6 Απρ 2018

Η εικονογραφία της Αναστάσεως στην ορθόδοξη αγιογραφία, του Φώτη Κόντογλου

Η Ανάσταση του Χριστού είναι το πιο μεγάλο θαύμα, που μ’ αυτό σφράγισε ο Κύριος το έργο της σωτηρίας που ήρθε να κάνη στον κόσμο. Απάνω στην Ανάσταση στηρίζεται ακλόνητα η θρησκεία μας: «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται», λέγει ο Απόστολος Παύλος, «κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών». «Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε το κήρυγμά μας γι’ αυτόν είναι κούφιο, ψεύτικο και η δική σας πίστη είναι ψεύτικη». Φαντάσου λοιπόν τι λογής Χριστιανοί είναι κάποιοι που λένε πως πιστεύουνε στο Χριστό αλλά όχι στην Ανάστασή του!
Γι’ αυτό, πολύ σωστά η Ανάσταση του Χριστού είναι η σπουδαιότερη και η λαμπρότερη γιορτή της Ορθοδοξίας, κι ο λαός μας τη λέγει Λαμπρή.
Αυτή λοιπόν τη λαμπρή γιορτή που είναι για τον λαό μας «εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων», η Εκκλησία μας, η πρωτότοκος Αποστολική Εκκλησία, την καταστόλισε με ό,τι υψηλό πνευματικό έργο μπορέσανε και προσφέρανε στον αναστημένο Χριστό οι εξαίσιοι υμνογράφοι και οι θαυμαστοί αγιογράφοι μας.
Η ορθόδοξη αγιογραφία είναι μία από τις εκκλησιαστικές τέχνες της εκκλησίας μας. Κι’ επειδή πολλοί από εμάς δεν γνωρίζουνε  τι είναι καλά - καλά, αυτή η τέχνη, θα προσπαθήσω να γράψω παρακάτω, όσο πιο σύντομα μπορέσω, ό,τι θα βοηθήση τον αναγνώστη για να πάρει μια ιδέα για την ορθόδοξη αγιογραφία μας.
Η αγιογραφία, καθώς κ’ οι άλλες εκκλησιαστικές τέχνες, δεν έχει σκοπό να ευχαριστήση μονάχα τα μάτια εκείνων που μπαίνουνε στην εκκλησία, όπως κάνει η άλλη, η κοσμική ζωγραφική, αλλά ν’ ανεβάση την ψυχή τους από τον υλικό κόσμο στον πνευματικό. Η συγκίνηση που πρέπει να δώσουνε στον πιστό τα έργα της εκκλησιαστικής τέχνης είναι αλλοιώτικη απ’ τη συγκίνηση που νοιώθει βλέποντας ή ακούγοντας μια κοσμική εικόνα ή ένα μουσικό έργο της κοσμικής μουσικής ή ένα ποίημα. Αυτή η ιδιαίτερη συγκίνηση λέγεται «κατάνυξη».
Για τούτο και τα έργα της εκκλησιαστικής αγιογραφίας που σταλάζουνε στην ψυχή αυτή την κατάνυξη, είναι ζωγραφισμένα κατά διαφορετικόν τρόπο από τους πίνακες της κοσμικής ζωγραφικής. Πρώτα - πρώτα δεν είναι ζωγραφισμένα με φυσικό τρόπο, ένα πράμα που το ζητάνε οι πολλοί άνθρωποι και που το νομίζουνε σπουδαίο. Αυτή η αφυσικότητα δεν έχει για αιτία το ότι οι αγιογράφοι δεν γνωρίζουν να ζωγραφίζουν με φυσικόν τρόπο, αλλά γιατί με τη φυσική ζωγραφική δεν μπορεί να εκφρασθή το μυστικό βάθος της ορθοδοξίας, δηλαδή της θρησκείας του Χριστού. 
Οι εικόνες που ζωγραφίζανε οι αγιογράφοι της Ανατολής οι λεγόμενες βυζαντινές, εκφράζουν έναν άλλο κόσμο, κι αυτό γίνεται με τη λεγόμενη «αναγωγή». Αναγωγή είναι το ανέβασμα του καθετί που παριστάνεται σε μια εικόνα, από τον αισθητό κόσμο, που τον νιώθουμε με τις αισθήσεις, στον πνευματικό κόσμο, που τον νιώθουμε με την πνευματική αίσθηση.
Η τέχνη που ζωγραφίζει με στοιχεία του αισθητού κόσμου, δηλαδή του υλικού, και που προσπαθεί να μιμηθή τη φύση, λέγεται αναπαραστατική, ενώ η τέχνη της αγιογραφίας λέγεται λειτουργική. Η αναπαραστατική τέχνη λέγεται έτσι επειδή αναπαριστάνει τα πράγματα του φυσικού κόσμου, όπως γίνεται σήμερα με τον κινηματογράφο. 
Μ’ αυτόν τον αναπαραστατικό τρόπο είναι ζωγραφισμένα τα έργα της ιταλικής Αναγέννησης, που έχουνε μεν θέμα θρησκευτικό, αλλά είναι ζωγραφισμένα με τον τρόπο της κοσμικής ζωγραφικής. Ενώ τα έργα της αγιογραφίας είναι ζωγραφισμένα με άλλη τεχνοτροπία, που δεν είναι φυσική, και γι’ αυτό φαίνονται παράξενα και άτεχνα, σε όσους ζητούνε να βρούνε φυσικότητα σε κάθε είδους ζωγραφική.
Στις βυζαντινές εικόνες, δηλαδή στις εικόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα άγια πρόσωπα παριστάνονται «εν αφθαρσία», ενώ με τη φυσικότητα μπορούνε να παρασταθούνε μονάχα φθαρτά πράγματα, όπως είναι αυτά που βλέπουμε.  Με την ευλάβεια και με την πίστη, ο άνθρωπος μπόρεσε να ζωγραφίση ξεκινώντας από τα υλικά, κάποια πνευματικά οράματα, που έρχονται από τον κόσμο του μυστηρίου της θρησκείας. 
Αυτή, με συντομία, είναι η διαφορά ανάμεσα στην κοσμική ζωγραφική και στην αγιογραφία. Αγιογραφία υπάρχει μονάχα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί, όπως είπαμε, στην Καθολική Εκκλησία υπάρχει η θρησκευτική ζωγραφική, δηλαδή η κοσμική ζωγραφική, η αναπαραστατική που παίρνει από τη θρησκεία μονάχα το θέμα που θέλει να ζωγραφίση. 
Οι αγιογραφικές εικόνες που παριστάνουνε την Ανάσταση του Χριστού, είναι ζωγραφισμένες με τη λειτουργική τεχνοτροπία, που τη λένε βυζαντινή. Οι βυζαντινοί αγιογράφοι δεν ζωγραφίζουνε τον Χριστό να βγαίνη από το μνήμα, αλλά τον Χριστό που κατέβηκε στον Άδη, νικητής του θανάτου, και γλίτωσε από την φθορά το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό έχει και την επιγραφή «Η εις Άδου Κάθοδος».
Στη μέση ζωγραφίζεται ο Χριστός με μια ορμητική κίνηση, πατώντας απάνω στις πύλες του Άδου, που είναι σπασμένες από τη θεϊκή δύναμή του, και που καταπλακώνουνε τον Άδη, δηλαδή τον θάνατο που κοίτεται αλυσοδεμένος μπρούμητος, μπροστά σ’ ένα σκοτεινό σπήλαιο. Ο Κύριος με το δεξί του χέρι τραβά τον Αδάμ από τον τάφο, και με το αριστερό την Εύα, κι αυτό συμβολίζει την νεκρανάσταση όλου του ανθρώπινου γένους. Δεξιά και αριστερά στέκουνται «οι απ’ αιώνος νεκροί» σε στάση προσευχής, οι προφήτες Δαυίδ, Σολομών, Ησαΐας κ.λπ., οι δίκαιοι Άβελ, Ενώχ, κ.λπ., καθώς και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, που αφού προφήτεψε τον ερχομό του Χριστού επάνω στη γη, μετά την αποκεφάλισή του, κατέβηκε στον Άδη και προείπε και στους «απ’ αιώνος εκεί καθεύδοντας» πως θα κατέβη ο Χριστός, νικητής του θανάτου, για να τους ελευθερώση από την καταδίκη της φθοράς. 
Τούτη δηλαδή η εικόνα παριστάνει όσα λέγει το πασίγνωστο τροπάρι του Πάσχα που το ψέλνουνε μικροί και μεγάλοι: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
Ωστόσο, στις εκκλησίες μας δεν βλέπει πια κανείς αυτή την εικόνα της Αναστάσεως, αλλά τις ιταλικές χαλκομανίες που παριστάνουνε τον Χριστό ροδοκόκκινο και ξανθό (ευρωπαϊσμένον) να βγαίνη από τον τάφο, κρατώντας μια σημαία. Αλλοίμονο! Παίρνουμε τα ιταλικά αυτά βαρβαρουργήματα, γιατί ξεπέσαμε από την πνευματικότητα που μας είχε ανεβάσει η Ορθοδοξία, και δεν είμαστε πια σε θέση να νιώσουμε τα μεγάλα και βαθειά σύμβολα της γεραράς εικονογραφίας μας, ούτε και οι περισσότεροι κληρικοί μας.
Για να φανή η ενότητα που υπάρχει στη λατρεία της Εκκλησίας μας, και η συμφωνία ανάμεσα στις εκκλησιαστικές τέχνες, βάζω παρακάτω λίγα πασχαλινά τροπάρια από την υμνωδία μας, ανθολογημένα από τον θαυμαστό και μοσχοβολημένο παράδεισο που κληρονομήσαμε, χωρίς να τον χαιρώμαστε: «Άνω Σε εν θρόνω και κάτω εν τάφω τα υπερκόσμια και υποχθόνια κατανοούντα, Σωτήρ μου εδωνείτο τη νεκρώσει Σου. Υπέρ νουν ωράθης γαρ νεκρός ζωαρχικώτατος».  Μετάφραση: «Σαν σε καταλάβανε, ω Σωτήρα μου, τα υποχθόνια (ο Άδης, ο κάτω κόσμος), εσένα που κάθεσαι στο θρόνο της δόξας, ψηλά στον ουρανό, να κατεβαίνης κάτω, στον τάφο, τρανταχτήκανε, βλέποντας Σε νεκρό. Γιατί φανερώθηκες, κατά ένα τρόπο ακατανόητο, νεκρός, Εσύ που είσαι η πηγή της ζωής». «Ο Άδης, Λόγε, συναντήσας Συ επικράνθη, βροτόν ορών τεθειωμένον, κατάστικτον τοις μώλωψι και πανσθενουργόν, τω φρικτώ της μορφής δε   διαπεφώνηκε ». Μετάφραση: «ο Άδης, Λόγε, σαν σε συναπάντησε (τότε που κατέβηκες στα καταχθόνια), φαρμακώθηκε, βλέποντας έναν θνητόν άνθρωπο να είναι Θεός, και να είναι καταπληγωμένος(γεμάτος από λαβωματιές, στα χέρια, στα πόδια και στο πλευρό) και μαζί παντοδύναμος, κι από την τρομερή όψη σου καταταράχθηκε». 
«Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια. Εορταζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού, εν η εστερέωται». Μετάφραση: «Τώρα γεμίσανε όλα από φως, ο ουρανός κ’ η γη και τα καταχθόνια. Ας γιορτάζη, λοιπόν, όλη η κτίση την Ανάσταση του Χριστού, που μ’ αυτή στερώθηκε».
«Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις της γης και συνέτριψας μοχλούς αιωνίους, κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ, και τριήμερος, ως εκ κήτους Ιωνάς, εξανέστης του τάφου». Μετάφραση:«Κατέβηκες Χριστέ, στα κατάβαθα της γης και σύντριψες τις αιώνιες αμπάρες φυλακιωμένους τους εχθρούς, κ’ ύστερα τριήμερος, όπως βγήκε ο Ιωνάς από το θεριόψαρο, έτσι κι εσύ αναστήθηκες από τον τάφο».

Φώτης Κόντογλου
Ανέστη Χριστός, η δοκιμασία του λογικού
Εκδόσεις Αρμός