25 Οκτ 2015

Ο «μεγαλοπρομηθευτής» στη Θεσσαλονίκη του 1915, Pierre La Meziere

Πλατεία Ελευθερίας, αρχές 20ου αιώνα
Από το Γεντί Κουλέ μέχρι το Ζεϊντελίκ, από την Καλαμαριά μέχρι το Μπεχτσινάρ, ο ‘Ελληνας, ο Τούρκος, ο Ντομνές, ο Εβραίος, ο Τσιγγάνος, ο Βούλγαρος και ο Αλβανός παίρνουν τον απογευματινό τους ύπνο.
Κι επιτέλους έρχεται το βράδυ! Η παλιά πόλη, με μια πνοή θαλασσινής δροσιάς να πλανιέται πάνω της, ξυπνάει, χασμουριέται, τεντώνεται. Στους δρόμους της, στις πλατείες και τα σταυροδρόμια μυρμηγκιάζει το πιο παρδαλό πλήθος που μπορεί να υπάρξει, αφού δίπλα σε όλες τις φυλές της Ανατολής που ζούσαν εδώ πλάι πλάι - χωρίς ποτέ όμως να αναμιχθούν, διατηρώντας η καθεμιά τις φορεσιές, τις συνήθειες και τη γλώσσα τους - ήρθαν και προστέθηκαν ο Γάλλος, ο ‘Αγγλος, ο Ρώσος, ο Ιταλός, ο Αναμίτης, ο Μαροκινός, ο ‘Αραβας και ο Σεγαλέζος…
Στην οδό Βενιζέλου, που υπερηφανεύεται για τα μαγαζιά και τα παζάρια της, αξιωματικοί των συμμάχων, νοσοκόμες, νεόπλουτοι προμηθευτές, παρελαύνουν σαν σε στρατιωτική παρέλαση, κυνηγημένοι από ένα αναρίθμητο πλήθος από τσιγγάνες που τσιγγάνες που ζητιανεύουν.
Η πλατεία Ελευθερίας δεν είναι παρά μια τεράστια αυλή καφενείου όπου είναι μάταιο να ψάξει κανείς για μια ελεύθερη καρέκλα.
Η προκυμαία της Νίκης φιλοξενεί ένα πλήθος από ρεστοράν, κινηματογράφους και «Κονσέρτα Βαριετέ» όπου το θέαμα αρχινά στις πέντε το απόγευμα και τελειώνει στη μία τη νύχτα. (…)
Ανάμεσα στους στρατιωτικούς των συμμάχων που προσπαθούν να διασκεδάσουν, να ξεχάσουν, και τους Θεσσαλονικείς που τους ωθεί μια αδιάκοπη περιέργεια, κυκλοφορούν κι όλοι αυτοί που κάποιο συμφέρον τούς ενώνει με τις ξένες στρατιές.
Να τος ο μεγαλοπρομηθευτής, που πριν δεν ήταν παρά ένας χαμάλης ντυμένος με παλιολινάτσες, να κι ο χαμαμτζής, που έβγαζε το ψωμί του με τα επιδέξια στο μασάζ χέρια του, ο οποίος κέρδισε πολλές χιλιάδες φράγκα από τους δυο βαλκανικούς πολέμους και που τώρα ο παγκόσμιος πόλεμος θα τον κάνει πολυεκατομμυριούχο ή κατάδικο.
Με διαμάντια στα χέρια, με γραβάτα, πλαστρόν και μανσέτες, περνά ανάμεσα στα τραπέζια, μοιράζοντας απλόχερα χαιρετισμούς, χειραψίες και υποκλίσεις. Από μια χρυσή τσιγαροθήκη βγάζει συνεχώς τσιγάρα με ξανθό καπνό και με τα ακροδάχτυλά του τα προσφέρει χαμογελώντας μελιστάλαχτα, στους αξιωματικούς που κάθονται στα γύρω τραπέζια.
- Ορίστε!
Μαζί προσφέρει και τη φωτιά του. Η γενναιοδωρία του είναι απεριόριστη. Προσφέρει σα να έχει αφιερωθεί σε κάτι κακό. Το μάτι του ψάχνει τον Γάλλο, τον ‘Αγγλο, τον Ιταλό, τον Ρώσο, τον Σέρβο αξιωματικό, τον οποίο ένα μπουκάλι σαμπάνια σίγουρα θα τον ευχαριστούσε πολύ. Κι αν αυτός ο αξιωματικός έχει φίλους, πολλούς φίλους, τόσο το καλύτερο! ‘Οχι μια, αλλά δύο, πέντε δέκα σαμπάνιες θα προσφέρει ο προμηθευτής των συμμάχων.
‘Ομως όταν φτάσι η ώρα του αποχωρισμού, γνωρίζει με ακρίβεια τα ονόματα των νέων φίλων του και τις θέσεις στις οποίες είναι τοποθετημένοι. Αυτές είναι λεπτομέρειες που δεν θα τις ξεχάσει ποτέ, επειδή πάντοτε έχει κανείς ανάγκη για μια πληροφορία, μια βίζα ή κάποια άλλη βοήθεια.
Την επόμενη θα γνωρίζει τα ιδιαίτερα γούστα καθενός απ’ όσους συνάντησε. Σε αυτόν εδώ αρέσουν τα τσιγάρα της Ξάνθης ή της Καβάλας; Θα φροντίσει να παραλάβει δυο χιλιάδες πρώτης ποιότητας. Ο άλλος ψάχνει για υφάσματα της Ανατολής; όπλα; μήπως νομίσματα; Ο προμηθευτής έχει στην κατοχή του απ’ όλα, και τόσο όμορφα που θα ήταν κρίμα να τα πουλήσει.
-Τέτοια κομμάτια δεν πουλιούνται, χαρίζονται φίλε μου!
(…)
Πλάι σε τούτο τον πρίγκιπα των προμηθευτών, βλέπουμε τους ευγενείς των καυσόξυλων, του νοθευμένου κρασιού, του άχυρου, του συρματοπλέγματος και της κυματιστής λαμαρίνας, καθώς και την κατώτερη ταξη των μεσιτών, των υπομεσιτών, των κραχτών και των μεσαζόντων κάθε είδους, οι οποίοι ζουν κολλημένοι πάνω στις ξένες στρατιές όπως τα τσιμπούρια στις πλάτες των προβάτων.

Pierre La Meziere
Les Amants de Penelope
Paris, 1921
μετάφραση: Σάκης Σερέφας
«Δεν υπήρξαν ήρωες εδώ…»
εκδ. University Studio Press