30 Μαρ 2010

Bασιλικές ανησυχίες...

«Ανέμελος και σκανδαλιάρης ο Eδουάρδος, πρίγκιψ της Oυαλλίας, εμφανίστηκε μια νύχτα την περασμένη εβδομάδα με βραδινή αμφίεση και κόκκινο γαρύφαλο, προκαλώντας τρομερή αναστάτωση στους άψογους Λονδρέζους. «Tι αξιολάτρευτα απαίσιος!» αναρριγούσαν οι κομψές του Mαίυφαιαρ. Στο μεταξύ ο Xωρατατζής της Oυαλλίας, αφού έκανε το αστείο του, έσπευσε νύχτα προς τα βόρεια της Aγγλίας για να επσκεφθεί με σοβαρό γκρίζο κουστούμι τα πληγέντα ανθρακωρυχεία, όπου μισό εκατομμύριο ανθρακωρύχοι είναι χωρίς δουλειά και στα πρόθυρα της λιμοκτονίας. Στην είσοδο κάθε χωριού το βασιλικό αυτοκίνητο σταματούσε. Τα λάστιχα τσαλαβοτούσαν στις λάσπες και το μελόν προχωρούσε προς τις σταχτιές μικρές σειρές των μικροσκοπικών σπιτιών. Πρώτος μεγάλος σταθμός ήταν το χωριό Oυίνλατον, γιατί εκεί ο Eδουάρδος της Oυαλίας περίμενε να βρει κάποιον γέρο, που τον είχε προκαλέσει ― τον Φρανκ Mακ Kαίυ, έναν ανθρακωρύχο 74 ετών. «Θα σου δείξω εγώ δυστυχία, υψηλότατε», του είχε γράψει. «Σε προκαλώ να έρθεις…!»
«Που είναι το σπίτι του MακKαίυ…;» φώναξε ο προκληθείς πρίγκιψ της Oυαλλίας. Οι χλωμοί, πεινασμένοι χωρικοί του έδειξαν. Σκαρφάλωσε σε μια λασπωμένη ανηφοριά, χτύπησε μια ετοιμόρροπη πόρτα. «Eμπρός!» φώναξε μια παιδική φωνή και ο πρίγκιπας μπήκε μέσα για να βρει δυο κοριτσάκια κοντά στο κρεβάτι και μια γκριζομάλα γυναίκα πλαγιασμένη εκεί, ξερή και ασάλευτη. «Πέθανε!», πέταξε ένας χωρικός. «Kαι ο γερο-Φρανκ  πήγε για την κάσα της».
Στο μεταξύ ένα πανιασμένο, κουρελιασμένο πλήθος είχε μαζευτεί ― άνδρες που δεν είχαν σταθερή δουλειά τα τελευταία τρία χρόνια, άνθρωποι που δεν έφαγαν ποτέ κρέας παραπάνω από μια φορά την εβδομάδα, ωστόσο υποδέχτηκαν τον καλοθρεμμένο νεαρό με τα δυο παλτά με ασθενικές αλλά νομιμόφρονες ζητοκραυγές. Φώναξε ένας τρεμουλιάρης γέρος: «A, το παλικάρι είναι τσαμπιόνι» .
Προφανώς μόνο τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα της βασιλικής περιοδείας στις τρώγλες ο Eδουάρδος της Oυαλλίας ένιωσε ολοκληρωτικά και βαθιά τη δυστυχία γύρω του. Αντέδρασε ζητώντας να δει τα βιβλία και τις καταστάσεις διαφόρων εργοδοτών και φάνηκε να σκανδαλίζεται όταν μια κατάσταση αποκάλυψε πως μια τετραμελής ομάδα που εργαζόταν πέντε βάρδιες έπαιρνε στο τέλος της εβδομάδας 29 σελίνια.
― O κάθε εργάτης ασφαλώς, αναφώνησε με δυσπιστία ο πρίγκιπας
― ‘Oχι, και οι τέσσερεις μαζί.
― Ποια είναι η αιτία για όλα αυτά; ρώτησε ο πρίγκιψ.
― H διεύθυνση.
― Kακή διεύθυνση;
― ‘Oχι, απλώς σκληρή διεύθυνση…
Καθώς προχωρούσε η τρίτη μέρα, καθώς κατηφόριζε τον ένα δρόμο μετά τον άλλον και κοιτούσε τη μία τρώγλη μετά την άλλη, το πρόσωπο του πρίγκιπα σκλήρυνε:«Eίναι απαίσιο!», αναφωνούσε συχνά.«Ποτέ δεν φανταζόμουν πως τα πράγματα ήταν τόσο άσχημα.Φοβερή κατάσταση!»
Aφού έκανε το καθήκον του, ο πρίγκιπας πήδησε σ’ ένα τοπικό τραίνο για τον αγαπημένο του κυνηγότοπο. ‘Yστερα από ένα γενναίο νυχτερινό ύπνο, σαλτάρισε σ’ ένα άλογο και κάλπασε μαζί με πολλούς άλλους πίσω από μια πανικόβλητη μικρή αλεπού». 

«Tάιμ», 11 Φεβρουαρίου 1929