25 Νοε 2017

Η παλιά και η ζωντανή Θεσσαλονίκη, (1940)

Του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου

Η μεγάλη μακεδονική πρωτεύουσα, που κατηφορίζει μαλακά από τις πλαγιές του Χορτιάτη στη φεγγόβολη ακροθαλασσιά του Θερμαϊκού, είναι η πολιτεία με την πολλαπλή ψυχή, όπως είναι όλες οι αιωνόβιες πανάρχαιες πολιτείες. Μα υπάρχει μια έντονη ιδιοτυπία στη φυσιογνωμία της, ένα χρώμα καθαρά μεσαιωνικό, που δυσκολεύεται κανείς να συναντήσει σε τόση ένταση και με τόση αφθονία χυμένο αλλού.
Σήμερα αποτελεί σημαντικότατο κέντρο της Βαλκανικής, τεράστια κυψέλη, όπου παρδαλό πλήθος αναδίνει τον αέναο βόμβο του. Μα σε πολύ μακρινούς καιρούς δεν κατόρθωσε να παίξει ανάλογο ρόλο. Και μολονότι ιδρύθηκε τρεις χιλιάδες ή κάπως λιγότερα χρόνια προ Χριστού από τους Πρωτοέλληνες και Θεσσαλούς, μολονότι έφτασε σε κάποια ακμή την εποχή του μυκηναϊκού πολιτισμού της βορινής Ελλάδας, μολονότι πήρε τ’ όνομά της ακόμη από τη Θεσσαλονίκη, την κόρη του Φιλίππου του Β΄ και ετεροθαλή αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που την είχε γυναίκα του ο Κάσσανδρος, η φήμη της έμεινε περιορισμένη ίσαμε τη ρωμαϊκή κατάκτηση.
Δυο κέντρα παλιότερα του μακεδονικού βίου, σημαντικά και σεβάσμια, η Έδεσσα και η Πέλλα, έστεκαν αιώνες ολόκληρους αντίμαχά της και συγκρατούσαν σε χρυσή μετριότητα την προοδευτική της ανάπτυξη. Μα οι Ρωμαίοι κατάλαβαν τη σημασία της γεωγραφικής της θέσεως, τις πολύτιμες υπηρεσίες που θα μπορούσε να προσφέρει στην οργάνωση των μακρινών των κατακτήσεων και στην κίνηση του εμπορίου των.
Γι’ αυτό και η κλασική αρχαιολογία της Θεσσαλονίκης είναι κυριότατα αρχαιολογία των ρωμαϊκών ή, αν προτιμάτε, των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Κι έτσι παρουσιάζεται στα μάτια του ανθρώπου που θα κάμει το σύντομο γύρο του αρχαιολογικού της Μουσείου ή θα σταθεί κοντά στη σημερινή «Καμάρα», την αψίδα του Γαλερίου, με τα φθαρμένα ανάγλυφα, και θα συλλογιστεί πως χιλιάδες χρόνια πρωτύτερα κάτω από την αψίδα αυτή δεν περνούσε το ράθυμο τραμ με τα εκνευριστικά του κουδουνίσματα και το πολυποίκιλο πλήθος του αιώνα μας, μα οι αδιάκοποι ρωμαϊκοί λεγεώνες με το βαρύβροντο βήμα, που ξεκινούσαν μέσα στη σκόνη και το σάλαγο της Αππίας οδού και ξαναβρίσκανε το δρόμο της στεριάς στο ιλλυρικό λιμάνι του Δυρραχίου, για να πάρουν την Εγνατία, αυτή την ίδια οδό, που στεφανώνεται από την αψίδα, και να καταλήξουν στους μακρινούς ακραίους σταθμούς της ρωμαϊκής Ανατολής. Υπάρχουν πέτρες, που ξυπνούν την ανάμνηση απειράριθμων περιπετειών, μιαν ολόκληρη ιστορία γραμμένη με κλαγγή σπαθιών και με πάταγο πολεμικών αλόγων.
Τέτοια πέτρα είναι η Καμάρα της Εγνατίας οδού. Άμα την προσπερνά κανείς κάθε ώρα και κάθε στιγμή πηγαίνοντας στην καθημερινή απασχόληση, λησμονεί και το ύφος της και το νόημά της. Μα σα την ξαναβλέπει ύστερα από απουσία μακρόχρονη, δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τη φαντασία του την αντίληψη, πώς πέρα μακριά, στα βάθη του ατέλειωτου δρόμου, θ’ αστράψουν χάλκινες περικεφαλαίες και θα φεγγοβολήσουν καλογυαλισμένοι θώρακες και θα ρίξουν περίγυρα φλογισμένες δέσμες αντανακλάσεων ασπίδες και λόγχες. Είναι η ψευδαίσθηση της ιστορίας, που εξουσιάζει τον στοχασμό και τον προσηλώνει μπροστά σ’ αυτόν τον πολύτιμο και πολυκύμαντο πίνακα της Μεσογείου, όπου αστράφτει σα χρυσό καρφί τεχνουργημένο με τον κόπο και την επιμέλεια αιώνων η βασιλική πολιτεία του Θερμαϊκού, η πολιτεία που γνώρισε όσο ελάχιστες άλλες την ακμή και τη δόξα και την αγωνία πικρών αλώσεων από τους Σαρακηνούς, από τους Νορμανδούς, από τους σταυροφόρους, από τους Τούρκους, η πολιτεία που υπήρξε το κέντρο του χριστιανικού κηρύγματος του Παύλου στη Μακεδονία, που είδε με φρίκη το αίμα να πλημμυρίζει τον ιππόδρομό της στις μέρες του εκδικητικού Θεοδοσίου του Μεγάλου, που αισθάνθηκε να τη διαπερνά σα θανάσιμο ρίγος η βουλιμία και η ζηλοτυπία των γειτόνων της.
Άμα σκαρφαλώνει κανείς περνώντας ανάμεσα στα στενά δρομάκια της παλιάς Θεσσαλονίκης με το ζωηρό ανατολίτικο χρώμα, στα ύψη του Επταπυργίου, που μοιάζει με καστροθεμελιωμένη και καστρογυρισμένη πολιτεία, και κοιτάζει κάτω, στα πόδια του, τη θάλασσα του Θερμαϊκού και τα πυκνά αθροίσματα των παλιών και των νέων κτισμάτων, βλέπει ν’ ανεβαίνουν ανάερα καμπαναριά και μιναρέδες, λυγεροί βυζαντινοί τρούλοι και πλαδαροί μουσουλμανικοί θόλοι κι αισθάνεται βαθύτερα το νόημα και τα πεπρωμένα της πολιτείας. Και διαπιστώνει χωρίς αμφιβολία πώς, αν η τουρκοκρατία μέρα με τη μέρα εξαφανίζεται μπροστά στ’ ορμητικό άνθισμα της σημερινής και δραστήριας Θεσσαλονίκης, το βυζαντινό ύφος μένει πάντα το κύριο και ουσιώδες ύφος της πόλεως.
Ολόκληρη η Θεσσαλονίκη δεν είναι παρά ένα απέραντο βυζαντινό μουσείο, όπου ο λαίμαργος ερευνητής μπορεί να χορτάσει την αισθητική, την ιστοριοδιφική και την αρχαιολογική του πείνα, να παρακολουθήσει όλες τις εξελίξεις και τις μετατροπές των ρυθμών της τέχνης της χριστιανικής Ανατολής, να ονειρευτεί κάτω από ζωγραφισμένους θόλους, από κομψά κιονόκρανα, από ψηφιδωτά και τοιχογραφίες, να περπατήσει ανάμεσα σε θαυμάσιες κιονοστοιχίες, σε νάρθηκες και παρεκκλήσια, να προσευχηθεί σε μεγαλοπρεπείς βασιλικές ή θολωτές εκκλησίες, να ευφρανθεί με τη γραφική αρμονία των κομψοτεχνημάτων που δημιούργησαν οι βυζαντινοί αρχιτέκτονες των μακεδονικών χρόνων.
Και θα ιδεί απάνω απ’ όλη αυτή την πολυσήμαντη θάλασσα των μνημείων και των κτισμάτων ν’ ανεβαίνει πλαγιασμένος σε μαλακό ανήφορο, ασυμπλήρωτος ακόμα ο μεγάλος ναός του πολιούχου, η αρχαία βασιλική Δημητρίου του Μυροβλήτου, η εκκλησιά με την μακραίωνη και γεμάτη συνταραχτικές περιπέτειες ιστορία, η χαλασμένη και ξανανιωμένη, η βεβηλωμένη και δηωμένη, που πολυάριθμα χρόνια τώρα ξαναχτίζεται απάνω στα σχέδια της παλιάς ομορφιάς της και καρτερεί τη στιγμή που θα γιορτάσει άλλη μια φορά τα εγκαίνιά της, ξαναζώντας στους αμφίλογους και παράδοξους καιρούς του αιώνα μας.
Ξαναπήρα έπειτα από τόσα χρόνια το δρόμο των φημισμένων ευκτηρίων. Ύστερα από τον Άγιο Δημήτριο στάθηκα στη μοναδική «ροτόντα», που μεταβάλλεται σήμερα σε μουσείο της χριστιανικής αρχαιολογίας, και καμάρωνα την πολλαπλή αντήχηση της φωνής μου κάτω από τον αέρινο θόλο του Παντοκράτορος. Πήγα στην Αγια-Σοφιά ξανανιωμένη, γεμάτη αστραφτερή φεγγοβολιά, στην Αγια-Παρασκευή ή την Αχειροποίητο Θεομήτορα, βασιλική τολμηρού και γοητευτικού σχεδίου, με είκοσι τέσσερις κολόνες, στην Παναγιά των Χαλκέων περιποιημένη με στοργική φροντίδα, ώστε να δείχνει ζωηρότερα την κομψότητα, την ευγένεια και την ομορφιά της, στον Άγιο Παντελεήμονα και στην Αγιο-Κυριακή.
Ύστερα πήρα πάλι το δρόμο του Κάστρου κι έφερα τα βήματά μου στο σεβάσμιο μοναστήρι των Βλατάδων και στο μικρό μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ, όπου έκανε την πρώτη προσευχή μετά την άλωση του 1430 ο κατακτητής Μουράτ. Αισθάνθηκα όλη την ευφροσύνη της περιπλανήσεως ανάμεσα στους τόπους, που άγιασε και ωράισεν η ευλάβεια και η τέχνη. Και σταμάτησα τελειωτικά στο θαύμα των Αγίων Αποστόλων, τον φημισμένο για τη σπάταλη αρμονία της κεραμοπλαστικής του διακοσμήσεως και για τη φτερωτή σύλληψη του αρχιτεκτονικού του σχεδίου, του απαράμιλλου σε κομψότητα.
Μα παράλληλα στη μεσαιωνική, τη βυζαντινή αυτή Θεσσαλονίκη, υπάρχει και μια άλλη ολωσδιόλου διαφορετική, η Θεσσαλονίκη της τουρκοκρατίας, της ανατολικής παραδόσεως. Είναι αυτή, που ενώνει το Επταπύργιο με τη νεώτερη πόλη της ακροθαλασσιάς· είναι η Θεσσαλονίκη της κατακτήσεως. Στις παλιές γειτονιές της δε βρήκα παρά ελάχιστη γραφικότητα και τούτη χωρίς στέρεο ύφος και χωρίς ρυθμό. Δεν κατόρθωσα να ευφρανθώ όπως στη Καστοριά ή όπως στη Νάουσα, όπου υπάρχει ευγένεια, πάστρα και αρχοντιά. Εδώ οι άρχοντες κατέβηκαν στην παραλία και κοιτάζουν από τα κυβικά τους οικοδομικά μεγαθήρια τη θάλασσα· απάνω απόμεινε το «πλήθος», που περνάει τη δύσκολη και την πληχτική του μέρα ανάμεσα σ’ ένα μαραζωμένο δέντρο και σ΄ ένα φαγωμένο λιθόστρωτο.
Πλάι στην παλιά Θεσσαλονίκη, τη Θεσσαλονίκη των μεγάλων αναμνήσεων του παρελθόντος, ζει και αναπτύσσεται η σημερινή ζωντανή πολιτεία, κέντρο και κίνητρο μιας αέναης παλίρροιας, όπου τεράστια συμφέροντα, τεράστιοι οικονομικοί παράγοντες και συνδυασμοί παίζουν τον πρώτο και κύριο ρόλο. Πρέπει να τη δει, να την αισθανθεί κι να την αγαπήσει κανείς αυτή την ολοζώντανη Θεσσαλονίκη, που είναι η μεγάλη καρδιά της Μακεδονίας, ρυθμίστρια κάθε είδους κυκλοφορίας.
Το ταξίδι μου τούτο μ’ έφερε στις πιο μακρινές περιοχές της Μακεδονίας, σε πολιτείες ακριτικές και σε χωριά χαμένα σε κάμπους και βουνά, μακριά από τη ζωηρή κίνηση της θάλασσας και των πολυσύχναστων δρόμων. Και παντού με ρώτησαν αν έρχομαι από τη Θεσσαλονίκη. Δεν με ρώτησαν αν έρχομαι από την Αθήνα. Η Αθήνα είναι πολύ μακρινή, πολύ επίσημη και πολύ απίθανη. Για τον αγρότη της Μακεδονίας μοιάζει με χώρα του παραμυθιού, που δεν του επιτρέπεται να την ποθήσει, που δεν την έχει γνωρίσει ούτε με την οποιαδήποτε, την άνεργη και τη δυσκίνητη φαντασία του. Η Θεσσαλονίκη ολωσδιόλου αντίθετα ειν’ ένας κόσμος πιο κοντινός, γεμάτος γοητεία και έλξη. Είναι η ακροθαλασσιά, το καράβι που φεύγει φορτωμένο καρπούς και γυρίζει φορτωμένο χρήμα, το τρένο που ξεκινάει προς κάθε κατεύθυνση και ξανάρχεται όλο σάλαγο και καπνό από όλα τα σημεία των οριζόντων, το πολύχρωμο πλήθος, που κερδίζει το άφθονο χρήμα και το ξοδεύει, καθώς το κερδίζει, με απερισκεψία και απλοχεριά.
Ο χωριάτης, που βασανίζεται όλο το χρόνο σκυμμένος στο χωράφι του, θα στείλει τη συγκομιδή του στη Θεσσαλονίκη· ο άνθρωπος του εσωτερικού, που θέλει να ταξιδέψει ταξίδι μακρινό και πολυήμερο, θα κατέβει και θα σταματήσει στη Θεσσαλονίκη, για να πάρει εκεί την ανάσα του και να σχεδιάσει την παραπέρα πορεία του· ο άρρωστος θα κοιταχτεί από καλύτερο γιατρό στη Θεσσαλονίκη· το παιδί του εύπορου σπιτιού θα σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας· η κόρη του άρχοντα θα ράψει το φόρεμά της, θ’ αγοράσει τα προικιά της, θα κάμει το ταξίδι του γάμου της στην ίδια φημισμένη πολιτεία της πολυτάραχης ακροθαλασσιάς. Έτσι η Θεσσαλονίκη μεταβάλλεται σ’ ένα τεράστιο χωνευτήρι, όπου ντόπιοι και ξένοι, μόνιμοι και περαστικοί βρίσκονται σε αδιάκοπη κίνηση και συναλλαγή, φλογίζονται από την ίδια δίψα του κέρδους, από τον ίδιο πυρετό της δραστηριότητας, από την ίδια προσπάθεια δημιουργίας.
Κάθομαι και βλέπω από το παράθυρο του ξενοδοχείου μου, χτισμένο αντίκρυ σε πολυσύχναστο τρίστρατο, τον κόσμο που περνά, τον κόσμο που στέκεται στις προθήκες των εμπορικών καταστημάτων, τον κόσμο που προσπαθεί να κερδίσει την ώρα του τρέχοντας σα να κυνηγιέται. Είναι η ώρα βραδινή· οι πρώτες σκιές της νύχτας σουρώνουν και κατακάθονται στην πολιτεία, που ανάβει τα φώτα της. Ένας σύσμιχτος σάλαγος αναδίνεται και γεμίζει την ατμόσφαιρα, ένας σάλαγος από γέλια, κουβέντες, ξεφωνητά, κουδουνίσματα, τροχούς και βήματα. Γυναίκες γεμάτες ανοιχτο-καρδιά πάνε κι έρχονται, σταματούν και ξεκινούν. Άνθρωποι της δουλειάς περιφέρουν τη βιαστική του εμβρίθεια στη φλογισμένη άσφαλτο. Υπάλληλοι μπαίνουν και βγαίνουν στις φωτισμένες πόρτες γεμάτοι σπουδή.
Όλο αυτό το πλήθος το παρδαλό, το ακαταστάλαχτο, το πολυποίκιλο μού θυμίζει την άλλη πρωτεύουσα, την Αθήνα. Μα η Αθήνα, σε ορισμένες της τουλάχιστον περιοχές, έχει κάποιο άλλο ύφος, κάποιον άλλο αέρα, έχει την παλιά ευγένεια, τη στέρεα οικοδομημένη αρχοντιά, την αριστοκρατία της καταγωγής, την κομψότητα και την πνευματικότητα. Η Θεσσαλονίκη είν’ ένας κόσμος που τώρα δημιουργείται, που τώρα προσπαθεί να αποκτήσει μια έκφραση, να πλάσει μια προσωπικότητα μεσ’ από το χάος των αντιφάσεων.
Πέρασαν είκοσι εφτά χρόνια από την απελευθέρωση, είκοσι δυο χρόνια από την καταστροφή της πυρκαγιάς του 1917, που έδωσε την ευκαιρία στην πολιτεία η δυνατότητα να ξαναπλάσει τον εαυτό της, δέκα εφτά χρόνια από την μικρασιατική καταστροφή, που της πρόσφερε ένα πλήθος εργατικών και ευκίνητων κατοίκων. Και στο διάστημα αυτό η Θεσσαλονίκη ξαναχτίστηκε, οργανώθηκε, έγινε μια νέα πόλη με ανοιχτούς καλοστρωμένους δρόμους, με δροσερούς κατάφυτους κήπους, με οικοδομικά μεγαθήρια. Όλη η ακροθαλασσιά ζώστηκε με από μια τεράστια οικοδομική χλωρίδα, κύβους απάνω σε κύβους, αμφίβολα κατορθώματα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής.
Καμαρώνω τη μέριμνα, που εσχεδίασε τους μεγάλους και ευρύχωρους δρόμους της σημερινής Θεσσαλονίκης, που άνοιξε ευχάριστες πλατείες, που δημιούργησε κήπους, και ανέδειξε μερικά από τα ωραιότερα μεσαιωνικά μνημεία και κτίσματα. Η παραλιακή λεωφόρος, η λεωφόρος Νίκης, μένει πάντα ένας καλός δρόμος. Είναι ο πιο αγαπημένος περίπατος των κατοίκων, που μαζεύονται κάθε βραδάκι, τις Κυριακές περισσότερο, για να γεμίσουν τα παραλιακά κέντρα, για να ρεμβάσουν και να φλυαρήσουν ολόγυρα στο Λευκό Πύργο, για να ακούσουν μουσική, να ιδούν κινηματογράφο, να πάνε με τη βάρκα να ξενυχτήσουν, και να γυρίσουν κατάκοποι, ξεθεωμένοι και πολύ φτωχότεροι στα σπίτια τους.
Στη λεωφόρο της Νίκης παίζεται θαυμάσια κάθε Κυριακή το γνωστό ιλαροτραγικό δράμα του πλήθους, που ξεχύνεται από τις πολυθόρυβες πολυκατοικίες, από τα παλαιικά σπίτια του Επταπυργίου, από τους στρατώνες και τους συνοικισμούς, για να διασκεδάσει την πλήξη του· είναι το δράμα του κυριακάτικου Ζαππείου, που το ξέρουν όλοι οι Αθηναίοι από πείρα ή παρατήρηση, σκηνή προς σκηνή.
Μα όποιος θα ήθελε να συλλάβει το ρυθμό της μεγάλης αυτής πολιτείας κοιτάζοντας το αμέριμνο κυριακάτικο πλήθος, θα κινδύνευε να πέσει σε ανεπανόρθωτο σφάλμα. Ο δρόμος της αλήθειας είναι διαφορετικός. Η πραγματική Θεσσαλονίκη, η Θεσσαλονίκη των εμπορικών καταστημάτων, των μεγάλων ξενοδοχείων, όπου κατασταλάζουν οι λογής λογής παραγγελιοδόχοι, των εργοστασίων, των γραφείων, των Ελλήνων της Μακεδονίας, που τη χρησιμοποιούν σα κυψέλη πληθωρικής δραστηριότητας, των Ελλήνων της παλαιάς Ελλάδος, που έρχονται εδώ να βρουν καλύτερη τύχη, των Εβραίων, που θεραπεύουν με πολύχρονη πείρα το θεό του εμπορίου, των προσφύγων, που αφομοιώθηκαν πια με το ντόπιο πλήθος και σφηνώθηκαν παντού, των εμπόρων, των βιομηχάνων, των μεταπρατών, που ξεκίνησαν από την κεντρική και την άλλη Ευρώπη, για να δημιουργήσουν μια νέα πατρίδα στη φημισμένη αυτή ακροθαλασσιά του Θερμαϊκού.
Η Θεσσαλονίκη αναδίνει τη βοή και τον πάταγο της απεριόριστης εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας.

«Ελληνικοί Ορίζοντες»
Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος
Εκδόσεις «Αστήρ»