16 Οκτ 2016

Το πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου, του Στρατή Μυριβήλη

Είναι μέσα στη ζωή των ατόμων, όπως και μέσα στη ζωή των λαών, μερικές ημερομηνίες που στέκονται σαν ορόσημα και υψώνονται σαν βίγλες. Εκεί λοιπόν που περπατάμε στην καθημερινή μας χαμοζωή, σκυφτοί κάτω από το βάρος της βιοπάλης, σκυθρωποί από τα πάθη και τα ιδιωτικά συμφέροντα, βλοσυροί από τον ανελέητον αγώνα για την ύπαρξι, ακούμε τις ιερές καμπάνες να σημαίνουν τον όρθρο της ψηχής και ξαφνιαζόμαστε.
Σταματάμε μεσοστρατίς και βλέπομε μπροστά μας την ψηλή κορφή. Η καρδιά γεμίζει αναγάλλια, τα μάτια βουρκώνουν. Ω, την ξέρουμε τούτη την υψηλότατη σκοπιά, στην κορφή της ανεμίζει χαιρετιστικά η σημαία, που υψώσαμε με τα ματωμένα μας χέρια. Με τούτα τα δικά μας χέρια, με των πατεράδων μας, με των προγόνων μας τα χέρια.
Αυτό μάς κάνει να σηκώσουμε το μέτωπο, αυτό μάς κάνει να ξεφορτωθούμε μια στιγμή το φορτίο των μεριμνών, που χαμηλώνουν τα μάτια και το πρόσωπο προς τη γη.
Τότε μια λαχτάρα ξεπηδάει από την καρδιά μας. Ν’ ανεβούμε την ψηλή κορυφή, να σταθούμε ορθοί στην ακρότατην άκρην, εκεί που ο ουρανός είναι ανοιχτός και οι ορίζοντες αποτραβιούνται στ’ απόμακρα. Να βάλωμε αντήλιο το χέρι κι από κει ψηλά ν’ αγναντέψουμε τα περασμένα, να μαντέψουμε και τα μελλούμενα. Από πού ήρθαμε. Ποιες στράτες περάσαμε. Σε ποια ριζικά τραβάμε.
Τα περασμένα τα προσφέρει στη ματιά μας η Ιστορία. Η μνήμη βαδίζει πάνω στους περπατημένους δρόμους, αγγίζει πρόσωπα, τοπία, ονόματα και περιστατικά, που διάβηκαν και πάνε. Ψάχνει εικόνες, φυλλομετρά τα βιβλία, χαϊδεύει τ’ άρματα τα παλιά.
Αμή τα μελλούμενα; Αυτά είναι σκεπασμένα από την ομίχλη των αγέννητων καιρών. Η Μοίρα έχει απλωμένη ανάμεσά μας κι ανάμεσά τους τη σκοτεινή αυλαία της. Το δράμα της ζωής ξετυλίγεται ώρα με την ώρα και κανένας δεν ξέρει την υπόθεσι μηδέ τη λύσι που προετοιμάζεται.
Όμως υπάρχουν τα προηγούμενα. Το δράμα της ιστορίας έχει αρχίσει πριν από πολλά πολλά χρόνια, ξεκινώντας από το παραμυθόδραμα για να φτάσει στη συγκαιρινή τραγωδία. Μπορούμε λοιπόν να ξεδιακρίνουμε άκρες μέσες τις θολές γραμμές και τα αβέβαια σχήματα, που διαγράφονται πίσω από το κλειστό καταπέτασμα και το κολπώνουν. Μπορουμε να καθορίσωμε λίγο πολύ την κατεύθυνσι για τα βήματα, που ακούμε να πλησιάζουν, σέρνοντας πίσω τους τη Μοίρα μας. Σ’ αυτό μάς βοηθάει η αναγκαιότητα, που είναι κλεισμένη μέσα σ’ όλες τις μορφές της ζωής και κλώθει το πεπρωμένο τους σαν ένα νήμα και δεν ξέρομε την πρώτην άκρη του, όμως ξέρομε, πώς ξετυλίγεται πάνω σε σταθερούς νόμους. Ξέρομε ακόμα, πως μέσα στη ζωή των ατόμων και των λαών καμιά πτώσι, κανένα ανέβασμα και κανένα σταμάτημα δεν είναι, που να μην υπάρχει μέσα στην προηγούμενη, την προγονική ζωή τους. 
Σήμερα ανεβαίνουμε την πιο ψηλή βίγλα της νεώτατης ιστορίας μας. Ένας λαός, οχτώ εκατομμύρια ψυχές, βαδίζει στο προσκύνημά του με τάξι, με σιωπή, με περισυλλογή. Ας παραμερίσουν οι δημοκόποι, ας κρυφτούν οι ένοχοι και οι δειλοί.
«Και μονάχα ας ακολουθάνε - όσοι επράξανε λαμπρά» είπε ο Ποιητής. (Σολωμός)
Από την κορυφογραμμή της 28ης του Οχτώβρη μπορούμε ν’ αγναντέψουμε την πορεία της Φυλής μας μέσα από τα περασμένα. Μπορούμε να το κάνουμε με θάρρος, να σταθούμε χωρίς ντροπή μπροστά στις άλλες κορυφές της Ελληνικής ζωής, που θα αντικρίσωμε από δω ψηλά…
Κάθε μια τους είναι ένας σταθμός μέσα στο αιώνιο περπάτημα της Φυλής. Και κάθε σταθμός είναι τρόπαιο τιμής και πολιτισμού. Όμως όλα τα κοιτάμε σιωπηλοί από το υψόμετρό μας, από την κορφή της 28ης του Οχτώβρη, τα κοιτάμε κατάματα γιατί από κανένα τους δεν σταθήκαμε πιο κάτου. Αυτό μας δίνει νέα δύναμι και νέα πίστι. Και πόσο μας χρειάζονται σήμερα οι δυο αυτές αρετές, σήμερα που γυρίζομε σκεφτικοί ανάμεσα στα ματωμένα χαλάσματα της χώρας μας και της ψυχής μας.
Εικοστή ογδόη του Οχτώβρη.
Είναι τρανή τούτη η ημέρα και δεν είναι για να σβήση ποτέ το μεγάλο άστρο της πάνω από την Ελλάδα.
Σηκώθηκε ολάκαιρη η Φυλή και την έγραψε με φωτιά και με αίμα.
Γεννήθηκε μέσα στην κραυγή των σειρήνων και των σαλπίγγων και απάντησαν στο τρομερό κάλεσμά της οι Πανέλληνες μ’ ένα ομόψυχο «Παρών».
Είναι μέσα στη ζωή των εθνών ημερομηνίες, που τα δικάζουν, τα δοκιμάζουν και έλεγχουν τα χαρτιά της ιστορικής τους ταυτότητας. Τέτοια είναι η μέρα της Σαλαμίνας, η μέρα του Μαραθώνα, η μέρα που έπεσε η Πόλη και ο Κωνσταντίνος, η μέρα του Ευαγγελισμού του 21, η μέρα του Κιλκίς και του Αβέρωφ η μέρα. Ας το μάθουν λοιπόν εχθροί και φίλοι μια για πάντα. Είναι η ίδια μέρα, που ξανάρχεται με άλλο όνομα κάθε φορά μέσα στη ζωή και την ιστορία μας.
Η 28η είναι ακόμη ένα φανέρωμα του πνεύματος της Φυλής. Αυτή τη μέρα δώσαμε εξετάσεις μπροστά στο Θεό και στους ανθρώπους, δείξαμε την ταυτότητά μας την εθνική και βρέθηκε εν τάξει.
Δοκιμάσθηκε ο λαός μας «εν πυρί ως χρυσός εν χωνευτηρίω». Και βρέθηκε γνήσιος. Γι’ αυτό πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τις φυλετικές αξίες, που κυρώθηκαν αυτή τη μέρα, τη φοβερή και ωραία.
Ας καθορίσωμε λοιπόν τη σκέψι από κάθε μικρόψυχη επιφύλαξη για να πλησιάσουμε στο βωμό της θυσίας. Ας σπρώξωμε μακριά μας κάθε εγωισμό. Ας ξεχάσωμε σήμερα τους ενόχους, τους στιγματισμένους εξωμότες, τους αποξενωμένους από την καρδιά του έθνους Ελληνόφωνους…
Κείνη τη μέρα, που κραύγασαν οι καμπάνες και απαντήσαμε με τον Ύμνο του Σολωμού, δεν υπήρχαν ανάξιοι και άτιμοι Έλληνες. Κείνη τη μέρα κανένας εχτρός δεν υπήρξε ανάμεσά μας. Και σήμερα γιορτάζομε τη χαρά της ενωμένης, της ομόψυχης, της ομοούσιας Ελλάδας.
Ένας λαός, που μεγαλούργησε με τέτοιον τρόπο, χωρίς ούτε μια στιγμή να πάρη το ύφος θεατρίνου, έχει δικαίωμα να κρατήση τη σεμνότητά του σαν το μοναδικό στολίδι της θυσίας. Ένας λαός, που ανέβηκε τις πιο ψηλές κορφές της ζωής του μονάχος, έχει δικαίωμα να κρατήση σαν ακριβό τίτλο τιμής τη μοναξιά του.
Σήμερα ανεβαίνομε στο προσκύνημα των νεκρών, που σιωπούν. Τα μάτια μας δακρύζουν για κείνα τα μάτια που έσβησαν, για να μπορούμε εμείς να βλέπωμε με αχαμήλωτο βλέμμα προς τις κορυφές.
Ο ασπασμός μας πηγαίνει προς τα χέρια, που τσακίστηκαν, το προσκύνημά μας πηγαίνει προς τα πόδια, που πελεκίστηκαν, για νάχη η Ελλάδα χέρια να κρατήση το σπαθί της τιμής της και πόδια να σταθή όρθια μέσα στην καταιγίδα της φωτιάς και του ατσαλιού.
Είμαστε Έλληνες. Είμαστε οι Έλληνες του 40-41. Πάνω από τα ερείπια της χώρας μας. Πάνω από τους αμέτρητους τάφους μας. Πάνω από τα χωριά μας τα ανασκαμμένα. Πάνω από τα αγαθά μας τα κουρσεμένα. Πάνω από τη φτώχεια μας και τη γύμνια μας. Πάνω από τα πάθη και τα μίση μας, ένας όρκος πρέπει να μας ενώση σήμερα τους Πανέλληνες. Ένας όρκος, που να περάση σαν μυστικό σύνθημα μεσ’ απ’ όλες τις καρδιές, που χτυπούν με ρυθμό ελληνικό.
«Ορκιζόμαστε να μείνωμε πάντα οι Έλληνες της 28ης Οχτώβρη, οι Έλληνες του 40-41».
Η τιμή της φυλετικής ευγένειας, είναι ένα χρέος που βαραίνει πάνω στη ζωή μας σαν ένας Νόμος Αρετής. Το ξέρουμε αυτό. Γι’ αυτό και δεχόμαστε την Ελληνικήν Ιδέα σα μιαν ευθύνη ωραία και τραγική, όπως αρμόζει σε μια Φυλή, αρσενική, απόκοτη και περήφανη. Αυτό κιόλας είναι το γνώρισμα της αρσενικής ψυχής:
Να δέχεται με χαρά την ευθύνη και να εκτελή με χάρι την αποστολή της μέσα στο σύνολον, που την πλαισιώνει.

Η Ελλάδα πραγματοποίησε τούτον τον άθλο όλες τις φορές, και η καμπάνα της Μοίρας σήμαινε μέσα στους αιώνες την κρίσιμην ώρα της. Είπε «ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΟΧΙ» του ποιητή χωρίς δισταγμό. Καμιά αμφιβολία, καμιά μικροψυχία, κανένας υπολογισμός, κανένα παζάρεμα της προσφοράς της. Ρίχτηκε καταπάνω στη βαρβαρότητα με πόδι χορευτικό κι ανάλαφρο.
Ρίχτηκε πάντα μ’ ένα άνθισμα καρδιάς τόσο ανοιξιάτικο, τόσο νεανικό. Κι αυτό είναι το μυστικό της.
Ρίχτε μια ματιά στο μεγάλο κοιμητήριο της Ιστορίας. Ένα πλήθος Έθνη μεγάλα κινήθηκαν παράλληλα στο φανέρωμα της Ελλάδας. Σηκώθηκαν σαν μετέωρα, άναψαν, σπιθοβόλησαν. Κατόπιν έσβησαν και στάχτωσαν, θαμμένα για πάντα κάτω από τη σκόνη των πολιτισμών τους. Κάπου κάπου μία πλάκα, ένα ανάγλυφο φθαρμένο από τη σκουριά του χρόνου, ένα μνημείο σημαδεύουν αυτούς τους πελώριους Νεκρούς. Η ύπαρξί τους δεν απόμεινε παρά όρος αρχαιολογικός, περιέργεια της σκαπάνης του σοφού, παραμύθι χωρίς αρχή και τέλος μέσα στη μνήμη των ανθρώπων.
Η Ελλάδα - μόνο αυτή - συνεχίζει το δρόμο της τον εφηβηκό. Κρατά αναμμένον τον πυρσό της και τραβάει την πορεία της με το ίδιο ανάλαφρο περπάτημα. Η φωτιά της φέγγει πάνω από τα κεφάλια των σκλάβων και τ’ όνομά της είναι παντιέρα της λεφτεριάς για τους λαούς που γονατίζουν. Μεθυσμένη από τα αδάμαστα νιάτα της, προχωρεί μέσα στους αιώνες με το τραγούδι της ζωής στο στόμα. Τραγουδά τη ζωή ακόμα και σαν σέρνη το χορό του Ζαλόγγου, το χορό του θανάτου. Γιατί γνώρισε κατά βάθος τη χαρά της ζωής, γι’ αυτό και την αξιολογεί κάθε στιγμή πάνω στη ζυγαριά του θανάτου. Ακόμα και την ώρα του διονυσμού της δεν χάνει αυτό το μέτρο. Το παλληκάρι χορεύει, χτυπάει το τσαρούχι στο χώμα και τραγουδά την υψηλή βιοθεωρία της Φυλής.

Τούτη η γης που την πατούμε,
Όλοι μέσα θε να μπούμε.
Τούτη η γης με τα λουλούδια
Τρώει νιους και κοπελούδια.

Είναι ένας χορός που γίνεται προκλητικά μέσα στ’ αλώνια του θανάτου. Μόνο ένας εφηβικός λαός είναι άξιος για τέτοιες καταξιώσεις.
Η Ελλάδα είναι αυτός ο λαός. Αυτή είναι που ανακάλυψε μέσα στα αρχαιότατα παραμύθια τηης το «αθάνατο νερό» που δίνει αιώνια νιάτα.
Δεν τ’ ανακάλυψε μονάχα, έσκυψε το πρόσωπο πάνω στα νάματα και ήπιε, αδιάκοπα φλογισμένη από τη δίψα της ζωής, αδιάκοπα διψασμένη από τη αψιά γεύσι της ζωής, από τις βεβαιώσεις της ζωής, από τον ήλιο της ζωής.
Οι Έλληνες καπεναίοι, που περιφέρουν τη γαλάζια σημαία τους σ’ όλες τις θάλασσες και τους ωκεανούς της γης, βλέπουν να ξεπροβάλη μέσα από τα κύματα η αρχαία Γοργόνα. Πιάνεται από το τσιμπούκι της πλώρης και ρωτά:
- Ζη ο βασιλιάς Αλέξανδρος;
Και οι ναυτικοί μας απαντούν χωρίς δυσταγμό:
- Ζη και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.
Το πνεύμα της Ελλάδας είναι και πάλι που κρύβεται μέσα στο σύμβολο του Μεγ’ Αλέξαντρου. Και το πνεύμα της Ελλάδας ζη και βασιλεύει μέσα στις στεριές και στις θάλασσες του κόσμου. Και σε τούτον τον πόλεμο οι ξένοι ναύαρχοι, που κυβερνούν τα κύματα, άκουσαν τη φωνή της Γοργόνας και αναγκάστηκαν να απαντήσουν με τα ανακοινωθέντα και με τα ραδιόφωνα και με τις εφημερίδες όλων των Ηπείρων και των Πολιτειών.
- Ζη και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.
Πέρασαν πολλοί αιώνες που ακούστηκε ένας παράξενος λόγος για την Ελληνική Φυλή. Ο λόγος έλεγε: «Έλληνες αεί παίδες». Το «παιδί» είναι η λέξι, που έχει στη ρίζα της το ρήμα «παίζω». Είμαστε ο λαός που παίζει με τη ζωή. Και με το θάνατο, όταν έρχεται σαν ορμητική επικύρωση της ζωής. Ποιος είναι άξιος για μιαν τέτοια επικύρωση;
Μόνο τα νιάτα τόχουν αυτό το προνόμιο. Γιατί μόνον σαν ξεχειλίσουν οι κρουνοί της ζωής μέσα σ’ έναν οργανισμό, μπορεί να γίνη τούτη η έκρηξι της θείας τρέλας. Τα Μηδικά ήταν το πρώτο φανέρωμα. Το 21 έγινε ενάντια στη θέλησι της πανευρωπαϊκής διπλωματίας, ενάντια στην Ιερή Συμμαχία. Στον προηγούμενο πανευρωπαϊκό πόλεμο η Ελλάδα βγήκε στο πλευρό Γαλλίας, τη στιγμή που οι γερμανικές βόμβες έπεφταν μέσα στο Παρίσι. Σε τούτον τον πόλεμο η Ελλάδα στάθηκε στο πλευρό της Αγγλίας, όταν όλη η Ευρώπη έγλειφε τη μπότα της Γερμανίας, όταν η Αμερική μετρούσε τα 8 εκατομμύρια λόγχες της Ρώμης, όταν η Αγγλία μονομαχούσε την πιο αγωνιώδη μονομαχία της μεγαλόπρεπης ιστορίας της.
Ας διαφυλάξωμε λοιπόν την 28 του Οχτώβρη μέσα στα άδυτα της Εθνικής ψυχής, γιατί είναι το πνεύμα τηε Φυλής που μίλησε με τις σάλπιγγές της. Ας την κάνωμε συνείδησι. Ας την κάνωμε πανοπλία. Ας τη κάνωμε κανόνα ζωής.
Όσο ζη η Φυλή αυτή, η 28 του Οχτώβρη θα καίγη μέσα της άσβηστη φλόγα. Και σαν ξανάρθουν τα δίσεχτα χρόνια και ο άνθρωπος κινδυνέψη ακόμα μια φορά να χάση την αξιοπρέπειά του, η ελληνική φωτιά, που δεν σβήνει κάτω από τη στάχτη του χρόνου, θα περιμένη πάλι την ώρα της για να φωτίση την έντρομη πανανθρώπινη ψυχή στο δρόμο της αρετής και της λευτεριάς, στο δρόμο της περιφάνειας, στης τιμής τον δρόμο.
Η Ελλάδα των Μηδικών, η Ελλάδα της Πόλης, η Ελλάδα του 21, η Ελλάδα του 17, είναι μέσα στην Ελλάδα του 40. Σαν Φυλή σταθήκαμε άξιοι της Ιστορίας μας. Τώρα είναι το χρέος μας: 
Σαν άτομα να σταθούμε άξιοι της Φυλής μας.
Ψηλά τις καρδιές οι Πανέλληνες.
Και ψηλά τις Σημαίες!

Στρατής Μυριβήλης
«Εργατική Εστία»