27 Οκτ 2018

Χρονικό του 1942, του Ηλία Βενέζη

Είχε πέσει κείνα τα χρόνια συμφορά μεγάλη στη χώρα των Ελλήνων. Ζούσαν ήσυχοι και με ειρήνη οι άνθρωποι τη δύσκολη ζωή των βουνών και των θαλασσών τους, τίποτα δε γυρεύανε απ’ τους άλλους, όταν ο κακός γείτονας τους κήρυξε τον πόλεμο κι έστειλε τα φουσάτα του να ρημάξουν τη χώρα. Τότες ο λαός που είδε το άδικο ξεσηκώθηκε, παλικάρια, γυναίκες και γερόντοι άφησαν τη γη και τη θάλασσα και τράβηξαν στα βουνά να μποδίσουν το κούρσεμα της πατρίδας. Πολεμούσανε μήνες και μήνες. Ήταν βαροχειμωνιά, και στα φαράγγια της Πίνδος, οι άνεμοι βουίζανε, το χιόνι στοιβαζόταν, και οι άνθρωποι ξεπαγιάζανε. Απ’ το πολύ το κρύο πληγιάσανε τα κορμιά των παλικαριών, άλλους τους κόψανε το χέρι, άλλους τους κόψανε το ποδάρι. Όμως να το βάλουνε κάτου δε λέγανε. Έτσι ντροπιάστηκε τότες απ’ το λαό των Ελλήνων ο κακός γείτονας, και θα τον ρίχνανε οι Έλληνες στη θάλασσα, αν άλλος οχτρός πιο φοβερός και πιο αντίχριστος δε ριχνότανε άναντρα πάνου στους φουκαράδες που πολεμούσανε για πατρίδα και λευτεριά. Κι οι Έλληνες πια δε βάσταξαν και λύγισαν. Τα φουσάτα των οχτρών μπήκαν στη χώρα, υποτάχτηκε ο λαός των Ελλήνων, και στον Ιερό Βράχο των προγόνων του σηκώθηκε σαντάρδο μισητό.
Τότες ήρθε η μεγάλη πείνα. Οι οχτροί πήρανε ό,τι έδινε και δεν έδινε η γη, ρημάξανε τον τόπο. Γυμνοί και σκελετωμένοι οι Έλληνες, τα παιδιά και οι γερόντοι και οι γυναίκες γύριζαν γυρεύοντας να βρούνε στα σκουπίδια του δρόμου να τα φάνε. Μαλώνανε ποιος να πρωτοαρπάξει την άθλια τούτη θροφή, πέφτανε τσακισμένοι μες στο δρόμο και πεθαίνανε. Τόπο δεν είχε να τους θάψουνε, γιατί τα κοιμητήρια γεμίσανε, τους θάβανε όλους μαζί σε μεγάλους λάκκους. Στα λιμάνια οι ψαράδες μπαίνανε μες στις βάρκες τους, τυλιγόταν στις κάπες τους και πεθαίναν. Πάνω τους, στο γαλάζιο ουρανό, πλέανε οι άσπροι γλάροι. Απ’ τα νησιά του Αιγαίου οι δεσποτάδες στέλνανε μηνύματα στην Πρωτεύουσα, στον αρχιερέα: «Στείλε μας ψωμί και νεκροσέντουκα, του γράφανε. Τι θ’ απογίνει το ποίμνιό μας, πρωθιεράρχη;»
Έτσι πέρασε ο χειμώνας και ήρθε η άνοιξη, το έτος 1942. Την άνοιξη, ημέρα του Ευαγγελοσμού, οι Έλληνες τιμούνε την Ελευθερία. Στα καλά χρόνια σέρνανε τις σημαίες στα σπίτια τους, βάζανε τα καλά τους ρούχα, οι καμπάνες των εκκλησιών παίζανε, και στη Μητρόπολη έκανε δοξολογία ο αρχιεπίσκοπος φορώντας τα χρυσά άμφια και τριγυρισμένος από δεσποτάδες και προεστούς.
Σαν ξημέρωνε η 25 Μαρτίου 1942, οι οχτροί που δυνάστευαν και ξεκλήριζαν τη χώρα των Ελλήνων είπαν με το νου τους πως έτσι πεινασμένος λαός θα καθήσει ήσυχα, επειδή θα ‘χει ξεχάσει σίγουρα, είπαν, πατρίδα και λευτεριά.
Όμως δεν ξέρανε καλά τους σκλάβους τους, γιατί δεν ξέρανε από πόσο παλιά χρόνια ζει μέσα τους το πάθος για την ξερή τους γη, για τα γυμνά νησιά τους, για τη δόξα των πατεράδων και των παππούδων τους.
Έτσι έγινε στις 25 Μαρτίου του 1942: Ο πεινασμένος λαός των σκλάβων βγήκε στους δρόμους της Πρωτεύουσας και τράβηξε σιωπηλά στη Μητρόπολη. Στα πρόσωπα δεν έλαμπε, όπως στους καλούς χρόνους, η χαρά, λύπη και πίκρα και συντριβή είχαν τα πρόσωπα. Όμως στα μάτια άστραφτε η πίστη, η αδάμαστη θέληση, η λατρεία της λευτεριάς. Ήταν γυναίκες ντυμένες στα μαύρα, μητέρες του πένθους, χήρες και ορφανά, ήταν γερόντοι. Ήταν, ατέλιωτη θεωρία, και οι λαβωμένοι πολεμιστές: Άλλοι έχοντας κομμένα τα ποδάρια περπατούσαν στα δεκανίκια, άλλους τους σέρνανε μες στα καροτσάκια Ελληνίδες, κορίτσια με άσπρες μπλούζες και με κόκκινο σταυρό στο κεφάλι. Όλο τούτο το πλήθος μπήκε στην εκκλησιά, δόξασε το Θεό και τον παρακάλεσε να σκύψει να δει τα βάσανα που πέσανε στη χώρα των Ελλήνων, να τους λυπηθεί και να γίνει ίλεος. Ύστερα ψάλανε τροπάρια του πένθους, κάμανε μνημόσυνο για τις ψυχές των αποθαμένων, των παλικαριών, που σκοτώθηκαν στα χιονισμένα βουνά της Πίνδος και των άλλων που τους πήρε η πείνα το χειμώνα του 1941.
Κι αφού όλα αυτά γινήκανε, ο λαός βγήκε όξω να πάει λουλούδια στον τάφο του Νεκρού Στρατιώτη. Κάτου απ’ το παλιό Βασιλικό Παλάτι, εκεί είναι ο Τάφος. Εκεί έχουν αποθέσει τα κόκαλα ενός παλικαριού που σκοτώθηκε στον πόλεμο, και που τ’ όνομά του χάθηκε και δεν τόμαθε κανένας. Είναι ο τόπος περισσά ωραίος, από πάνου είναι ο ουρανός γαλάζιος, έχουν βάλει και μια πλάκα στον Τάφο σκαλισμένη με παραστάσεις αρχαίες.
Ο λαός άρχισε να πορεύεται προς τον Τάφο. Πήγαιναν πρώτα οι λαβωμένοι πολεμιστές πάνου στα καροτσάκια τους, ύστερα οι μαυροφορεμένες γυναίκες, ύστερα το άλλο πλήθος. Οι καταχτητές αυτά βλέποντας, φοβήθηκαν και είπαν: «Τούτοι θα κάνουνε κίνημα, και πρόσταξαν να σκορπίσει το πλήθος. Στήσανε κανόνια και άρματα και καβαλαρέους και πεζούρα πολλή, και είπαν:
«Μην κάνετε πως περνάτε, γιατί θα χτυπήσουμε!»
Μια στιγμή έγινε μες στο λαό ένα σούσουρο, μα μονομιάς πέρασε ο φόβος. Σ’ όλα τα μάτια η απόφαση άστραψε:
«Όχι! Είναι ο Τάφος του σκοτωμένου μας παλικαριού, είναι οΤάφος των παιδιών μας! Θα πάμε στον Τάφο για να τιμήσουμε τα παλικάρια μας που σκοτώθηκαν για την Ελλάδα!».
Κι άρχισαν να βαδίζουν.
Οι αρματωμένοι οχτροί φωνάξανε τότες:
«Μην κάνετε άλλο! Θα ρίξουμε!»
Μα ο λαός ολοένα πορευόταν. Αργά. Αργά. Οι οχτροί χαζιρέψαν τ’ άρματα. Τα στήσαν καταπάνου στο λαό. Ο λαός ολοένα πορευόταν. Ώσπου φτάσανε κοντά ο ένας με τον άλλο. Ήταν πια φανερό πως η ώρα ήρθε.
Τότες έγινε σιωπή θανάτου. Φύλλο να ‘πεφτε δε θ’ ακουγόταν. Όταν, ακούστηκε η πρώτη μπαταριά. Οι στρατιώτες ρίχνανε στο πλήθος.
Έγινε κακό μεγάλο. Οι γυναίκες και οι γερόντοι άρχισαν να φωνάζουν απελπισμένα:
«Ώχου, που μας σκοτώνουν ανυπεράσπιστους! Ώχου, που σκοτώνουνε, γυναίκες ανήμπορες κι έρημες!».
Οι στρατιώτες ολοένα ρίχνανε, και η σαστισμάρα που έπεσε στο λαό ήταν μεγάλη. Όμως τότες, στη δύσκολη ώρα, πετιέται μια Ελληνίδα με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Ήταν κόρη της Αττικής.
«Αδέρφια, μη δειλιάζετε! φωνάζει. Ελάτε μαζί μου, αδέρφια!»
Όλοι τότες είδαν:
Η κόρη άρχισε να βαδίζει. Πλάι της ήταν ένας σακατεμένος πολεμιστής που πορευόταν. Η κόρη τον έσερνε απ’ το χέρι, κι αυτός την ακολουθούσε κοιτάζοντας πάντα ψηλά στον ουρανό. Ήταν ένα χλωμό παλικάρι, προχωρούσανε κι οι δυο τους ίσια, περήφανα, κι ήταν σα να περπατούσε η μοίρα της Ελλάδας.
Άξαφνα ακούστηκε η φωνή του παλικαριού. Μιλούσε στους οχτρούς και τους έλεγε: «Είμαι τυφλός! Είμαι τυφλός!» Κι ολοένα πήγαινε μπροστά ο τυφλός τραυματίας, από πάνω του το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού της Ελλάδας τον τύλιγε, τύλιγε και τα μαύρα μαλλιά της κόρης της Αττικής.
Έγινε τότες το θάμα:
Μπροστά στο τυφλό παλικάρι που πήγαινε προς τον θάνατο, μπροστά στο νέο κορίτσι που το οδηγούσε, μπροστά στη Μοίρα του περήφανου τόπου, το αφρισμένο θεριό που ξερνούσε φωτιά και σίδερο δείλιασε. Οι πρώτοι στρατιώτες αποτραβήχτηκαν σα να βλέπανε φάντασμα, οι άλλοι οι στρατιώτες όλοι τρέμοντας κάνανε πίσω. Κι από το δρόμο που άνοιξαν, ο λαός χύθηκε σηκώνοντας στους ώμους τους σκοτωμένους, κραυγάζοντας και ολολύζοντας. Έτσι φτάσανε έσαμε τη μεγάλη πλατεία που ‘ναι κάτου απ’ το παλιό Βασιλικό Παλάτι, εκεί που ο τόπος είναι περισσά ωραίος. Μπροστά στον Τάφο του Νεκρού Στρατιώτη ο λαός απόθεσε τους νέους νεκρούς κι ύστερα γονάτισε. Έτσι γονατιστοί, γερόντοι, γυναίκες, νέοι και παιδιά τραγούδησαν τον Ύμνο στην Ελευθερία. Είναι ένα παλιό τραγούδι που λέει πως όλα γύρω ήταν σιωπηλά γιατί τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Έκλαψε ο λαός, θυμήθηκε τους προγόνους του, έβαλε λουλούδια πάνου στο μαρμαρένιο Τάφο, κι ύστερα σηκώνοντας στον ώμο τους σκοτωμένους πήγε να τους θάψει.
Όμως πολύ αίμα είχε τρέξει απ’ τις λαβωματιές τους, έσταξε πάνου στις πέτρες της Πλατέας, και για πολύ καιρό δεν έβγαινε.

Ηλίας Βενέζης
Ώρα πολέμου
Εκδ. Εστία