29 Απρ 2016

Μεγάλη Παρασκευή στη Λέσβο, Στρατής Μυριβήλης

Χρυσοκέντητος ενεπίγραφος επιτάφιος, εργασμένος από τη φημισμένη κεντήστρα Δεσποινέτα στην Κωνσταντινούπολη το 1682, με προορισμό το μητροπολιτικό ναό της ελληνικής κοινότητας στην Άγκυρα. Μουσείο Μπενάκη 
 Όπου έρχεται η Μεγαλοβδομάδα, έρχεται και η Μεγάλη Παρασκευή, να βγάλουν τη νύχτα τον Επιτάφιο, να γυρίσουν μέσα στο χωριό. Τούτες οι γιορτάδες παίρνανε μορφή εθνικής επίδειξης μπροστά στους Τούρκους. Προπάντων ο Επιτάφιος και η Δευτερανάσταση, που είχαν και τις μεγάλες λιτανείες με όλα τα λάβαρα. 
Τον Επιτάφιο τον περιμέναμε όλο τον χρόνο με λαχτάρα. Ήταν μια νύχτα γεμάτη μαγεία και συγκίνηση, όλο χρυσαφιά χρώματα και φως. Μυριζε ως τ’ άστρα ο αγέρας δάφνες και μοσκολίβανα. 
Σαν ξεκινούσε η λιτανεία, μπροστά πήγαιναν τ’ ασημένια φανάρια με τα χρωματιστά κρύσταλλα, σηκωμένα ψηλά - ψηλά, πάνω στα γαλάζια τους κοντάρια. Τα ξεφτέρουγα με τις μαλαματένιες αχτίδες άστραφταν στα φώτα. Και κείνα τα λάβαρα, οι πελώριες βελουδένιες εικόνες, σηκωμένες σα σημαίες, όλο χρυσή φούντα από καθαρό μαλαματένιο σύρμα, ν’ αντιφεγγίζουν κάτω από τις λαμπάδες και να τρέμουν. Στη μέση η Ταφή και η Σταύρωση. Τα κρατούσαν «τα παπαδάκια», αγόρια ντυμένα με άσπρα και γαλάζια άμφια, τα σήκωναν όσο μπορούσαν πιο ψηλά.
Πίσ’ από τα λάβαρα ερχόταν ο παπάς με τ’ αγιοταφίτικα άμφια. Χοντρό μενεξελί μεταξωτό με ολόχρυσες ούγες, στολισμένο με σταυρούς από αληθινά μαργαριτάρια. Έβγαζαν και τ’ ακριβό Βαγγέλιο στη λιτανεία. Το δέσιμο του ήταν πλάκες ατόφιο χρυσάφι δουλεμένο. Οι τέσσερις Ευαγγελιστές στις τέσσερις γωνίες, κ’ ένα γύρω όλο ρουμπίνια, σαν ροϊδοπαπούδες. Σπίθιζαν οι πέτρες, βυσσινιές, πράσινες, κρασουλιές.
Ύστερα ερχόταν το κουβούκλιο από τον Επιτάφιο, χαμένο κάτω από τις βιόλες και τους αβαγιανούς. Ο Επιτάφιος, μεγάλος, ολόσωμος, κεντημένος στο χρυσάφι και στα πετράδια. Κι από πίσω όλοι οι χριστιανοί με τις λαμπάδες και με τα φαναράκια. Άνδρες, γυναίκες και μωρά.
Σε κάθε τρίστατο η λιτανεία σταματούσε κ’ έλεγαν την ευκή. Σταματούσε και στην πόρτα των δημογερόντων. Και παντού έκαιγε μοσκολίβανο, τα μπρούτζινα θεμιατά κάπνιζαν στις πόρτες, στις σκάλες, στα παραθύρια. Ο ευωδιαστός καπνός ανέβαινε ειρηνικά ίσαμε τ’ άστρα, ο αγέρας μύριζε ροδόσταμα.
Μόνο η δικιά μας θρησκεία είχε τέτοια δόξα. Το ξέραμε και χαιρόμαστε γι’ αυτό. Περνούσαμε χαρούμενοι, συγκινημένοι ως τα δάκρυα περήφανοι. Περνούσαμε μονιασμένοι ως το θάνατο, φρουρά ομόψυχη γύρω στο Χριστό μας, όλοι οι Έλληνες. Πού θέλεις και δεν μπορείς να πας, σαν έχεις μπροστά σου τα λάβαρα και τα ξεφτέρια Του. Ποιον θέλεις και δεν θα τον νικήσεις με τέτοιο μποστολάτη.
Όπου ήταν για να γίνει στάση, τα παιδιά της κάθε γειτονιάς είχαν μπλεγμένες καμάρες από δάφνες, να σταθεί από κάτου το κουβούκλι, ο Επιτάφιος. Απ’ αυτές κρέμαζαν μεγάλα χαρτένια φανάρια πολύχρωμα, στολισμένα με χρυσόχαρτα και λογής ξόμπλια. Σχημάτιζαν σταυρούς, σημαίες ασπρογάλαζες, τούμπανα, άστρα. Κάναμε και τρίγωνα χαρτοφάναρα με του Θεού το μάτι στη μέση. 
Παράβγαιναν οι γειτονιές ποια να στολίσει πιο όμορφα την καμάρα της. Στη στάση της αγοράς, εκεί πια γινόταν η μεγάλη στολισιά. 
Μια φαρδιά αψίδα σηκωνόταν κι έπιανε όλο το φάρδος της μικρής πλαταίας. Τα φανάρια της αμέτρητα και στη μέση ένα μεγάλο, με τη Σταύρωση πάνω στο τριανταφυλλί χαρτί. Αυτό το λέγαμε «το δωδεκάφωτο». Μέσα έκαιγαν αράδα δώδεκα σπαρματσέτα - οι δώδεκα Αποστόλοι. Εκεί σταματούσε πολύν ώρα η λιτανεία. Έψελναν τα παιδιά τον Επιτάφιο Θρήνο, οι παπάδες λέγαν όλες, τις ευχές. 
Ανέβαινε το λοιπόν κείνη την αξέχαστη βραδιά η μεγάλη λιτανεία με ψαλμουδιές και αναμμένες λαμπάδες. Μέσα στο σκοτάδι, από τόσον κόσμο, δεν άκουγες μιλιά. Μόνο τα παπούτσια, τα ρούχα, γιόμιζαν σούσουρο τη νύχτα. 

Στρατής Μυριβήλης
«Ο Βασίλης ο Αρβανίτης»
εκδ. Εστία