20 Μαρ 2018

Ο Χριστιανισμός και η σημερινή κοινωνία, του Γιώργου Θεοτοκά

Ακούει κανείς πολύ συχνά, στη σημερινή Αθήνα, πικρές συζητήσεις που έχουν ως θέμα τη διαφθορά της κοινωνίας μας. Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι εκδηλώνεται συνήθως, γύρω στο ζήτημα αυτό, μια σπάνια ομοφωνία. Κανείς δεν φαίνεται να αμφισβητεί κατ᾽αρχήν το γεγονός ότι οι κοινωνικές μας τάξεις και οι θεσμοί μας παρουσίασαν, τις τελευταίες δεκαετίες, συμπτώματα ψυχικής διαφθοράς, ολοένα και περισσότερο αισθητά. Αυτό ισχύει εξ ίσου για το δημόσιο βίο μας και για την κρατική μας οργάνωση, για τον τρόπο σταδιοδρομίας και κοινωνικής προβολής των ατόμων, για τις οικονομικές συναλλαγές, για την οικογενειακή ζωή, για τις ερωτικές σχέσεις.
Αν θελήσουμε να αναλύσουμε κάπως το φαινόμενο, καταλήγουμε στη διαπίστωση ὀτι η κοινωνία μας - τουλάχιστο με τη μορφή που τείνει να πάρει στην πρωτεύουσα - φαίνεται να στερείται από ένα σταθερό κριτήριο που θα της επέτρεπε να ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Θαρρεί κανείς ότι έλλειψε από τη συλλογική συνείδηση η χρυσή εκείνη γραμμή των στερεών και ακμαίων κοινωνικών οργανισμών που βοηθεί τα μέλη τους να νιώθουν τι επιτρέπεται ηθικά και τι δεν επιτρέπεται - ανεξάρτητα, μάλιστα, από τους ορισμούς του ποινικού νόμου - να ξέρουν ως πού μπορεί κανείς να φτάσει επιδιώκοντας την εκπλήρωση των ατομικών απολαύσεων και φιλοδοξιών, ποιους ανθρώπους οφείλει να εκτιμά και σε ποιους να μη δίνει το χέρι.
Η συζήτηση αυτή τείνει πάντα να ξεσκεπάσει τα αίτια του φαινομένου και τους υπευθύνους. Φταίει, σας λένε, τούτη ή εκείνη η πολιτική, ή, γενικότερα, φταίει η ηγεσία του τόπου που δεν είναι πια ικανή να προσφέρει, με τις πράξεις της, ζωντανά παραδείγματα ανώτερου ήθους που να φρονηματίζουν το πλήθος. Φταίει, σας λένε ακόμα, η εκπαίδευση ή η Εκκλησία, που δεν εκπληρώνουν τον προορισμό τους, η το οικογενειακό περιβάλλον. Ειλικρινέστερο ίσως θα είταν να λέγαμε πώς φταίμε όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σαν υπεύθυνα μέλη ενός συνόλου. Αλλά και πάλι, νομίζω, δεν θα εξαντλούσαμε το θέμα, γιατί όλα αυτά, αν τα ερευνήσουμε, θα δούμε πώς δεν είναι πρώτες αιτίες. Πιστεύω πώς κάπου αλλού βρίσκεται, ως προς το ζήτημα αυτό, η πρώτη αιτία.
Επί πολλούς αιώνες, η κοινωνία μας υπήρξε χριστιανική, με σπουδαίες, βέβαια ελλείψεις, ασυνέπειες, αντινομίες. Παρ᾽όλα όμως όσα μπορεί κανείς να της καταμαρτυρίσει, είναι γεγονός πως ο Χριστιανισμός της είταν ζωντανός και πως της πρόσφερε ανεκτίμητες εσωτερικές ενισχύσεις: την παρηγοριά της ψυχής μπροστά στο χάος του θανάτου, τη λύτρωση από την αγωνία της ματαιότητας και της εγκατάλειψης που κατέχει ορμέμφυτα τον άνθρωπο σαν ατενίζει το άγνωστο του κόσμου και, σε συνάρτηση με αυτά, ένα σταθερό ηθικό κανόνα, ένα καθαρό ξεχώρισμα του καλού και του κακού. Απάνω σε τέτοιες βάσεις, η κοινωνία μας έζησε, ψυχικά ακλόνητη, κάπου δυο χιλιάδες χρόνια, παρά τους ακατάπαυστους κλυδωνισμούς της Ιστορίας. Στον αιώνα μας είναι γεγονός, που δεν έχει νόημα να το κρατούμε μυστικό, ότι το θρησκευτικό πνεύμα υποχώρησε πολύ σημαντικά, όσο και αν διατηρούνται, και μάλιστα με υπερβολική κάποτε αδιαλλαξία, τα εξωτερικά σχήματα του πατροπαράδοτου τυπικού. Από μέσα, οι ψυχικές βάσεις δεν είναι πια εκείνες που είταν.
Η εσωτερική αυτή μεταβολή δημιούργησε, σε μεγάλα στρώματα της κοινωνίας μας, ένα κενό ψυχής, που ίσως οι περισσότεροι από μας να μην το έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει καθαρά. Ωστόσο, το κενό είναι εκεί και οι συνέπειές του γέμισαν την κοινωνική μας ζωή: όχι μόνο ο ανηθικισμός και ο κυνισμός που παρατηρούμε τριγύρω μας σε κάθε βήμα, αλλά και το άγχος του ανθρώπου εμπρός στο φάσμα του θανάτου, άγχος που γυρεύει έξαλλα αντισταθμίσματα στον αρριβισμό, στην κοινωνική επίδειξη, στο πάθος της υλικής δύναμης, σε ο,τιδήποτε μας μεθά και μας βοηθεί να ξεχνούμε.
Οι πνευματικοί άνθρωποι της γενεάς μας δεν έχουν πια την εύκολη υπεροψία που είχαν αρκετοί παλαιότεροι απέναντι στα θρησκευτικά ζητήματα. Τούτο δεν οφείλεται σε καμιά διάθεση συμβιβασμού ούτε σε έλλειψη πνευματικής ενημερότητας. Οφείλεται σε αμηχανία και σε κάποιο δέος. Είδαμε το κενό - που είταν άλλοτε, υπόθεση που αφορούσε λίγα τυρραννισμένα, σκεπτόμενα άτομα - να απλώνεται τώρα σε ολόκληρες μάζες και δεν βρήκαμε με τι να το γεμίσουμε. Γι᾽αυτό γίναμε μετριόφρονες και μιλούμε σε χαμηλότερο τόνο από τους πρεσβυτέρους μας. Δεν έχουμε πια ενδιαφέρον για τη μεγαλορρημοσύνη και για υπέρμετρες πνευματικές επιδιώξεις που δεν καταλήγουν πουθενά.
Το ζήτημα είναι αν μια κοινωνία μπορεί να πορεύεται έτσι επ᾽άπειρον, χωρίς ψυχικό και ηθικό έρμα. Ως ένα σημείο, για περιορισμένο διάστημα χρόνου, είναι δυνατὀ να της προσφέρουν μια ομαδική ικανοποίηση οι φλογισμένες πολιτικές και κοινωνικές ιδεολογίες του αιώνα, οι ποικίλες όψεις του εθνικισμού ή οι μεγάλοι μαρξιστικοί πειραματισμοί. Μπορούν όμως τα κινήματα αυτά να της δώσουν μια βαθύτερη και μπάγια λύτρωση; Ή μήπως, στην ουσία τους, δεν είναι τα κινήματα αυτά τίποτα άλλο παρά όργανα και μέσα για να λυθούν πρόσκαιρα ιστορικά προβλήματα; Το πιθανότερο είναι ότι, πέρα από τα τρέχοντα προβλήματα, εθνικά, κοινωνικά, οικονομικά - όταν λυθούν και αν οριστικά λυθούν - ο άνθρωπος θα βρεθεί πάλι μόνος και γεμάτος αγωνία μέσα στο χάος, εμπρός στο θάνατο που τον περιμένει.
Οι περιώνυμες φιλοσοφίες του παρελθόντος κατόρθωσαν, ανέκαθεν, να στηρίξουν και να τονώσουν ψυχικά περιορισμένους, διαλεχτούς ομίλους. Αποτάθηκαν, σχεδόν αποκλειστικά, σε προικισμένους ανθρώπους που είχαν ιδιαίτερη κλίση και αφοσίωση στα πράματα του πνεύματος, σε μια διανοητική αριστοκρατία. Ασφαλώς δεν πρόσφεραν πνευματική ποτέ μια πνευματική σωτηρία στα πλήθη. Οι μικρές, εξάλλου,  φιλοσοφίες του καιρού μας δεν έδειξαν ως σήμερα ότι είναι ικανές να σώσουν κανέναν. Τα πλήθη όμως, ασυνείδητα, περιμένεουν, κάποια μηνύματα που θα τα βοηθήσουν να βγουν από το άγχος και από τη σύγχυση του καλού και του κακού.
Δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν δούμε, στο μέλλον - εμείς ή οι διάδοχοί μας - μια ξαφνική αναγέννηση του θρησευτικού πνεύματος. Ίσως μάλιστα να εκδηλωθεί πιο δυνατή εκεί που κανείς λιγότερο την περιμένει, στις χώρες του κομμουνισμού. Τίποτα δεν επιτρέπεται να αποκλείουμε, όταν πλησιάζουμε τα θέματα της Καινής Διαθήκης. Ο Ναζωραίος άγγισε χορδές, αποκρίθηκε σε ερωτήματα, θεράπευσε ψυχικές ανάγκες, που συμμετέχουν στην αιωνιότητα του ανθρώπινου είδους. Οι λαοί που δοκίμασαν αυτήν την αστείρευτη πηγή παρηγορίας και ελέους δεν είναι πιθανό να την ξεχάσουν ποτέ οριστικά.

Χριστούγεννα  1958