24 Οκτ 2015

Ο συμμαχικός στρατός του πρώτου μεγάλου πολέμου στη Θεσσαλονίκη, του Γ.Θ.Βαφόπουλου

Η παρουσία του συμμαχικού στρατού στη Θεσσαλονίκη αποτελούσε μια καινούρια γραφικότητα, που έφτανε στα όρια του εξωτισμού. Τι ήταν αυτός ο «συμμαχικός στρατός»; Γάλλοι φαντάροι, με γαλάζιες στολές, που τραγουδούσαν στους δρόμους τη «Madelon», ένα τραγούδι της μόδας την πολεμική εκείνη εποχή. Πολλοί απ’ αυτούς είχαν αφημένα μικρά γενάκια κι άλλοι πάλι, καλλιτέχνες φαίνεται, στήνανε τα καβαλέττα τους καταμεσίς του δρόμου, για να κάμουν την ακουαρέλλα ενός παλιού γραφικού σπιτιού. Κάπνιζαν μαύρες χοντρές πίπες, κάποτε μασουσάνε καπνό και συχνά πίνανε κρασί στα καπηλιά. Κι όλοι σχεδόν κουβαλούσαν από μια φωτογραφική μηχανή και φωτογράφιζαν τα βυζαντινά μνημεία ή τις ζωντανές γραφικότητες της πολιτείας. Οι αξιωματικοί κρατούσανε χοντρά ξύλινα μπαστούνια.
Ήσαν με το γαλλικό στρατό και Μαροκινοί Ζουάβοι, με τα ψηλά κόκκινα φέσια, αλπινιστές, με τα μαύρα μεγάλα μπερέ, που σκέπαζαν τη μια μεριά του προσώπου τους, Αναμίτες, με λοξά κομμένα μάτια και δόντια μαύρα από το μάσημα κάποιου φυτού της ασιατικής πατρίδας τους. Κι ακόμη γύριζαν στους δρόμους Σεναγαλέζοι, από τις γαλλικές αποικίες της Αφρικής. Τούτα τα αγαθά παιδιά της Μαύρης Ηπείρου ήσαν ο τρόμος των μικρών παιδιών και των μαννάδων, γιατί είχαν ακουσθει φήμες ότι κλέβανε μικρά παιδιά και τα τρώγανε κρυφά στους καταυλισμούς τους. Οι Γάλλοι ήσαν πολύ αγαπητοί στους Έλληνες, αλλά προ πάντων στους Εβραίους, που οι γαλλομάθειά τους τους βοηθούσε να δημιουργούν στενές σχέσεις μαζί τους.
Οι Εγγλέζοι αποτελούσαν το άλλο αγαπητό σκέλος του συμμαχικού στρατού. Ήσαν νέα παιδιά, με ρόδινα μάγουλα πάντοτε ξυρισμένα, ντυμένα μέσα στη χακί στολή τους. Περπτούσαν δυο-δυο ή και περισσότεροι, δίχως να χάνουν το στρατιωτικό ρυθμό του βήματός τους. Και καθώς όλοι οι Εγγλέζοι, σύμφωνα με μια παλιά αντίληψη του ελληνικού λαού, κρατούσαν από γενιά λόρδων, έπρεπε και τα νέα τούτα παιδιά νάναι όλοι γιοι εκατομμυριούχων. Γιατί αλλιώς δεν μπορούσε να εξηγηθεί, πώς πετούσαν, με τόσην ευκολία, τα σελλίνια τους, αγοράζοντας σε τιμές υπερβολικές τα πιο ευτελή πράγματα, που τους τα παρουσίαζαν για σπουδαία ευρήματα έξυπνοι Εβραίοι κομπιναδόροι ή ελληνικές ατσίδες.
Κι αφού γινόταν η διαπίστωση, πως είχανε σωθεί και τα τελευταία τους σελλίνια, ακουμπούσαν σαν ιππότες πάνω στον μπάγκο του καταστήματος το χρυσό τους ρολόγι, για την τελική εξόφληση του λογαριασμού. Κι ο κόσμος «έσπανε πλάκα», την ώρα που τα αυτοκίνητα της στρατιωτικής αστυνομίας μαζεύανε τα νέα τούτα παιδιά της «γηραιάς Αλβιόνος» από τους δρόμους, όπου ήσαν κατάχαμα ξαπλωμένα, με βαρύ το κεφάλι τους απότο πιοτό και με ξαλαφρωμένη την τσέπη τους. Και τότε ακόμα, προς δόξαν της αυτοκρατορίας, επέμεναν να τραυλίζουν το «God save the King». Γιατί, έχοντας τη συναίσθηση πως η «παράσταση» πήρε πια τέλος, έπρεπε, σαν καλοί Βρετανοί, να μείνουν πιστοί στην παράδοση της πατρίδας τους, που ορίζει, και σήμερ’ ακόμα, στο τέλος της κάθε πράστασης, όλοι μαζί οι ηθοποιοί να λένε τον εθνικό τους ύμνο.
Στο στρατό της Αυτού Μεγαλειότητος υπηρετούσαν και άποικοι απ’ όλα τα μέρη της Ασίας και της Αφρικής. Οι μελαμψοί Ινδοί, με το τουρμπάνι στο κεφάλι, ήσαν οι πιο χαρακτηριστικοί τύποι του αποικιακού στρατού. Όμως οι Σκωτσέζοι ήσαν εκείνοι που έδιναν έναν εντελώς ξεχωριστό τόνο στη συμμαχικοί γραφικότητα. Έκαμναν συχνές παρελάσεις, παίζοντας μονότονους σκοπούς στις φουσκωμένες γκάιντές τους. Η κοντή πλισσαριστή φούστα, το σκωτσέζικο «κιλτ», που τη φορούσαν πάνω από τα γυμνά τους γόνατα, έκανε μεγάλη εντύπωση στον κόσμο. (…)
Τον ίδιο εκείνο τον καιρό γύριζαν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και Ρώσοι στρατιώτες του Τσάρου και Σέβοι φτωχοντυμένοι και δυστυχείς. Όμως οι Ιταλοί ήταν εκείνοι, που συμπλήρωναν το μεγάλο τρίπτυχο των δυνάμεων της Αντάντ. Οι «φρατέλλοι», με τις σκούρες πράσινες μπέρτες, είχαν αναπτύξει μεγάλη οικειότητα με τους Εβραίους. Κι αυτό κυρίως γιατί εκείνο που τους κρατούσε μακρυά από τους Έλληνες. Η ψυχρότητα αυτή είχε μεταβληθεί σε αληθνή αντιπάθεια, εξαιτίας των επεισοδίων που δημιουργούνταν ανάμεσα στους Έλληνες και Ιταλούς στρατιώτες. Η φήμη πως οι Ιταλοί ήσαν πολύ επιδέξιοι να πετούν από μακρυά τα ξυράφια και να πετυχαίνουν στον λαιμό τους Έλληνες, είχε δημιουργήσει την αντίρροπη φήμη, ότι Ιταλοί στρατιώτες βρέθηκαν μαχαιρωμένοι από Έλληνες. Ωστόσο, και στον πρώτο εκείνον πόλεμο, διατηρούσαν την παλιά δόξα του καλού μουσικού. Τις Κυριακές, στην πλατεία του Λευκού Πύργου, μια ιταλική μπάντα έπαιζε ολόκληρα κονσέρτα συμφωνικής μουσικής. 

Γ.Θ.Βαφόπουλος