2 Φεβ 2016

Η ευθύνη και το χρέος της φυλής...

Από κει απ’ αντίκρυ ξεκίνησαν κ’ ήλθαν όλοι τούτοι  οι ψαράδες κ’ οι ναυτικοί μια φαρμακωμένη μέρα. Φουκαράδες κι ανεμαλλιάρηδες ήρθαν, με την ψυχή στο στόμα, ξυπόλητοι κι αγριεμένοι. Μέσα στα τρομαγμένα μάτια τους κρατούσαν την κόκκινη αντιλαμπή από μια πλατιά πυρκαγιά. Ήρθαν με το μαύρο βρακί ανατραβηγμένο μέσα στο μαλλένιο ζουνάρι, φορούσαν στο κεφάλι τις βαριές αϊβαλιώτικες «κατσούλες» από βελούδο ξεφτισμένο.
Ήταν ένα συννεφιασμένο απόγευμα, και τα κύματα φούσκωναν μολυβιά, δίχως να σπάνουν, σα φάνηκαν οι βάρκες τους νάρχονται. Μπρόβαλαν ξεφνικά μες από την αντάρα. Έπηξε η θάλασσα από ένα κοπάδι καΐκια, που σκαμπανέβαζαν με κόπο πάνω στα μουγγά κύματα κι όλο κόντευαν, έτσι μαζωμένα.
Με τα κουπιά ερχόντανε, και με τα πανιά, και κάτι ψαρόβαρκες, πλέβανε με δυσκολία και τραμπαλίζονταν πάνω στην ασκοθάλασσα, μ’ ένα σεντόνι μ’ ένα γυναικείο ρούχο απλωμένο για πανί. Σίμωναν ολοένα και πολεμούσαν να πιάσουν το λιμάνι με κοντοβόλτες. Απ’ έξω, στο μόλο, μαζεύτηκαν ένα πλήθος χωριανοί, μαζεύτηκαν όλοι οι Σκαλιώτες. Κοίταζαν, περίμεναν ν’ αρπάξουν τον κάβο, να δώσουν ένα χέρι. Ένα μουρμουρητό βούιζε ανάμεσα στο πλήθος που περίμενε:
- Οι πρόσφυγοι… οι πρόσφυγοι…
Ο λόγος γύριζε από στόμα σε στόμα, καθένας τον έλεγε στον άλλον για να τον ακούσει ο ίδιος.
Το κοπάδι οι βάρκες όλο και σίμωναν, κόσμος πολύς φαινόταν στοιβαγμένος μέσα, όμως πιο πολύ βάραινε η σιωπή που σήκωναν τούτα τα καΐκια. Ένα - ένα άρχισαν να μπαίνουν στο πόρτο, τα πανιά μαϊνάραν, από μέσα πετούσανε σκοινιά κ’ οι χωριανοί δένανε κάβονα πλευρίσουν στο μόλο.
Τα πιο πολλά τους ήτανε ψαράδικες βάρκες, παλιές σκάφες για χερομάχους του κουπιού. Γέρικα σκαριά με ξεθωριασμένες μπογιές και βασανισμένα μαδέρια. Ήταν όμως και μερικές, που και που, φρέσκες, με χαριτωμένη κοψιά. Άστραφταν ακόμα μέσα στα νερά οι κόκκινες και γαλάζιες λαδομπογιές.
Σε ξάφνιαζε τούτη η αταίριαστη λαμπράδα, ακόμα και κάτι ονόματα στις μάσκες, ζωγραφισμένα με λουλούδια και στολίδια, παράφωνα μέσα σε τούτη θλίψη. «Το Μαρικάκι», «Η Μιλήτσα», «Το Φροσάκι», «Γεια σου βάσανο» και τέτοια. Όλα τους άραζαν φορτωμένα δυστυχία και φρίκη. Μερικά ήρθανε τρύπια από τα βόλια. Είχανε βουλωμένες τις τρύπες με προσόψια και μεταξωτές μπόλιες, με σκουφίτσες παιδιών και εσώρουχα.
Έβγαιναν ανάκατοι άντρες, γυναίκες, μωρά. Τα πρόσωπά τους ήταν άπλυτα, χαλκοπράσινα, τα δόντια σφικτά κλειδωμένα. Κοιτούσαν γύρω με κόκκινα μάτια πρισμένα από την αγρύπνια. Είχανε τους λαβωμένους  τους μαζί, βγάλανε και κάτι σκοτωμένους, ανάμεσά τους ήταν ένα παλικάρι με ξανθό γενάκι, πολύ νέο και μια γυναίκα. Το μάγουλό της ήταν σκισμένο, το σαγόνι δεμένο με άσπρη μαγουλίκα και τα μάτια στυλωμένα, ολάνοιχτα προς τον ουρανό. Κατάμαυρα μάτια.
Τα κουφάρια ήταν ξυλιασμένα, τάβγαλαν πάνω σε παλιές στρατιωτικές μπανανίες. Κανένας δεν έκλαιγε πια. Έλεγαν «σιγά, πιάσε απ’ τη μασχάλη, μόλα το σκοινί» σα νάβγαζαν τίποτα μπόγους. Έβγαλαν κ’ ένα γέρο που ήτανε τυφλός κι από τα δυο μάτια. Στάθηκε στα πόδια του στη στεριά, έκανε το σταυρό του, και σαν κίνησε να περπατήσει, άπλωσε τα χέρια μπροστά κ’ έκανε να προχωρέσει κατά τη θάλασσα. Τον έπιασε από το μπράτσο μια γυναίκα, τον τράβηξε και είπε:
- Από δω, μωρέ καψερέ!
Ο γέρος γύρισε Τα μάτια του ήταν βγαλμένα με το μαχαίρι, δυο κόκκινες ανοιχτές πληγές.
Ήταν και μια μικρομάνα και κρατούσε στην αγκαλιά ένα αγοράκι πολύ αδύνατο τυλιγμένο σε κόκκινο χράμι.
Κρέμονταν τα λεπτά ποδαράκια του και κουνιόντανε. Κρεμόνταν πίσω, στη ράχη της μάνας, και το δεξί του χεράκι, πολύ κίτρινο. Ακουμπούσε ήσυχα το τυλιγμένο του κεφάλι στον ώμο της.
Ο κόσμος που έτρεξε να βοηθήσει το πήρε για άρρωστο. Αμ’ αυτό ήταν πια πεθαμένο. Δεν θάχε πολλήν ώρα που ξεψύχησε. Η νέα γυναίκα το κρατούσε σην αγκαλιά με προσοχή, όπως ένα άρρωστο παιδί. Είχε το νου της να μην ξεσκεπαστεί το κεφαλάκι και κρυώσει, όμως τόξερε πως ήταν πια πεθαμένο, πάει τελείωσε.
Ο άντρας πήδηξε έξω από τη βάρκα, της έδινε το χέρι να τη βοηθήσει. ‘Ηταν ένας κοντός γεροφκιασμένος τύπος, με σγουρό, ξεσκούφωτο κεφάλι. Είδε πως αυτή δυσκολευόταν ν’ ακουμπήσει απάνω του, για το ζερβί της, που δεν ήταν απασχολημένο με το παιδί, βάσταγε με προσοχή ένα δέμα, τυλιγμένο σε γαλάζια πετσέτα του τραπεζιού. Του έδωσε να της κρατήσει αυτό το πράμα.
Αυτός άπλωσε το χέρι και το πήρε, το ξετύλιξε από την πετσέτα. Είδε πως ήταν ένα κόνισμα, έσφιξε τα δόντια. Δίχως να πει κουβέντα, έχωσε την πετσέτα στη ζώνη, κατόπι έπιασε το κόνισμα με τα δυο του χέρια και το χτύπησε στο γόνατο. Τόσπασε πάξα, δυο στη μέση, πέταξε τα κομμάτια στη θάλασσα, τόν’ από δω, τ’ άλλο από κει.
- Έλα, έβγαινε! είπε σύντομα στη γυναίκα.
Αυτή κοίταξε τρομαγμένη τα μικρά τσακισμένα σανίδια που πλέψανε. Έκανε όπως μπόρεσε το σταυρό της και βγήκε με το αγοράκι στην αγκαλιά, δίχως μιλιά, με το μικρό τρομαγμένο της πρόσωπο κλειστό. Ήταν μια μικρή μητέρα, με λεπτό μελαχρινό πρόσωπο και ψιλιγραμμένου φρύδι.
Φορούσε και στα δυο της χέρια γαλάζια βραχιόλα από γυαλί που κουδούνισαν, σαν πάτησε στη στεριά. Γύριζε πίσω το κεφάλι, κοίταζε το σπασμένο κόνισμα κ’ έκανε το σταυρό της.
Η σιωπή είχε σπάσει, η μικρή πλατέα του λιμανιού γιόμιζε θόρυβο από φωνές και κρότους. 
Οι ντόπιοι ήταν κάνανε τον πολύ σαματά, με την προθυμία τους να βοηθήσουν τους κατατρεγμένους. Φαίνονταν πιο φοβισμένοι απ’ αυτούς. Κ’ οι γυναίκες του νησιού κλάψαν μ’ αναφυλλητά. Τους βόλεψαν όπως - όπως στα παλιόσπιτα και στα παλιομάγαζα, στις καλύβες των κοντινών χωραφιών. Βάλαν ακόμα και στ’ αμπάρια, που είχε το εργοστάσιο ν’ αποθηκεύει ο κάθε χτηματίας τις ελιές του για το άλεσμα. Τους φέρανε φαΐ, ρακί και καφέ να ψυχοπιάσουν.
Κατέβηκε κι ο γιατρός ο Πλατανάς από το χωριό, με την τσάντα του και με τα γιατρικά του. Ήταν χοντρός και κόκκινος, φαρδύς, με κάτι φρύδια άγρια και μπλεγμένα σαν αναποδογυρισμένα μουστάκια. Ξεφυσούσε με τα φουσκωτά του μάγουλα κ’ έλεγε «μπρε, μπρε, μπρε» και τύλιγε με τα παχιά τριχερά χέρια τις γάζες και καθάριζε τις πληγές.
- Μπρε, μπρε, μπρε!
Ανέβασαν και θάψανε τους νεκρούς στην Αγία Σωτήρα, πάνω, στο κοιμητήρι της Μουριάς. Εκεί είναι η παλιά εκκλησιά, έξω από το χωριό, μέσα σ’ ένα περιβόλι γιομάτο από αρχαίους πρίνους. Είναι σγουρά δέντρα αιώνια με σκοτεινοπράσινο φύλλωμα, στριμμένο, όλο κεντίδια, σαν από μέταλλο. Κοντά στους τάφους έχει αγριοτριανταφυλλιές και τούφες κίτρινες μαργαρίτες, που θρασομανούν κάθε άνοιξη βυζαίνοντας τους νεκρούς.
Όλο το χωριό πήγε στο ξόδι κ’ έκλαψε, όλοι έτρεξαν να δώσουν μια παρηγοριά στους κατατρεγμένους της μοίρας, που ένιωθαν κλεισμένη μέσα στη φαρμακωμένη ψυχή τους την ευθύνη και το χρέος της φυλής. Όσες ντόπιες γυναίκες είχανε παιδιά που χάθηκαν στον πόλεμο και στην αιχμαλωσία, ξανάδωσε η θλίψη τους, στάθηκαν γύρω σε συγγενικούς τάφους και μοιρολόγησαν φωναχτά τους άταφους νεκρούς, που έμειναν πιστοί στην Ανατολή.

Στρατής Μυριβήλης
Η Παναγιά η Γοργόνα
εκδ. Εστία