5 Αυγ 2016

Θεσμική πολιτική ανανέωση...

Eίναι πολλοί που πιστεύουν ότι το κοινοβουλευτικό μας σύστημα έχει ξεπεραστεί αναφορικά με τους θεσμούς όσο και με τα πρόσωπα που το αποτελούν. Θαρρείς ότι οι πολίτες μέσα στην προσωπική τους απογοήτευση αλλά και στο φόβο που τους έχει κυριεύσει έχουν απαξιώσει το πολιτικό μας σύστημα όχι μόνο σε επίπεδο προσώπων αλλά φοβάμαι θα υπάρξουν πολλοί που θα το απορρίψουν και θεσμικά. Είναι απαραίτητο οι πολιτικοί μας να δείξουν έμπρακτα ότι αλλάζουν, ότι η επόμενη μέρα θα είναι διαφορετική από την προηγούμενη, ότι έχουν το θάρρος και την αποφασιστικότητα να γυρίσουν σελίδα στην πολιτειακή ιστορία της χώρας με τολμηρές αλλαγές. Θα πρέπει η χώρα να αρχίσει να κυβερνιέται διαφορετικά. Αν συνεχίσουν οι εξουσίες της Ελληνικής Δημοκρατίας να λειτουργούν στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο τότε γρήγορα θα συζητάμε τα ίδια φαινόμενα διαφθοράς. Η ανάγκη να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα με τέτοιο τρόπο ώστε να αλλάξουν θεσμικά οι κανόνες της πολιτικής ζωής είναι επιτακτική, αν και πολλά προβλήματα λύνονται με εργαλεία τη σοβαρότητα, την πολιτική ωριμότητα και απλές νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Οι μεταρρυθμίσεις στο Κράτος και μάλιστα η κορυφαία διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος δεν μπορούν να ξεκινούν με ρηχές ομιλίες και να ασχολούνται μόνο ουσιαστικά με τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Πρόχειρες ομιλίες πολιτικής σκοπιμότητας στη Βουλή με κομματικό κόκκινο φόντο φανερώνουν την κακή ποιότητα αυτών που τις εκφωνούν. Δεν μπορεί κάποιος που έχει την παραμικρή επαφή με αυτό το Κράτος να ξεκινά και να κάνει θέμα συζήτησης  την εκλογή του Προέδρου, και μάλιστα να προτείνει και περίτεχνους τρόπους εκλογής, και λαϊκίστικες και ανεφάρμοστες κορώνες περί δημοψηφισμάτων που το περισσότερο αναστάτωση θα δημιουργούν παρά σταθερότητα και ταχύτητα.
Το Kράτος στην Eλλάδα έχει πολύ μεγάλες αδυναμίες. Δεν προσωποποιείται ποτέ η ευθύνη, δεν διακρίνονται οι τρεις εξουσίες, η δικαιοσύνη δεν είναι ανεξάρτητη, η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία ταυτίζονται, το κράτος με τις υπηρεσίες του δυναστεύεται από το κόμμα που κάθε φορά βρίσκεται στην εξουσία. Θα μπορούσα να αναφέρω και άλλες αλλά νομίζω ότι η ρίζα των προβλημάτων βρίσκεται κάπου εδώ. 
H διάκριση των εξουσιών είναι θεμελιώδης σ’ ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Η Βουλή νομοθετεί και ελέγχει. Η κυβέρνηση προτείνει νόμους και αφού ψηφιστούν τους εφαρμόζει. Η Δικαιοσύνη ελέγχει την εφαρμογή των νόμων. Η μία εξουσία ελέγχει την άλλη. Σήμερα οι τρεις εξουσίες θεσμικά περιπλέκονται σε απόλυτο βαθμό και τελικά όλες οι εξουσίες βρίσκονται στο Υπουργικό συμβούλιο με συνέπεια το Κράτος όλο να κυβερνιέται από το Πρωθυπουργικό γραφείο που ελέγχει και τη σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου. Ο Πρωθυπουργός μπορεί θεσμικά αποφασίζει για τα πάντα. 
Μία μεταρρύθμιση μπορεί να είναι η συνταγματική θεσμοθέτηση του ασυμβίβαστου μεταξύ Υπουργού και Βουλευτή. Από τους 160  περίπου βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας σήμερα οι 45 είναι Υπουργοί. Περίπου άλλοι τόσοι περιμένουν στην τετραετία να υπουργοποιηθούν και άλλοι καταλαμβάνουν θέσεις ως πρόεδροι επιτροπών. Με λίγα λόγια όλοι οι βουλευτές της πλειοψηφίας περιμένουν κυβερνητικό πόστο, αν και οι επιτροπές της Βουλής ελέγχουν το περισσότερο. Δεν είναι δυνατόν οι Υπουργοί και Πρωθυπουργοί να ψηφίζουν τον εαυτό τους ή οι Υπουργοί και Υφυπουργοί να ψηφίζουν οι ίδιοι τους νόμους που προτείνουν. Το ασυμβίβαστο Βουλευτή-Υπουργού μπορεί να απελευθερώσει τον Πρωθυπουργό από τις «κομματικές ισορροπίες». Θα έχει την δυνατότητα να επιλέξει τους κατά τη γνώμη του καλύτερους εντός ή εκτός της Βουλής.  Οι βουλευτές που θα επιλέγουν την υπουργοποίηση θα πρέπει να παραιτούνται από βουλευτές. Έτσι η Βουλή θα αποκτήσει θεσμικά τον ελεγκτικό της ρόλο και οι Υπουργοί θα παράγουν πολιτική χωρίς να σκέφτονται τον σταυρό προτίμησης στις επόμενες εκλογές.
Πλήρης ανεξαρτησία πρέπει να ισχύει για τις ανεξάρτητες αρχές όσο και για την δικαιοσύνη. Οι νόμοι θα πρέπει να εφαρμόζονται και να προστατεύονται από τη δικαιοσύνη. Η απελευθέρωση ενός χώρου από παράνομους καταληψίες και η προσαγωγή τους βάσει της κείμενης νομοθεσίας στην δικαιοσύνη δεν μπορεί να θέμα πολιτικής. Ο νόμος κυβερνά. Δεν κυβερνά ο Υπουργός. Δεν μπορεί να αποφασίζει ο κάθε υπουργός πότε θα εφαρμοστεί ο νόμος. Αν δεν κυβερνά ο νόμος, τότε επικρατεί η πολιτική ιδιοτέλεια της εκάστοτε κυβέρνησης ή η οχλοκρατία. Πολλές φορές αυτά τα δύο συμπίπτουν…
Χρήσιμη φαίνεται και η μείωση των βουλευτών από 300 σε 150. Παρακολουθώντας τη συζήτηση στη βουλή για τα σημαντικότατα νομοσχέδια, το εργασιακό και το ασφαλιστικό, καταλάβαινες ότι οι περισσότεροι βουλευτές έπαιρναν το λόγο για ένα τρίλεπτο για να «εκφράσουν την άποψη τους» μόνο και μόνο για να εμφανιστούν στο κανάλι της Bουλής. ‘Έχουμε βουλευτές που είναι γνωστοί πιθανά μόνο στην εκλογική τους περιφέρεια, μπορεί ούτε κι εκεί, ενώ δεν αποφασίζουν φυσικά μόνο γι’ αυτή. Τοποθετούνται πάνω σε σημαντικότατους νόμους χωρίς να γνωρίζουν τα θέματα, άλλοι δεν ξέρουν τι ψηφίζουν, οι περισσότεροι δεν ήξεραν τι έλεγαν ή έκαναν αντιγραφή μέχρι κόμματος την ομιλία του αρχηγού τους. Είναι τραγικό ένας βουλευτής να μην έχει το δικό του πολιτικό λόγο και στις τοποθετήσεις του να αναπαράγει παραγράφους ολόκληρες από τον αρχηγό του ή από τον υπουργό της κυβέρνησης που υποτίθεται ότι θεσμικά ελέγχει κιόλας. Η Ελλάδα είναι μικρή χώρα. Δεν μπορεί να νομοθετούν άγνωστοι στο εκλογικό σώμα βουλευτές. Ενώ λοιπόν οι εκλογικές περιφέρειες στην Αττική πρέπει να σπάσουν, αντίθετα στην περιφέρεια θα πρέπει να μεγαλώσουν. Το βοηθητικό προσωπικό για κάθε βουλευτή είναι απαραίτητο αλλά με αυστηρότερα κριτήρια ως προς την κατάρτηση και την ειδίκευση. Λιγότεροι βουλευτές συγκροτούν ένα πιο ευέλικτο σώμα αλλά και πιο υπεύθυνο σώμα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στις Eπιτροπές της Bουλής. Δεν υπάρχει κανένας λόγος λειτουργίας (πέραν της ενίσχυσης τους εισοδήματος των βουλευτών αφού η συμμετοχή σ’ αυτές πληρώνεται ξεχωριστά από την βουλευτική αποζημίωση) πολλών επιτροπών· 5 ή 6 είναι αρκετές για να καλύψουν τα πάντα.  Οι εξεταστικές επιτροπές δεν είναι για κάθε πολιτικό θέμα εφόσον λειτουργεί η δικαιοσύνη και έχει καταργηθεί ο περίφημος «νόμος περί ευθύνης υπουργών…». Είναι ξεκάθαρο ότι καμία εξεταστική επιτροπή της Βουλής δεν κατέληξε πουθενά.
Ο δημόσιος υπάλληλος είναι στις περισσότερες φορές λειτουργός. Αξίζει λοιπόν σεβασμού και καλής αμοιβής. Γι’ αυτό και δεν αξίζει να είναι αργόμισθος. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων είναι ο πιο αναχρονιστικός θεσμός στο κράτος γιατί δεν επιτρέπει ούτε την επαγγελματική εξέλιξη των εργαζομένων, ούτε την αξιολόγηση κρατικών δομών και προσώπων και το κυριότερο δημιουργεί θα μπορούσε να πει κανείς μια νέα κοινωνική τάξη στην κοινωνία και στην οικονομία… των εργαζομένων που δεν απολύονται. Ο Υπουργός φυσικά απαλλάσσεται, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου επίσης, ο διοικητής του οργανισμού, του νοσοκομείου, οι αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων και  των σωμάτων ασφαλείας… ο απλός δημόσιος υπάλληλος όμως ποτέ. Είναι χαρακτηριστικό στην εποχή των Μνημονίων έχουμε 1,5εκ. ανέργους και κανένα από τον δημόσιο τομέα. Στη «χειρότερη» περίπτωση συνταξιοδοτείται με δική του πρωτοβουλία και μάλιστα πολύ πρόωρα. Εννοείται ότι όλοι αυτοί που υπερασπίζουν το πιο αντικοινωνικό και αντιπαραγωγικό δικαίωμά τους, στην «επιχείρησή» τους, στο σπίτι τους, θα επέλεγαν τους πιο παραγωγικούς, τους πιο χρήσιμους. Η χώρα χρειάζεται παραγωγικούς δημοσίους υπαλλήλους, καταρτισμένους επαγγελματίες, καλά αμειβόμενους και τον σωστό αριθμό. Μάλιστα στον στενό δημόσιο τομέα μέχρι και τον γενικό γραμματέα του υπουργείου η δομή θα πρέπει να είναι σταθερή ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών.
Το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων πρέπει να αντιμετωπιστεί ξεκάθαρα από την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση. Είμαστε ίσως η μόνη δυτική χώρα στην οποία δεν λειτουργούν ιδιωτικά πανεπιστήμια. Και κυρίως είμαστε η χώρα η οποία θα μπορούσε να εισάγει φοιτητές αντί να επιλέγουν το εξωτερικό προπτυχιακοί ή μεταπτυχιακοί φοιτητές. Και μόνο που θα πολλαπλασιαστούν οι ποιοτικές εκπαιδευτικές ευκαιρίες και οι θέσεις εργασίας αρκεί… Η συνταγματική απαγόρευση λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα φανερώνει και τη λογική των αλλαγών στην χώρα. Δυστυχώς στην Ελλάδα η οποιαδήποτε θετική αλλαγή συγκρούεται με ένα ισχυρό τείχος συντεχνιακών ή άλλων συμφερόντων.
Η αυτονομία της τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να ενισχύσει το παλιό αίσθημα της κοινότητας που τόσο έχει λείψει στις μέρες μας. Πρέπει οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης να δρουν αυτόνομα και καίρια στα προβλήματα της καθημερινότητας των πολιτών. Ο ορισμός και η είσπραξη του ΕΝΦΙΑ από τους δήμους ή τις περιφέρειες είναι ένα καλό παράδειγμα. Θα έπρεπε οι περιφέρειες να έχουν μεγαλύτερη εμπλοκή και σε θέματα εκπαίδευσης, πρωτοβάθμιας περίθαλψης, δημοσίων έργων. Για να γίνουν όλα αυτά πρέπει να αποκτήσουν οικονομική αυτονομία. Ο συγκεντρωτισμός των αποφάσεων που παίρνονται σε κάποια γραφεία στην Αθήνα και αφορούν όλη την Ελλάδα παράγει αδικίες και αναποτελεσματικότητα. 
Θα μπορούσαν και νέοι θεσμοί, όπως το Συνταγματικό Δικαστήριο να βοηθήσουν στη λήψη σωστών και γρήγορων αποφάσεων. Ωστόσο τα προβλήματα της ελληνικής πολιτείας είναι τόσο καθοριστικά που αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος.
  Αποφασιστικότητα για ένα πολιτικό σημαίνει πολλές φορές ρίξη και με τον ίδιο του τον εαυτό, με τη δική του συντεχνία. Aποφασιστικότητα σημαίνει ιδέες, τόλμη και πράξη. Σημαίνει πραγματικές αλλαγές που μπορεί να εμπνεύσουν τον κόσμο, να ανανεώσουν την πολιτική πράξη, να προσφέρουν ένα πραγματικά νέο ξεκίνημα.
Με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, τις αυτονόητες αλλαγές στον νόμο περί ευθύνης υπουργών, την αυτονομία του κρατικού μηχανισμού, με την εκχώρηση πολλών αρμοδιοτήτων και πόρων στις τοπικές κοινωνίες όπου κι εκεί πρέπει να αλλάξουν θεσμικά πολλά πράγματα μπορεί η πολιτική και οι πολιτικοί να κερδίσουν μια ακόμη ευκαιρία.




Γ.K.