8 Μαΐ 2016

Ο ίσκιος της προστασίας..., του Στρατή Μυριβήλη

Ήπειρος, 1930
Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη
Ανάμεσα στα σπιτάκια του θαλασσινού συνοικισμού ξεχώρισε πολύ γλήγορα του Βαρούχου το σπιτάκι. Η Νεράντζη φύτεψε κλίμα στην οξώπορτα. Αυτό άρχισε κιόλας να κλαδίζει τις κληματζίδες, γεμάτες δροσερά φύλλα, παν’ από τ’ ανώφλι. Έκανε και πεζούλια από τη μια κι από την άλλη, να καθίζουν εκεί το δειλινό, σαν αποτραβιέται ο ήλιος. Φώναζε και το Μαστρογιώργη, πούταν σιδεράς και μηχανικός στο εργοστάσιο, και στερέωσε σιδεροστέφανα έξω από τα παράθυρα για τις γλάστρες με τα μυριστικά.
Η Σμαραγδή μεγάλωνε σα δυνατό βλαστάρι μέσα στην αγκαλιά της καλής γυναίκας, που δόθηκε στη λάτρα της μικρής ψυχοκόρης με φανατισμό σχεδόν θρησκευτικό. Όλη τη μέρα η έγνια κ’ η διαλογή της τύλιγε το παιδί με μια ζεστή ατμόσφαιρα από αφοσίωση. Ακόμα και τη νύχτα, σαν τόπαιρνε ο ύπνος, απόμενε πλάι στο προσκεφάλι του, να το βλέπει κάτω από το φως της κατεβασμένης λάμπας με έκσταση.
Η μικρή συνήθιζε να κοιμάται πάνω στη ράχη, με τα χέρια σηκωμένα στεφάνι γύρω στο κεφάλι. Φούσκωναν γύρω τα πολλά χρυσαφιά μαλλιά. Ανάσαινε ήσυχα. Το τριανταφυλλί προσωπάκι ήταν τόσο όμορφο ανάμεσα στις πηχτές μπούκλες, που καμιά φορά την έπιανε ένας μυστικός φόβος να τη βλέπει. Της φαινόταν πως από τη μια στιγμή στην άλλη θα μπορούσε να σταματήσει αυτή η μικρή ανάσα, και πια όλη η πλάση του Θεού θα γκρεμιζόταν ένα σωρό χαλάσματα. Το σταύρωνε τότες με την παλάμη πάνω στο στηθάκι. Σήκωνε τα μάτια από πάνου του, μην του κάνει κακό η φοβερή δύναμη της αγάπης που ορμούσε από μέσα της.
Αυτές τις ώρες, του χειμώνα, έπαιρνε τα χεράκια του παιδιού και τα κατέβαζε με προσοχή από το προσκέφαλο, πρώτα το ένα ύστερα το άλλο. να τα σκεπάσει να μην κρυώνουν. Όμως σε λίγο το κοιμισμένο πάλι τα έβγαζε και τα σήκωνε από τη μια κι από την άλλη του κεφαλιού.
Καμιά φορά η μικρή ξυπνούσε κ’ έβλεπε από πάνω της το πρόσωπο της Νεράντζης να τη φυλάει. Έτσι, η χλωμή μορφή της γυναίκας απόμεινε σφραγισμένη στη φαντασία και στην καρδιά της Σμαραγδής. Ήταν ένα όραμα γλυκό και σοβαρό, που άπλωνε αδιάκοπα πάνω στην ύπαρξή της τον ίσκιο της προστασίας του. Μια μορφή στεγνή και μελαχρινή σαν της Παναγίας της Γλυκοφυλλούσας, με δυο πελώρια μάτια γεμάτα από φλογερό φως, με το λεπτό δέρμα τσακισμένο στο ίσιο μέτωπο από ψιλές ζάρες όπως του μεταξωτού πανιού. Τα σκοτεινά στεφάνια που χαλκάδιαζαν αυτά τα μάτια, τάκαναν απίθανα μεγάλα και φεγγερά. Όμως το παιδί ποτές δεν τρόμαζε με τη φεγγοβολή τους, γιατί, μεμιάς που την έβλεπε, όλη η φλόγα γινόταν ένα χαμογέλιο γλυκό, το πιο γλυκό που γίνεται να φωτίσει τα μάτια μιας μάνας.
Έλεγε: Μανούλα! Άπλωνε τα μικρά της χέρια και έπιανε να σφίξει τα βασανισμένα δάχτυλα, που άγγιζαν και περιμάζευαν με προσοχή τα μαλλιά της. Η αγάπη την τύλιγε σα ζεστός ήλιος.

Η Παναγιά η Γοργόνα
Στρατής Μυριβήλης
εκδ. Εστία