9 Νοε 2015

Η εντύπωση της δύναμης και η κολακεία της λαϊκής ματαιότητας..., του Γιώργου Θεοτοκά

Αφίσα του ΕΑΜ
Ο λαός, κάθε λαός, κι ο πιο μορφωμένος, είναι πάντα έτοιμος να παραδεχθεί και να επικροτήσει οποιοδήποτε καθεστώς του επιβληθεί, υπό δύο όμως όρους: να δίνει το καθεστώς την εντύπωση της δύναμης και να ξέρει να κολακέψει τη λαϊκή ματαιότητα. Δύναμη, αληθινή ή ψεύτικη, μα πειστική, και ικανότητα κολακείας· αυτά φτάνουν. Κι είναι πολύ δευτερότερη υπόθεση η «ιδεολογία» που το καθεστώς θα διαφημίσει· αν θα είναι ιμπεριαλιστικό ή ειρηνόφιλο, κομμουνιστικό ή αντικομμουνιστικό ή οτιδήποτε άλλο. Ο λαός θα συμφωνήσει με όλα, φτάνει να ξερουνε να του πάρουνε τον αέρα. Αυτά βέβαια τα κατάλαβαν πρώτοι οι κομμουνιστές, εξ’ ου η βαθύτατη περιφρόνησή τους προς τον μύθο της λαϊκής κυριαρχίας και της λαϊκής θέλησης, που όμως δεν παύουν να τον διαφεντεύουν με μεγάλο ζήλο και να τον εκμεταλλεύονται κατά βάθος και πλάτος. Γιατί ο μύθος έχει τη γοητεία του και την αξία ενός θρησκευτικού συμβόλου που μπορεί πια να μην ξυπνά μέσα μας αληθινή πίστη, όμως η πολύχρονη συνήθεια των γενεών που πίστεψαν σ’ αυτό συντηρεί μέσα μας μια ευλάβεια γι’ αυτό και μας εμποδίζει να παραδεχτούμε τον εξευτελισμό του. ‘Οσο για τη λαϊκή ματαιότητα που έλεγα πριν, δεν υπάρχει, νομίζω, τίποτα πιο παιδιάτικο, πιο επιπόλαιο, κούφιο και άστατο και συνάμα πιο εγωπαθές, πιο ευερέσθιστο, πιο ευκολογέλαστο και πιο εύκολα εξαγριωμένο από το φιλότιμο των μαζών. Απ’ όπου κι αν τις πιάσεις, είτε από την εθνική τους ματαιοδοξία (πείθοντας εύκολα πως «εμείς» είμαστε ο πιο σπουδαίος λαός του κόσμου) είτε από τα ταξικά τους μίση είτε από τον ανθρωπισμό τους που είναι απέραντος είτε από τον εξίσου απέραντο σαδισμό τους, ό,τι θες μπορείς να κάμεις φτάνει να κατέχεις καλά την τέχνη της δημοκοπίας και να καταφέρνεις να εμπνέεις τον σεβασμό για την υποθετική δύναμη που αντιπροσωπεύεις. Αν σε νιώσουν αδύνατο, τίποτα δεν πρόκειται να σε σώσει, ούτε το «ήθος», ούτε το «δίκαιο» που μπορεί να έχεις, ούτε οι «αλήθειες» που μπορεί να λες. Τότες εσύ θα γίνεις το θύμα του μαζικού σαδισμού, το σφακτάρι που πετούνε στον Ιππόδρομο για να διασκεδάσει το πλήθος. Εξάλλου στο βάθος κάθε επαναστατικού ιδανικού, θα διαφαίνεται πάντα ένα όραμα ομαδικής καλοπέρασης και τεμπελιάς, που είναι βέβαια το πιο έντονο μαζικό διεγερτικό, κάτι ανάλογο με τον παράδεισο των φανατικών μουσουλμάνων πολεμιστών, γεμάτο βουνά από πιλάφι και χορούς της κοιλιάς. Φυσικά πάντα υπάρχουν οι εκλεκτοί του φανατισμού που δίνουν τη ζωή τους για την «ιδέα»· η μάζα όμως αγωνίζεται για κάτι πολύ πιο άμεσο, κάτι που «υποπίπτει στις αισθήσεις», για μια κατάσταση πραγμάτων όπου θα δουλεύει κανείς πολύ πιο άκοπα από σήμερα, θα περνά πολύ καλύτερα και θα κάνει ο καθένας το κέφι του δίχως να τον ενοχλούν ακατάπαυστα αστυνομίες, στρατολογίες,  κι άλλοι μπελάδες κρατικοί.  Κάτι τέτοιο είναι το περιεχόμενο του όρου «λευτεριά» για τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων. Άλλο ζήτημα το ότι, και σε παλιότερες εποχές και στις μέρες μας, οι επαναστάτες των διαφόρων σχολών ξεσήκωναν τις μάζες, στο όνομα της λευτεριάς, σε φοβερούς αιματηρούς αγώνες, που είχαν πάντα ως αποτέλεσμα το δυνάμωμα της κρατικής μηχανής και τη σκληρότερη εργασία για το λαό. Μα όταν τα πράγματα συντελεστούν, αυτός ποτέ δεν γυρεύει ρέστα. Έτσι οι επαναστάτες είναι πάντα σίγουροι ότι «η Ιστορία θα τους δικαιώσει».

Γιώργος Θεοτοκάς
Τετράδια ημερολογίου

εκδόσεις Εστία