25 Οκτ 2014

Θεσσαλονίκη, βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 1912

Δυο-τρεις πιο ζωηροί, πιο ανυπόμονοι - οι δέκα ήταν περασμένες - πήραν την απόφαση «να ιδούν τι γίνεται έξω». Άρχισαν από τον «μόλο» (την παραλία που λέμε τώρα) κι έφτασαν έως το «Μπιάζ Κουλέ» (όπως λεγότανε ο Λευκός Πύργος τότε), έστριψαν και διέσχισαν τη λεωφόρο Χαμηντιέ (σημερινή «Εθνικής Άμυνας»), πέρασαν και από το Ιπποδρόμιο, βγήκαν στην Εγνατία και στο Ταχτά Καλέ κι έφτασαν ως το Τόπχανε και το Βαρδάρι. Παράξενο: Ούτε περίπολος ούτε «πολιτσάνος» (αστυνομικός), ούτε «τζανταρμάς» (χωροφύλακας), ούτε «πασβάντης» (νυχτοφύλακας) πουθενά.
Πουθενά ψυχή ζωντανή. Κι ούτε ίχνος ή ήχος. Βουβαμάρα και ησυχία παντού. Νέκρα πέρα ως πέρα. Οι έρημοι δρόμοι και τα κλειστά και άφωτα σπίτια, θύμιζαν τις φανταστικές νεκρές πολιτείες παλιών παραμυθιών. Οι εξερευνητές ξαναγύρισαν στη βάση τους, στο διανυκτερεύον «Όλυμπος Παλάς». Και οι εκεί αγραυλούντες σηκώθηκαν βιαστικά από τις θέσεις τους, τους περιτριγύρισαν και τους ρωτούσαν: 
- Είδατε τίποτα; 
- Τίποτα. Ερημιά και ησυχία παντού.
- Περίεργο!
Ξαφνικά, όμως, λίγο αργότερα, γοργά ποδοβολητά αλόγων ακούστηκαν έξω από το μεγάλο εκείνο κέντρο κι ευθύς αμέσως ύστερα άνοιγε διάπλατα η βαριά δρύινη τζαμόπορτα της μπυραρίας.
Ήταν ένας αξιωματικός. Ένας Έλληνας αξιωματικός. Και ύστερα ένας άλλος. Και ύστερα, και τρίτος.
-Γεια σας! είπαν λεβέντικα και βρόντηξαν τα σπιρούνια. Τόσο απλά, τόσο απλά και συνηθισμένα, ήρθε στους ραγιάδες της Θεσσαλονίκης το πρώτο μήνυμα της ελευθερίας.


Αφήγηση του δημοσιογράφου Αρ.Χασηρτζόγλου, δημοσιευμένη στη Μακεδονία, 26/10/1962.