17 Απρ 2017

Πούσαι νιότη πούδειχνες....

Χτς κα σήμερα δια κι μοια, χρόνος μπρός, χρόνια μετά...
παρξή σου σ σκοτάδια λο πηχτότερα βουτ.
Τάχα θελησή σου λίγη, τάχα πόνος σου μεγάλος;
χ, ποσαι νιότη, ποδειχνες πς θ γινόμουν λλος

 Κώστας  Βάρναλης         
Την στροφή του αριστερού Βάρναλη την χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε την διάψευση των προσδοκιών, των ονείρων κάποιας νιότης ή και την αλλαγή των προτεραιοτήτων μεγαλώνοντας. Τα νιάτα έχουν την δυνατότητα να δίνουν υποσχέσεις. Στην περίπτωση του πρωθυπουργού όμως όλα ήταν ξεκάθαρα από την αρχή.
Ο Αλέξης Τσίπρας προσωποποίησε όχι τυχαία την «ελπίδα» για μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού. Εναπόθεσαν τις ελπίδες τους όχι μόνο όσοι τον ψήφισαν σε τρεις, κοντινές είναι αλήθεια, εκλογικές αναμετρήσεις αλλά και πολλοί άλλοι που παραδοσιακά δεν ανήκουν στην Αριστερά. Οι λόγοι της ανάδειξής του στο κεντρικότερο πολιτικό πρόσωπο της στιγμής είναι αντικειμενικοί. Ο Αλέξης Τσίπρας ήταν και είναι πολύ νέος, δεν είχε δώσει δείγμα γραφής, ήταν άφθαρτος, δεν κυβέρνησε και δεν είχε υπογράψει μνημόνια, και είχε την ηλικία αυτών που η κρίση έπληξε το περισσότερο, νέους δηλαδή σε παραγωγική ηλικία που εξαιρετικά βίαια αντιμετωπίζουν την ανεργία. Επίσης η ελληνική Αριστερά έδινε και δίνει εγγυήσεις για τη διατήρηση προνομίων σε επαγγελματικές συντεχνίες και στο δημόσιο τομέα και αυτό ήταν που προσέδωσε μια μαζικότητα στην ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Το παλιό ΠΑΣΟΚ μετακόμισε τόσο σε ιδέες όσο και σε πρόσωπα στον ΣΥΡΙΖΑ. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι άλλες πολιτικές δυνάμεις παρουσιάζονταν και παρουσιάζονται το λιγότερο φθαρμένες τόσο από το γεγονός της χρεοκοπίας όσο και από την εφαρμογή του πρώτου και καταστροφικού Μνημονίου. Το μόνο που προσέθεσε ο Αλέξης Τσίπρας σ’ αυτό το σκηνικό ήταν μια άνευ προηγουμένου παροχολογία και ένα αφελές χαμόγελο σε κάθε ευκαιρία μαζί με το ψεύτικο ηχόχρωμα του Ανδρέα Παπανδρέου.
Κάποιοι πρόφτασαν να χαρακτηρίσουν τον Τσίπρα μεγάλο ηγέτη. Για να χαρακτηριστεί ένας πολιτικός ηγέτης πρέπει να έχει στην πολιτική του μια πραγματική στόχευση, να μην την εγκαταλείπει και να γίνεται και δυσάρεστος στον λαό γι’ αυτή, να έχει διάρκεια και αποχωρώντας να έχει αφήσει το αποτύπωμά του στην ιστορία. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής για παράδειγμα πάντα πολιτευόταν με σκοπό να συνδέσει την μοίρα της Ελλάδας με αυτήν των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών. Το 1980 οι Έλληνες όχι μόνο δεν κατάλαβαν τι είχε συμβεί αλλά έδωσαν και μεγάλη πλειοψηφία στο σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Ο ηγέτης Καραμανλής όμως δεν οδηγούνταν από τον λαό, δεν τον κολάκευε, παρά αυτός ήταν που έβαζε τους εθνικούς στόχους και περίμενε τη δικαίωση που αργούσε ή δεν αργούσε να έρθει. Ο σημερινός πρωθυπουργός δεν έχει καμιά πολιτική στόχευση για τη χώρα. Δεν είναι σε θέση όχι μόνο να εφαρμόσει αλλά ούτε καν να περιγράψει μια δική του πολιτική. Δεν μπορεί από προσωπική αδυναμία να πάρει δύσκολες αποφάσεις και αναζητά λύσεις σε γελοία δημοψηφίσματα το αποτέλεσμα των οποίων αναιρεί ο ίδιος μετά, αδυνατεί να ακολουθήσει κανόνες της απλής λογικής και να πει την αλήθεια στον λαό. Πολλές φορές δίνεται η εντύπωση ότι όποιος υπουργός επισκέπτεται το Μέγαρο Μαξίμου είναι σε θέση να κατευθύνει τον πρωθυπουργό προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Ο ίδιος ονόμασε τις πολιτικές αδυναμίες του «αυταπάτες». Οι ηγέτες μπορούν να κάνουν όνειρα… Αυταπάτες στην εφαρμοσμένη πολιτική όμως δεν συγχωρούνται.
Ο Αλέξης Τσίπρας υποτίθεται ότι είναι ο εκπρόσωπος μιας γενιάς που έχει τις περισσότερες παραστάσεις από κάθε προηγούμενη, πολύ καλύτερη μόρφωση, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι ο μορφωμένος της προηγούμενης γενιάς θεωρούνταν ο απόφοιτος γυμνασίου, αλλά και πολύ φανερές αδυναμίες. Χρέος του ήταν να αναδείξει τους καλύτερους της γενιάς του. Αντί αυτού μπορεί με ασφάλεια να υποθέσει κάποιος ότι δεν βγήκε ποτέ από τα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ. Βλέπεις μια σειρά από τραγικές επιλογές που μιλούν συνέχεια λέγοντας την μία ανοησία μετά την άλλη σε μια ζαλισμένη κοινωνία που χρειάζεται το λιγότερο μια νέα πορεία εκσυγχρονισμού. Είναι τραγική η σύνθεση του υπουργικού του συμβουλίου και κοντά σ’ αυτούς βλέπεις συνεχώς κάποιους τυχάρπαστους που εξαργυρώνουν την προσωπική τους σχέση με κάποιο υπουργό ή τη συμμετοχή τους σε  διάφορες παρακμιακές κινήσεις.
Ο πρωθυπουργός αντί να αναδείξει τα πλεονεκτήματα της σημερινής Ελλάδας και των σημερινών Ελλήνων ανέδειξε όλες τις αδυναμίες τους. Ο λαϊκισμός, η πολιτική της «δικαίωσης» της παράλογης και σφοδρής λαϊκής επιθυμίας και του ψέματος, η άρνηση της πραγματικότητας μαθαίνει τον λαό να στέκεται εχθρικά απέναντι στους θεσμούς, να παραβιάζει την κοινή λογική, να διεκδικεί συνεχώς αυτά που δεν μπορεί να έχει και να βάζει το ιδιωτικό ή συντεχνιακό συμφέρον πιο πάνω από το γενικό καλό. Ο ελληνικός λαός δεν πιστεύει σε τίποτα και σε κανένα. Μάλιστα όταν το πολιτικό μήνυμα είναι τόσο ισχυρό δεν αργεί να γίνει και καθημερινή κοινωνική συμπεριφορά. Αυτός είναι και θα είναι πάντα ο πυρήνας της πολιτικής σκέψης του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο· ούτε καν οι καλές προθέσεις. Αυτή ακριβώς είναι και η πολιτική σκέψη του Αλ. Τσίπρα. Αντί λοιπόν να εκπαιδεύσει τον λαό και να τον οδηγήσει σε ένα πραγματικά νέο ξεκίνημα όπως το λιγότερο ταίριαζε στη ηλικία του τον διαφθείρει ακόμα περισσότερο.
Η ανεπάρκεια της ηγεσίας του φαίνεται σε κάθε του τοποθέτηση. Είναι απαράδεκτο για νέο πολιτικό να λέει ανακρίβειες από το βήμα της Βουλής και να μιλάει με συνθήματα. Είναι απαράδεκτο ένας πρωθυπουργός να μιλάει με συνθήματα ποιότητας πολιτικάντηδων της δεκαετίας του 1960 ή του 1980. Ο υποψήφιος πρωθυπουργός της Ελλάδας της ΕΕ και του ευρώ δεν μπορεί να ονειρεύεται λατινοαμερικάνικα καθεστώτα τύπου Αργεντινής ή Βενεζουέλας,  να τρέχει στην Κούβα εν μέσω της κρίσης, να λέει ότι θα βγάλει την Ελλάδα από την συνθήκη του Σέγκεν ή ότι το νόμισμα του ευρώ δεν είναι φετίχ όταν για όλους τους σοβαρούς ανθρώπους αυτής της χώρας είναι κοινός τόπος ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης είναι θέμα επιβίωσης.
Ο Αλ. Τσίπρας συνεχώς ανακαλύπτει «εχθρούς». «Εχθροί» εντός Ελλάδας η αντιπολίτευση (όχι η Χρυσή Αυγή της οποίας τις ψήφους όποτε χρειάζεται χρησιμοποιεί), τα ΜΜΕ και όποιος τολμά να διατυπώσει κάτι διαφορετικό. Στο εξωτερικό οι «εχθροί» είναι η Γερμανία, ο Σόιμπλε, το ΔΝΤ και τελικά όλη η Ευρώπη και μάλλον όλος ο κόσμος. Ο διχαστικός λόγος είναι η συνήθης άμυνα αυτών που απογοητεύουν. Η καλλιέργεια και διάδοση μύθων επίσης. Καμία κυβέρνηση από το 1974 και ύστερα δεν είχε πιο απαξιωμένη αντιπολίτευση. Μια αξιωματική αντιπολίτευση που έκανε εκλογές με υπηρεσιακό αρχηγό και μετά της πήρε έξι μήνες για να εκλέξει τον νέο δεν μπορεί να ευθύνεται για τις αποτυχίες της κυβέρνησης. Επίσης κανένα κόμμα δεν είχε τόσα ΜΜΕ μαζί του όσο ο ΣΥΡΙΖΑ, αν σκεφτεί κάποιος και την ποιότητα των υποσχέσεών του. Ενδεικτικά αναφέρω τον λαϊκισμό των πρωινών τηλεοπτικών ενημερωτικών εκπομπών, τα αθηναϊκά ραδιόφωνα, γνωστοί δημοσιογράφοι - εκδότες με κοινό στην κεντροδεξιά μάλιστα, φυσικά το εβδομαδιαίο δήθεν ψυχαγωγικό τρίωρο του Λάκη Λαζόπουλου και μια σειρά εκπομπών στις οποίες μπορούσαν συνεχώς να υπόσχονται χωρίς σοβαρό αντίλογο τα πάντα. Στο εξωτερικό εχθρός είναι η πραγματικότητα στην οποία καλείται να πολιτευτεί, εκτός αν πιστεύει ότι η Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αποφασίζει και για τις υπόλοιπες κυβερνήσεις της Ευρώπης. Γενικά, πραγματικός εχθρός του ΣΥΡΙΖΑ είναι η πραγματικότητα αλλά είναι και η μόνη που μπορεί να μας προσφέρει ένα πιάτο ζεστό φαί.
Η εκπροσώπηση της χώρας στο εξωτερικό έχει όλα αυτά τα γραφικά χαρακτηριστικά ενός φθίνοντος και χρεοκοπημένου, όχι μόνο οικονομικά, κράτους. Ο Αλ. Τσίπρας επιμένει να μιλάει αγγλικά ενώ ούτε μπορεί να τα μιλήσει αλλά ούτε και να τα καταλάβει. Δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία των στιγμών, τον συμβολισμό της στάσης του σώματος σε κάθε περίσταση και ότι και η στημένη οικειότητα πρέπει να διαθέτει την κατάλληλη ποιότητα, τη γνωστή αστική ευγένεια· και το κυριότερο δεν καταλαβαίνει ότι εκπροσωπεί λαό. Από τα «ανοιχτά πόδια» και το νευρικό κούνημα στην ανάκρουση του γαλλικού εθνικού ύμνου παρουσία του Γάλλου Προέδρου μέχρι την τραγική εμφάνιση δίπλα στον Αμερικανό Πρόεδρο η ίδια δήλωση «περί διαφορετικής Ευρώπης» επαναλαμβάνεται μονότονα χωρίς βέβαια να μας πει ποιο θα είναι το περιεχόμενο αυτής της «φανταστικής Ευρώπης» - γιατί μέχρι τώρα κάτι ταξίδια στη Βενεζουέλα και στην Κούβα είδαμε. Μόνο που τον βλέπεις στο εξωτερικό σου κοστίζει… Στα χρόνια του η Ελλάδα «μικραίνει…». Σε μια οπωσδήποτε μεταβατική εποχή για όλο τον κόσμο η Ελλάδα δείχνει να μην είναι σε θέση να σχεδιάσει το μέλλον της και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις. Τόσο στην οικονομία όσο και στο προσφυγικό και στις διεθνείς σχέσεις έχει πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας και θεωρούμε ότι ψηλώσαμε κιόλας επειδή τυχαίνει να έρχονται περισσότεροι τουρίστες. Είναι η πρώτη φορά εδω και χρόνια που η χώρα χωρίς ερίσματα φαίνεται τόσο παραδομένη στους υπολογισμούς των διεθνών συμφερόντων. 
Το αριστερό προβάδισμα στη διαχείριση κάποιων θεμάτων χάθηκε ταυτόχρονα με την ανάληψη της εξουσίας. Στην εκπαίδευση  επικρατεί μια τραγική στασιμότητα. Και πώς να μην επικρατεί όταν πάντα επιλέγεται για υπουργός κάποιο κομματικό στέλεχος που προφανώς δεν θέλει να πειράξει τους φίλους συνδικαλιστές. Στην υγεία το ίδιο. Η αντιμετώπιση του προσφυγικού κάθε άλλο παρά ανθρωπιστική είναι ούτε και έχει προσανατολισμό το συμφέρον της χώρας. Αυτό που δημιουργείται είναι μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών όπου η ατομική επιτυχία θα καταδικάζεται. Επιτυχία για τον Αλ. Τσίπρα είναι «οι κάρτες σίτησης», τα δωρεάν μικρογεύματα στους υπαλλήλους της ΔΕΗ, κανένα ξαφνικό επίδομα στους συνταξιούχους και οι υποσχέσεις διορισμών τύπου «Καρανίκα» (δεν βρέθηκε τυχαία στο Μαξίμου). Ως εκεί. Και δεν μπορεί και δεν θέλει το κάτι παραπάνω. Εσωτερική πόλωση, διχαστικός λόγος, διορισμοί ημετέρων, αυταρχισμός, πολιτικός χουλιγκανισμός τύπου Πολάκη και τελευταία τα παλαιοκομματικά εγκαίνια - φιέστες δρόμων δεν πηγαίνουν μπροστά τη χώρα αλλά την επιστρέφουν σ’ αυτό που χρεοκόπησε.

Η εθνική φιλοδοξία δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της ελληνικής Αριστεράς ούτε του ηγέτη της. Είναι γενημένος στα 1974 και θαρρείς πως βλέπεις την σύγχρονη εκδοχή του Δηλιγιάννη. Η αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων θέλει ηγεσία με επάρκεια, σοβαρότητα, που να μπορεί να ξεπεράσει τις αδυναμίες του παρελθόντος αλλά και του ίδιου του λαού και να βάλει τις βάσεις για ένα καλό μελλον, οπωσδήποτε διαφορετικό αλλά καλό! Η Ελλάδα του νοτιονατολικού άκρου της Ευρώπης, με γείτονα την επικίνδυνη Τουρκία, η Ελλάδα των 2,7εκ. συνταξιούχων, του 1εκ. ανέργων, των 500χιλ. μεταναστών, των 700χιλ. δημοσίων υπαλλήλων, των πολλών ξένων που ζουν στο περιθώριο και πόσων άλλων που ζουν από τον δημόσιο τομέα δεν έχει την άνεση του χρόνου, δεν διαθέτει τις δυνάμεις να αντιμετωπίζει το μέλλον της, πόσο μάλλον όταν συμπεριφέρεται όπως οι κάτοικοι της Πομπηίας πριν από την έκρηξη του Βεζούβιου· για να μην θυμηθούμε κάποιους άλλους στίχους του Βάρναλη… 


Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!


ΓΚ