7 Ιαν 2011

Aπό το βιβλίο «Λεωνής» του Γιώργου Θεοτοκά.

  Ο κήπος είταν έρημος και ανάστατος, σαν να είχε περάσει απάνω του ένας σίφουνας. Έβλεπες τραπέζια αναποδογυρισμένα, καρέκλες σπασμένες, γυαλικά πεταμένα καταγής και θρυμματισμένα, καπέλα αμέτρητα. Κι η συμφορά αυτή των άψυχων πραγμάτων, μες στο μεγάλο φως του καλοκαιρινού μεσημεριού, είταν ακόμα πιο επιβλητική καθώς τη συνόδευαν ακατάπαυστα οι κρότοι της αερομαχίας. Είτανε μια εικόνα νεκρή κι ένας θόρυβος δαιμονισμένος μες στον αέρα, χωρίς να ξεχωρίζεις άνθρωπο ζωντανό.
         Αλλά όχι, υπήρχε εκεί ένας άνθρωπος. Ο Λεωνής δεν άργησε να τον διακρίνει. Ένας άνθρωπος δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του. Εξακολουθούσε να κάθεται μες στη μέση του χώρου των τραπεζιών, κάτω από την αερομαχία, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Είταν ένας Γερμανός αξιωματικός πολύ νέος, κομψός και αυθάδης, μ’ έκεινο το ιταμό ύφος των νέων αριστοκρατών που φορούνε στολή. Είταν λεπτός, σφιγμένος σαν σε κορσέ μες στην γκριζοπράσινη φορεσιά του. Κάπνιζε ατάραχος, γεμάτος περιφρόνηση για τον κίνδυνο και το πανικόβλητο πλήθος. Δεν τον έμελλε αυτόν τι μπορούσε να του συμβεί, δε λογάριαζε τίποτα. Ή, κι αν τον έμελλε, δεν καταδεχότανε να σηκωθεί, να τρέξει, να προφυλαχτεί, να γίνει ένα με τον όχλο. Αυτός ήθελε να είναι αλλιώτικος  από τον Λεωνή και την παρέα του και τον άλλο κόσμο του κήπου, άλλη τάξη, άλλη φυλή, άλλο είδος άνθρωπος, γεννημένος για να προστάζει, να πολεμά και να σκοτώνεται, αποκλειστικά προορισμένος γι’ αυτά τα έργα, ακατάδεχτος για κάθε άλλη προσπάθεια. Τέτοιος είτανε, τέτοιος του άρεζε να είναι. Το είχε πάρει απόφαση, είχε δοσμένη τη ζωή του. Το όνειρό του δεν μπορούσε να είναι άλλο παρά να τελειώσει μια μέρα τη ζωή του όπως κινδύνευε να την τελειώσει εκεί, με βίαιο θάνατο, νέος, κομψός, αυταρχικός και γεμάτος περιφρόνηση. Ο Λεωνής δε χόρταινε να τον κοιτάζει, ποτέ δεν είχε θαυμάσει έναν άνθρωπο τόσο πολύ.

Γιώργος Θεοτοκάς
ΛEΩNHΣ
Bιβλιοπωλείον της «EΣTIAΣ»