23 Ιαν 2018

Πώς έγινα δάσκαλος, του Αλέξανδρου Δελμούζου

Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το Γράμμα σ’ ένα φίλο μου, που έγραψε ο Αλ. Δελμούζος το 1921. Εκεί εξηγεί για ποιους λόγους αποφάσισε να σπουδάσει Φιλολογία και να γίνει δάσκαλος, να αφοσιωθεί δηλαδή στο παιδαγωγικό έργο.

Ξαναγυρίζοντας  τότε στα περασμένα έφερνα επίμονα εμπρός μου τα παλιά σχολικά μου χρόνια. Ζητούσα τη δική μου ψυχή, μα δεν την έβρισκα στο σχολείο, παρά στο σπίτι και στο περιβόλι μας ή έξω στα βουνά, στο λόγκο και στα χωράφια. Χίλιες δυο σκηνές και επεισόδια έπαιρναν για μένα νόημα και σημασία. Με πόσο κόπο και φροντίδα έχτιζα στο περιβόλι μας μια καλύβα με πλίθρες, που τις είχα χύσει με τον μικρότερο αδελφό μου, όπως έβλεπα, να κάνουν και οι αληθινοί χτίστες. Μια καλύβα σωστή με σκεπή, με πόρτα και παράθυρο, όλα καμωμένα με τα χέρια μας. Και δίπλα το δικό μας περιβολάκι, ένα κομμάτι θησαυρού για μας μέσα στο μεγάλο με τις βραγιές, τους δρομάκους, τα δέντρα και τα λουλούδια του. Δέντρα και λουλούδια που τα είχαμε φυτέψει με τα χέρια μας και τα βλέπαμε μέρα την ημέρα να μεγαλώνουν, να μπουμπουκιάζουν, να ανοίγουν άνθη και να δένουν καρπούς.
         Πόση υπομονή και φροντίδα, τι συμμετρία χρειαζόταν, για να γίνει η Αγια - Σοφιά ή το καράβι για τα κάλαντα! Κι όμως το δικό μας ήταν πάντα από τα πλουσιότερα και τα πιο ωραία…
         Έβλεπα αργότερα εμπρός μου τον ίσιο και μονότονο ερημικό δρόμο με τις θλιμμένες ελιές και τα βαριά βουνά. Ώρες ολόκληρες περπατούσαμε εκεί με το στοχαστικό και αδύνατο φίλο, και σε ατέλειωτες σοβαρές συζητήσεις αντικρίζαμε τα μεγάλα προβλήματα του κόσμου ζητώντας τη λύση τους.
         Ο Παρνασσός, το θεόρατο βουνό με τα χιόνια του, τα πυκνά του δάση και τους απόκρημνους βράχους του, με τις νεράιδες και τα στοιχειά του, δεν είχε μείνει για μένα το άγριο μόνο και μυθικό βουνό. Κάποτε μ’ ένα φίλο μου φεύγοντας κρυφά από το σπίτι, με τρεις δραχμές και σαράντα πέντε λεπτά τη μόνη μας περιουσία γύριζα μια εβδομάδα κάθε του ράχη και κάθε του γωνιά. Και θυμόμουν πως ξαναγυρίζοντας στο σπίτι είχα τ’ άσπρα λινά παπούτσια μου κουρέλι μοναχό, την ψυχή όμως, με όλο τον τρόμο για την τιμωρία που με περίμενε, γεμάτη από εντυπώσεις και ομορφιά. Και μήπως, πια ράχη και πια γωνιά από τ’ άλλα γύρω βουνά μου έμεινε κρυμμένη την Κυριακή που πήγαινα με άλλα παιδιά κυνηγώντας τάχα, ή κάποτε και καθημερινή, όταν τα μαθήματα βάραιναν πάρα πολύ;
         Κοίταζα τα περασμένα κι έβλεπα ένα παιδί ολοζώντανο με πηγαία ενδιαφέροντα άλλοτε να παίζει τρελά και άλλοτε ανήσυχο και ακούραστο να δοκιμάζει, να σκέπτεται, να συνδυάζει, να επιχειρεί, να συγκεντρώνεται ώρες και μέρες σε δικά του προβλήματα, να διψά τη γνώση και το φως. Άκουα φιλοσοφία και άλλα μαθήματα στο ξένο πανεπιστήμιο, και όπου κατόρθωνα να συγκεντρωθώ και να προσέξω, τα καθηγητικά λόγια μου ξέφευγαν σαν να ‘ταν ιερογλυφικά σημεία. Κι όμως είχα ζήσει παιδί ακόμα στο δικό μου κόσμο και με το δικό μου τρόπο κάτι από αυτά που έφταναν τώρα στα αυτιά μου. Ποιο χέρι πήρε ένα θεόρατο σφουγγάρι κι έκαμε την ίδια την ψυχή τάμπουλα ράζα; Τι τη στέγνωσε έτσι κάθε δροσιά;
         Κι έβλεπα τότε ξέχωρα από το δικό μου κόσμο ένα πελώριο και άδειο κτίριο, σωστό «νησί των νεκρών», αποκλεισμένο με ψηλά, πυκνά και μαύρα κυπαρίσσια απ’ όλη τη ζωή. Ήταν το ελληνικό σχολείο και το γυμνάσιο, όπου είχα περάσει εφτά χρόνια, πέντε και έξι ώρες την ημέρα. Αν από το δημοτικό δεν μου είχαν απομείνει παρά ένα δυο σκηνές και μια θολή εικόνα, το νησί των νεκρών το ξαναζούσα ολόκληρο.
         Το παιδί του Παρνασσού ακούει γεωγραφία. Ο σχολάρχης, μη μπορώντας να περπατήσει, καθόταν στην έδρα του με μια βέργα μακριά. Ένας χάρτης κρεμόταν κοντά του στον πίνακα, κι εκεί φώναζε ένα ένα τα παιδιά με ονόματα ειδικά το καθένα: «κουτσοκέρα γίδα» ή «ρούσικο στιβάλι» ή «καλαπόδι» και άλλα παρόμοια. Τα φώναζε να ειπούν και να δείξου το μάθημα. Αλλοίμονο αν ξεχνιόταν ένα ποτάμι της Αμερικής ή ο αριθμός των κατοίκων από κάποια πόλη της. Η βέργα έπεφτε βροχή μαζί με τις βρισιές. Κι αυτό ήταν το μόνο που συγκέντρωνε την προσοχή όλων μας. Άλλοι διάβαζαν κλεφτά κάτω από το θρανίο το παρακάτω, άλλοι παίζαμε με κλοτσιές αθόρυβες, ώσπου να συγκεντρωθούμε πάλι με νέο ξύλο και νέες βρισιές. Και συλλογιζόμουν τώρα τη γεωγραφία που την είχα όλη μάθει απ’ έξω κι έβρισκα μονάχα πλήθος αριθμούς και ατέλειωτα μπερδεμένα ονόματα από ποταμούς, βουνά και πόλεις…

         Το μικρό ταχτικό καλλιεργητή του δικού μου περιβολιού τον έπαιρνε η σχολική Φυτολογία και η διδασκαλία της. Αποστήθιζε πώς αναπτύσσονται και ζουν τα φυτά, διάβαζε για «ύπερους, στήμονες, θρίδακας» και τα παρόμοια, και δεν καταλάβαινε τίποτα, αν και ήτανε τα ίδια φυτά και λουλούδια, που τόσο τα αγαπούσε και τα φρόντιζε στο σπίτι του. Και την άλλη μέρα θα το έλεγε το μάθημα νεράκι αν τον «έβγαζε έξω» ο δάσκαλος, ένας άνθρωπος αγέλαστος με μεγάλη επιβολή, αλλά και με μάτι που δεν του ξέφευγε τίποτα. Σ’ αυτόν ήμαστε αρνάκια· αρνάκια όμως που έτρεμαν και παπαγάλιζαν ή μάθαιναν το πολύ ορθογραφία και κάποια σύνταξη.