργεί σε κάποια αδιάφορη συνοικία μιας πόλης. Ο ιδιοκτήτης δεν φροντίζει για την εικόνα του μαγαζιού. Ο χώρος δεν εμφανίζει καμιά ιδιαιτερότητα για την οποία μπορεί να υπερηφανεύεται. Καμία διακόσμηση, καμία αισθητική, καμιά προσπάθεια να ομορφύνει λίγο ο χώρος. Τα τραπέζια δεν είναι σταθερά, οι καρέκλες φθαρμένες και διαφορετικές μεταξύ τους, οι τοίχοι πολλές φορές άτσαλα ή άστοχα βαμμένοι. Μακρόστενες λάμπες φθορίου, μερικές καμένες. Το καφενείο μας δεν ενδιαφέρεται για την ποσότητα των αγαθών που προσφέρει. Μόνο τούρκικος καφές, ούζο ή τσίπουρο με συνοδεία κάποιου μεζέ από κονσέρβα και αναψυκτικό· ως εκεί… Ο ιδιοκτήτης δεν εργάζεται και για την ποιότητα της υπηρεσίας. Αρκεί ο καφές, η πορτοκαλάδα ή η μπίρα να φτάνουν στο τραπέζι… Καμιά ευγένεια, κανένας σεβασμός στον πελάτη, ύφος σκυθρωπό, ο εργαζόμενος αισθάνεται ότι εκτίει ποινή… ίσως πιστεύοντας μαζί με τον εργοδότη του ότι η καριέρα είναι χολέρα. Η πελατεία πάντα όχι μόνο σταθερή αλλά και ίδια. Κανείς περαστικός δεν λαχτάρησε να μπει στο καφενείο ούτε για να δροσιστεί ούτε για να ξεκουραστεί.
     Οι σταθεροί πελάτες του καφενείου μας γνωρίζουν πού βρίσκονται. Δεν περιμένουν τίποτα περισσότερο. Πηγαίνουν εκεί απλά για την κοινωνική συναναστροφή. Για να μιλήσουν με τους όμοιούς τους. Έτσι αναπόφευκτα η βαριά συζήτηση φτάνει και στα πολιτικά. Βασικό θέμα οι συντάξεις. «Έρχονται μειώσεις συντάξεων» ψελλίζει ο ένας… «Εμ δώδεκα φορές τις μείωσαν οι άλλοι», απαντάει ο άλλος κουνώντας το κεφάλι… και μετά σιωπή. Δηλαδή, οι προηγούμενες μειώσεις συντάξεων αποτελούν άλλοθι για άλλες τόσες στο μέλλον για την παρέα μας. Φυσικά και δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον για το αν και πώς θα δίνονται συντάξεις για τις επόμενες γενιές. Το μέλλον δεν υπάρχει…
     Κάπου εκεί η κουβέντα έρχεται και στο προσφυγικό. «Τι θα τους κάνουμε όλους αυτούς;» σχεδόν αναρωτιέται ο ένας… «Ε, και τι να γίνει…» απαντάει ο άλλος, «τόσοι πολλοί που είναι…». «Στη γειτονιά μας να μην έρθουν…». «Να τελειώσει ο πόλεμος στη Συρία!» πετάγεται ο πιο ενημερωμένος απ’ όλους, θαρρείς και τώρα που ακούστηκε στο καφενείο μας θα σταματήσει ο  πόλεμος σχεδόν αυτόματα… Αν δεν μας ακούσουν, οι ξένοι  φταίνε για αυτά που τραβάμε εμείς… Μετά σιωπή…  Αυτό το τελευταίο ακούγεται ως μόνιμη επωδός για όλες τις ταλαιπωρίες μας.
      Κάποια στιγμή η συζήτηση φτάνει και στα νοσοκομεία. Εκεί αφού κάποιος διηγείται τις ταλαιπωρίες μια επίσκεψής του, η συζήτηση τελειώνει με το «πάντα έτσι δεν ήμασταν…; Είχαμε ποτέ νοσοκομεία…; Κι αν η κατάσταση έγινε χειρότερη δεν τρέχει και τίποτα… Το ίδιο και στην Παιδεία. Μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά, δεν μαθαίνουν, το ίδιο και το αυτό. Είχαμε ποτέ σχολεία..; Εξάλλου η αριστεία είναι ρετσινιά… Δεν χρειάζεται κάποιος να μάθει γράμματα. Ο υπάλληλος του καφενείου μας «μπορεί να σχεδιάσει στρατηγικά το μέλλον της χώρας…» Δεν ενδιαφέρει αν η κατάσταση χειροτερεύει συνεχώς. Καμιά φιλοδοξία, καμιά διεκδίκηση…
  Στα πιο βαθιά… της οικονομικής πολιτικής δεν ενοχλεί που έκλεισαν οι τράπεζες, αν τύχει και δεν έχουμε λεφτά στην τράπεζα, αν και θέλουμε δουλειές για τους νέους ανθρώπους, άρα και χρήμα στην αγορά. Δεν ενοχλούν οι νέοι φόροι, γιατί πιστεύουμε ότι θίγουν άλλους και «γιατί έβαλαν και οι προηγούμενοι», άρα οι σημερινοί μπορούν να τους πολλαπλασιάσουν. Δεν ενοχλεί η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών γιατί θεωρείται ότι τις πληρώνει ο εργοδότης, που φυσικά θα τα βγάλει πέρα με κάποιες απολύσεις. Δεν καταλαβαίνει κανείς ότι η οικονομία σαπίζει μέσα στην Ευρώπη εις βάρος των αδυνάτων, η ανυποληψία της χώρας θεωρείται ελάττωμα των άλλων που δεν καταλαβαίνουν το δίκιο μας. Είναι καλοί οι Ευρωπαίοι όταν πληρώνουν τις συντάξεις μας, όταν χρηματοδοτούν τα έργα μας, όταν τους ζητάμε να φυλούν τα σύνορά μας, που είναι και «σύνορα της Ευρώπης».  Το μόνο που διεκδικείται στο παρακμιακό καφενείο μας είναι κάποιο «επίδομα» ή η περίφημη «κάρτα σίτισης». Θεωρείται άξιο και διαφημίζεται στην Ελλάδα ως μέτρο εξύψωσης των αδύναμων οικονομικά η παροχή κάρτας σίτισης. Έτσι το καφενείο μας «εξασφαλίζει» την αξιοπρέπεια των αδύναμων οικονομικά στρωμάτων…
   Κινδυνεύουμε να γίνουμε (η χρήση της λέξης έχει να κάνει με την αναγκαστική αισιοδοξία του συντάκτη) μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών, μηδενικού αυτοσεβασμού και κοινωνικής επαιτείας. Οι χαμηλές προσδοκίες είναι το βασικό κυβερνητικό χαρακτηριστικό, από την δημόσια επιχειρηματολογία, την κυβερνητική πρακτική ως και το ύφος. Εξελισσόμαστε σε μια κοινωνία που θα θυμίζει ένα απέραντο πτωχοκομείο που συνεχώς θα υποβαθμίζεται. Κινδυνεύουμε να σαπίσουμε μέσα στην Ευρώπη και να θεωρείται επιτυχία όταν κάποιος με ταλέντο καταφέρνει να φύγει από τη «φτωχή μας γειτονιά», που τίποτα δεν αλλάζει και δεν καλυτερεύει, και να βρει δικαίωση κάπου αλλού. Αυτές οι κοινωνίες της ψεύτικης ελεημοσύνης, του τίποτα και της παρακμής δεν έχουν μέλλον. Λαοί που δεν υπερασπίζουν τίποτα, δεν διεκδικούν και δεν φροντίζουν για το μέλλον τους, δεν νοιάζονται για την ποιότητα των θεσμών που ορίζουν τον πολιτισμό τους, απομονώνονται, δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον, σαπίζουν και οικονομικά και ηθικά.


ΓΚ