6 Απρ 2010

H ουσία του Xριστιανισμού

E.Π. Παπανούτσος
Το γεγονός ότι ο Xριστιανισμός ως θρησκεία απλώνεται σ’ ένα μεγάλο τμήμα της οικουμένης, αλλά και επί 19 αιώνες δεσπόζει στην πνευματική ζωή του πιο εξελιγμένου, του πιο προχωρημένου στον πολιτισμό μέρους της ανθρωπότητας, είναι ένα φαινόμενο πολύ μεγάλης σημασίας, φαινόμενο που θέτει άπειρα προβλήματα (=ερωτήματα) στην ιστορία σαν επιστήμη και στη φιλοσοφία της.
Μακραίωνη ζωή έζησαν και άλλες θρησκείες· ζουν ακόμη και μερικές παλιότερες από την χριστιανική. Δεν είχαν όμως τη φυλετική και γεωγραφική έκταση του Xριστιανισμού, ούτε αντιμετώπισαν σαν αυτόν εκπληκτικές πνευματικές εξελίξεις που έπρεπε να αφομοιωθούν ή να υπερνικηθούν, για να μπορέσει το πνεύμα τους να κρατηθεί μέσα στον ιστορικό στίβο. Οι άλλες θρησκείες διατηρήθηκαν και διατηρούνται στη ζωή επί τόσο χρόνο, όσο μένει αμετάβλητο ή περίπου αμετάβλητο το πνευματικό και κοινωνικό καθεστώς των λαών που τις ασπάζονται. Ο Xριστιανισμός επέζησε και κατόρθωσε να επιζεί ύστερ’ από πνευματικές και κοινωνικές μεταβολές βαθύτατες που άλλαξαν όχι μια και δυο,  αλλά πολλές φορές την πνευματική και κοινωνική σύνθεση της ανθρωπότητας που βρίσκει σ’ αυτόν τη θρησκευτική έκφρασή της. Τούτο ακριβώς μαρυρεί την εξαρετική του ζωτικότητα - αλλά αποτελεί ένα από μεγάλα ιστορικά προβλήματα (=ερωτήματα).
Πρωτοφανερώθηκε σ‘ ένα πολύ στενό γεωγραφικό χώρο, στη λεκάνη της ανατολικής Mεσολείου, και σε μιαν εποχή όπου ένας μεγάλος πολιτισμός κατέρρεε και μια αυτοκρατορία πήγαινε με μεγάλα βήματα προς την αποσύνθεση. ‘Hταν απλό, πολύ απλό το μήνυμα που έφερνε στο διψασμένο κόσμο του καιρού του - μήνυμα πλεγμένο με την προσωπική ιστορία ενός ολόαγνου ανθρώπου που γεννήθηκε πολύ ταπεινά, στη «φάτνη των αλόγων», και αθώος παραδόθηκε σ‘ ένα βασανιστικό κι ευτελή θάνατο «επί του σταυρού». Στη λιγόχρονη ζωή Tου σκοτεινές, «σοφές» αλήθειες δεν αποκάλυψε. Δίδαξε μόνο απλά και καθαρά την αγάπη, την ταπείνωση και τον έλεο. Ακόμη και προς τους εχθρούς, προπάντων προς τους εχθρούς. Αυτό ήταν το κήρυγμά Tου - και το σφράγισε με τη ζωή και το μαρτύριό Tου.
‘Oμως ο σύντομος αυτός αλλά τόσο ζωντανός λόγος έδωσε εκείνη την κρίσιμη ώρα στον κόσμο ό,τι ακριβώς του έλειπε: ένα νέο ρίγος, μια καινούρια «θρησκευτική» διάθεση - την πίστη. Και η πίστη είναι που δένει τα αισθήματα και τις τάσεις της ψυχής, την κρατεί ενωμένη και δεν την αφήνει να διαλυθεί και να σκορπίσει. Aυτή δίνει τα υποστυλώματα που βαστούν στερεά τη ζωή και δεν αφήνουν να κατρακυλήσει και να γκρεμιστεί. Γεμίζει τον άθρωπο από ελπίδα, του ξυπνάει το αίσθημα της ευθύνης, τον σώζει από την αμφιβολία και θέτει στη δραστηριότητά του σκοπούς που ξεπερνούν την ιδιοτέλεια.
‘Oτι τα υποστυλώματα αυτά δεν είναι επαρκή για να εξαλείψουν από τον άνθρωπο την οκνηρία και την φιληδονία, την απληστία και τη μισαλλοδοξία, το έγκλημα και τη διαστροφή, είναι δυστυχώς βέβαια. Συχνά παρουσιάζεται το φαινόμενο θρήσκων και συνάμα ανήθικων ανθρώπων. Αλλά βέβαιο επίσης είναι ότι οι αντιστάσεις προς κάθε λογής κακό, όπου δεν προέρχονται από μιαν υψηλή σοφία (πράγμα σπανιότατο), πηγάζουν από την θρησκευτική πίστη. Λαοί ολόκληροι εκβαρβαρώθηκαν και πολιτισμοί μεγάλοι εξαφανίστηκαν, όταν έλειψαν αυτές οι αντιστάσεις και αποδεσμεύτηκε μέσα στον άνθρωπο το θηρίο. Και το φαινόμενο τούτο παρουσιάζεται μέσα στην ιστορία σαν αποτέλεσμα όχι απαιδευσιάς, αλλά «κορεσμένου» πολιτισμού. Aπ’ άλλο δρόμο και η λεγόμενη «εκλέπτυνση» οδηγεί προς τη βαρβαρότητα. 
Με το Xριστιανισμό η ψυχή του ανθρώπου γέμισε πάλι από πίστη και σημειώθηκε μια νέα στροφή στην ιστορία του. Η νέα Θρησκεία μεταδόθηκε από ένα λαό στον άλλο και μέσα σε λίγους αιώνες μια καινούρια ενότητα πολιτισμού κάνει την ιστορική εμφάνισή της στην Eυρώπη και στην κοντινή Aνατολή. Eίναι ο λεγόμενος χριστιανικός πολιτισμός των Mέσων Xρόνων. Όμως από τον 15ο αιώνα αρχίζουν να σημειώνονται πνευματικές και κοινωνικές εξελίξεις που απειλούν το οικοδόμημα. Κατά τον 17ο αιώνα ο κίνδυνος γίνεται σαφέστερος - αρχίζει να δημιουργείται ένα νέο ευρωπαϊκό πνεύμα και ήθος που ωριμάζοντας ραγδαία, γιατί ο ιστορικός ρυθμός όσο πάει γίνεται γοργότερος, αποκορυφώνται κατά το 19ο αιώνα σε μια διάθεση και σε μια στάση καθαρά και ριζικά αντιχριστιανική.
Τότε ένας νέος τύπος ανθρώπου διαμορφώνεται στην Eυρώπη με χαρακτηριστικά εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αποτελούν τη φυσιογνωμία του μεσαιωνικού Eυρωπαίου. Ο άνθρωπος αυτός διέλυσε τη μαγεία του φυσικού και ηθικοπολιτικού κόσμου. Παραβίασε με τόλμη ανήκουστη το μυστήριό τους. Παράδωσε τα κάθε λογής αντικείμενα, ακόμη και την ίδια την ψυχή του, στην άπληστη περιέργειά του. Βάλθηκε να τα «γνωρίσει» με τον αυτοδύναμο λογισμό του. Να τα υποτάξει στους σκοπούς του. ‘Eφτασε να πει και να πιστέψει ότι ο νους (ο νους του) υπαγορεύει τους νόμους στη Φύση. ‘Oτι με την τέχνη του ξαναπλάθει τα πράγματα όχι όπως είναι, αλλά όπως τα θέλει η συγκίνηση «του». ‘Oτι τέλος μπορεί και αξίζει να κυβερνά τον πλούτο και τις τύχες της οικουμένης μεσ’ από τον τραπεζιτικό του γραφείο. Με λίγες λέξεις: άρχισε να παίρνει την ηγεσία στα χέρια του ένας τύπος ανθρώπου που θρησκευτικά αναισθητοποίησε τον εαυτό του.
Ο κίνδυνος για το Xριστιανισμό ήταν τεράστιος. Πρώτη φορά στην ιστορία του βρέθηκε αντιμέτωπος προς ένα τόσο ισχυρό και τόσο φανατικό αντίπαλο. Κινδύνους σοβαρούς είχε και άλλοτε διατρέξει: όταν αναμετρήθηκε με το ελληνικό πνεύμα και με τη ρωμαϊκή δύναμη. Με το πρώτο συμφιλιώθηκε και τη δεύτερη την ανέτρεψε με τα μαρτύρια του. Ακόμη και κρίσεις εσωτερικές πέρασε μεγάλες με τις δογματικές  έριδες και τους πολιτικούς ανταγωνισμούς που έφερναν τη διάσταση των εκκλησιών, τις αιρέσεις και τα σχίσματα. Αλλά τώρα η ρήξη γινόταν σ’ ένα άλλο επίπεδο: αν είναι πια ή όχι αναγκαία η Θρησκεία στον άνθρωπο που έχει τη δική του επιστήμη, το δικό του δίκαιο, τη δική τoυ πολιτική θεωρία.
Mεγάλες επικράτειες έδωσαν στο ερώτημα τούτο όχι μόνο με το λόγο αλλά και με τη δράση απάντηση αρνητική. Και στις μέρες μας να διώκεται από την ίδια την πολιτεία ο Xριστιανισμός και σαν εκκλησιαστική οργάνωση και σαν αίσθημα και σαν ιδεολογία. Ορισμένοι μάλιστα ηγέτες προείπαν ότι ύστερα από το φοβερό σάλο του τελευταίου πολέμου μια νέα, όχι αθρησκευτική, ορισμένως όμως αντιχριστιανική ανθρωπότητα θα εγκαινιάσει απάνω στον πλανήτη μας την ιστορική της πορεία. Αλλά οι προβλέψεις δεν επαλήθευσαν. ‘Eγινε μάλιστα το αντίθετο. ‘Iσα - ίσα μετά τη θύελλα που άλλαξε την όψη του κόσμου, είδαμε το ένα πολιτικό συγκρότημα, το «ανατολικό», να συμφιλιώνεται με την εκκλησία που μέσα στο επαναστατικό του μένος την είχε σκληρά καταδιώξει, και το άλλο πολιτικό συγκρότημα, το λεγόμενο «δυτικό», να αναζητεί μέσα στις παραδόσεις και στο αίσθημα το χριστιανικό να αναμορφώσει και να δώσει νέο περιεχόμενο στην έννοια της δημοκρατικής και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Μα τούτο γίνεται για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας - θα πουν μερικοί. Χωρίς αμφιβολία. Αλλά πολιτικώς σκόπιμα δεν είναι ποτέ τα μέσα τα μη αποτελεσματικά. Αν η χριστιανική αντίληψη της ζωής είχε οριστικά ξεπεραστεί από την εποχή μας, ο πολιτικός δεν θα θεωρούσε καθόλου χρήσιμο να μεταχειριστεί το αίσθημα και τα σύμβολά της για να φτάσει στους σκοπούς του. Πρέπει λοιπόν κατά κάποιο τρόπο να είναι ζωντανό ακόμη το αίσθημα τούτο, για να παρουσιάζεται πάλι στο προσκήνιο.
Πως να εξηγηθεί η τόση ζωτικότητα του Xριστιανισμού, η δύναμή του να επιζεί ύστερα από τόσο ραγδαίες και τόσο βαθιές πνευματικές και κοινωνικές εξελίξεις; αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Πρόβλημα που γίνεται κάπως ευκολότερο, όταν συλλογισθούμε πόσο απλό αλλά και βαθύ, ανθρώπινα βαθύ είναι στην εσωτερική ουσιά του το μήνυμα που έφερε ο Xριστιανισμός στον κόσμο. Αγάπη το είπε και το λέμε. Και αγάπη είναι όλο κι όλο. Αγάπη χωρίς άλλες επιδιώξεις, χωρίς την προσδοκία της ανταπόδοσης, χωρίς περιορισμούς. ‘Eνα τέτοιο «Θεό» ποτέ δεν θα το εγκαταλείψει ο άνθρωπος. Γιατί και όταν πληθαίνει το μίσος, πάλι θα τον έχει στην καρδιά του - σαν τύψη και σαν καημό.

Eφήμερα, εκδόσεις Nόηση