Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Μαΐ 2021

Ο παπά-Καφάτος

Κοντεύει να ξημερώσει η μέρα της Λαμπρής. Ο παπα-Καφάτος, μέσα στα βουνά της Κρήτης, τρέχει από χωριό σε χωριό κι ανασταίνει το Χριστό, γρήγορα γρήγορα, γιατί 'ναι πολλά τα χωριά και δεν έχουν παρά αυτό μονάχα παπά και πρέπει να κάμει Ανάσταση σε όλα πριν ξημερώσει. Ανασκουμπωμένος, φορτωμένος τ' άμφιά του και το βαρύ ασημένιο Βαγγέλιο, σκαρφαλώνει μέσα στην άγια νύχτα στα κατσάβραχα, τρέχει αγκομαχώντας, φτάνει σ' ένα χωριό, ανασταίνει και χιμάει ξεγλωσσισμένος σ΄άλλο χωριό.

Στο τελευταίο χωριουδάκι, σφηνωμένο μέσα στους βράχους, οι χωριανοί μαζεμένοι στην εκκλησούλα άναψαν τα καντήλια, κουβάλησαν από τη ρεματιά δάφνες και μυρτιές και στόλισαν τα κονίσματα και την πόρτα· κρατούν σβηστά τα κεριά τους και περιμένουν να έρθει ο Μέγας Λόγος ν' ανάψουν.

Και να, μέσα στη σιγαλιά ακούστηκε χαλικισμός, σαν άλογο βιαστικό να σκαρφάλωνε την πλαγιά του βουνού και κύλησαν οι πέτρες. 

- Έρχεται! Έρχεται!

Όλοι πετάχτηκαν έξω· ρόδιζε η ανατολή, ο ουρανός γελούσε. Βαριά ανάσα ακούστηκε, τα τσοπανόσκυλα γάβγισαν χαρούμενα· κι ολομεμιάς, πίσω από ένα σγουρό πουρνάρι, ξεστηθωμένος, μουσκεμένος από τον ιδρώτα, ξαναμμένος από την τρεχάλα, συνεπαρμένος από τους πολλούς Χριστούς πού χε αναστήσει, πετάχτηκε μαύρος, απόκοντος, με ξέπλεκα μαλλιά, ο γερό-Καφάτος.

Τη στιγμή εκείνη πρόβαινε από το φρύδι του βουνού ο ήλιος· έδωκε ένα σάλτο ο παπάς, βρέθηκε ομπρός στους χωριανούς, άνοιξε τις αγκάλες:

- Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά!

Η γνώριμη πολυτριμμένη λέξη ανέστη του φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη· δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία· πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλια του παπά. Λύγισαν οι γλωσσικοί νόμοι, έσπασαν ακολουθώντας τη φόρα της ψυχής, δημιουργήθηκαν νόμοι καινούριοι· και να, πρώτη φορά το πρωί εκείνο, ο γερό-Κρητικός, δημιουργώντας μια καινούρια λέξη, ένιωθε πως αληθινά ανέσταινε, σε όλο του το μέγα μπόι, το Χριστό.


Αναφορά στον Γκρέκο

Νίκος Καζαντζάκης

27 Οκτ 2018

Χρονικό του 1942, του Ηλία Βενέζη

Είχε πέσει κείνα τα χρόνια συμφορά μεγάλη στη χώρα των Ελλήνων. Ζούσαν ήσυχοι και με ειρήνη οι άνθρωποι τη δύσκολη ζωή των βουνών και των θαλασσών τους, τίποτα δε γυρεύανε απ’ τους άλλους, όταν ο κακός γείτονας τους κήρυξε τον πόλεμο κι έστειλε τα φουσάτα του να ρημάξουν τη χώρα. Τότες ο λαός που είδε το άδικο ξεσηκώθηκε, παλικάρια, γυναίκες και γερόντοι άφησαν τη γη και τη θάλασσα και τράβηξαν στα βουνά να μποδίσουν το κούρσεμα της πατρίδας. Πολεμούσανε μήνες και μήνες. Ήταν βαροχειμωνιά, και στα φαράγγια της Πίνδος, οι άνεμοι βουίζανε, το χιόνι στοιβαζόταν, και οι άνθρωποι ξεπαγιάζανε. Απ’ το πολύ το κρύο πληγιάσανε τα κορμιά των παλικαριών, άλλους τους κόψανε το χέρι, άλλους τους κόψανε το ποδάρι. Όμως να το βάλουνε κάτου δε λέγανε. Έτσι ντροπιάστηκε τότες απ’ το λαό των Ελλήνων ο κακός γείτονας, και θα τον ρίχνανε οι Έλληνες στη θάλασσα, αν άλλος οχτρός πιο φοβερός και πιο αντίχριστος δε ριχνότανε άναντρα πάνου στους φουκαράδες που πολεμούσανε για πατρίδα και λευτεριά. Κι οι Έλληνες πια δε βάσταξαν και λύγισαν. Τα φουσάτα των οχτρών μπήκαν στη χώρα, υποτάχτηκε ο λαός των Ελλήνων, και στον Ιερό Βράχο των προγόνων του σηκώθηκε σαντάρδο μισητό.

29 Σεπ 2018

Ο Καπιτάνιος

-->
Του Στρατή Μυριβήλη

Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο καραβόσκυλο, τον Καπιτάνιο μας. Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.
Ήταν ένας σκύλαρος ώς εκεί πάνω, κανελής, γεροδεμένος, με μιαν άσπρη βούλα στην πλάτη, σαν πλατανόφυλλο. Όλοι τον αγαπούσανε γιατ' ήτανε καλός, κι εμείς, τα παιδιά, του βγάζαμε την πίστη με τα τυραγνιστικά παιχνίδια. Ήμασταν τέσσερα, όλα αγόρια, και μόνο εγώ, ο μεγάλος, ήμουνα σε θέση να καταλαβαίνω το πιλάτεμα που του γινότανε. Ο Καπιτάνιος τα δεχόταν όλα με άσωστη καλοσύνη.
Τ' αγαπούσε τα παιδιά, έπαιζε μαζί τους υπομονετικά και τους φερνότανε με προστατευτική αψηφισιά, χωρίς ποτές να θυμώνει και να τα ξεσυνερίζεται. Τόνε καβαλίκευαν το λοιπόν και κείνοι ή τόνε ζεύανε στο ποδηλατάκι του Πετρή και κάναν αρματοδρομίες στις πλάκες της αυλής. Ο Καπιτάνιος, σαν πονούσε πολύ, μισόκλεινε τα μάτια και ψευτόκλαιγε, ή έγλειφε το χεράκι που τόνε παράσφιγγε. Εγώ, που καταλάβαινα όσο κι η μητέρα το καλό που μας έκανε τη νύχτα της καταστροφής ετούτο το σκυλί, πολεμούσα να το προστατεύω όσο μπορούσα από τους μικρούς σταυρωτήδες του.
Ακόμα απορούσα πώς ο Καπιτάνιος δε σκέφτηκε ποτές να πάρει μέσα στο σπίτι μήτε τόσο δα ύφος «μεγάλου ευεργέτη». Καμιά φορά που 'βλεπα τον πατέρα να στέκεται ψηλός, με τα πόδια ανοιχτά, μπροστά στο μικρό πόρτο, με το ναυτικό του κασκέτο γερτό πίσω στο σβέρκο, να βλέπει μακριά το πέλαγο, να βλέπει εκεί προς το Κάβο-Μπαμπά χωρίς να μιλά, με τα χέρια στις τσέπες, μ' έπιανε μια συγκίνηση… Αγκάλιαζα τότες τον Καπιτάνιο μας και τόνε φιλούσα κι έχωνα το πρόσωπο κάτω από την κεφάλα του. Κι αυτός μ' έγλειφε πίσω από τ' αφτί και φρούμαζε μέσα στα μαλλιά μου. Το 'ξερα πως χωρίς αυτόνε θα 'μασταν τέσσερα ορφανά στο δρόμο, κι ήθελα να μπορούσα να του το πω πόσο το 'ξερα.
Σαν πηγαίναμε στο σκολειό με τον Αντώνη, το δεύτερο αδέρφι, μας έπαιρνε το καταπόδι ώς τη σιδερένια οξώπορτα της μεγάλης αυλής του, χωρίς να μπαίνει ποτές μέσα στο προαύλιο. Σταματούσε εκεί, μπροστά στο πετρένιο κατώφλι, κάθιζε στα πίσω πόδια και μας έβλεπε με τα καστανά μάτια του, μας έβλεπε τρυφερά να προχωράμε μέσα, σαρώνοντας με τη φουντωτή ουρά το χώμα. Έγερνε το κεφάλι του πλάι να μας δει, όπως κάνουν οι μαμάδες να καμαρώσουν τα μωρά τους. Σαν μας έχανε από τα μάτια του, έδινε μια και γύριζε τρεχάτος σπίτι. Από κει παραμόνευε την ώρα που σχολνούσαμε, και μόλις άκουγε το καμπανάκι που χτυπούσε ο επιστάτης —ακουγότανε ώς το σπίτι αυτό το καμπανάκι—, άφηνε στη μέση τα παιχνίδια του ή τα κόκαλα που τραγάνιζε και, μια δυο, ερχότανε στην οξώπορτα του σκολειού μας να μας προπάρει και να μας πάει συνοδεία στο σπίτι.
Όλος ο κόσμος τον αγαπούσε τον Καπιτάνιο, γιατ' ήτανε καλός. Μόνο ένας χασάπης, που είχε το μαγαζί του στην αγκωνή του δρόμου μας, δεν τονε χώνευε. Αυτός είχε ένα χασαπόσκυλο, Μαχμούτ τόνε λέγανε. Μαύρο και χοντρό σκυλί, κακό και μπαμπέσικο. Άμα τον έπιανε η κακία του, ακολουθούσε ένα διαβάτη ύπουλα, πήγαινε πίσω του ήσυχα και, ξάφνου, στα καλά καθούμενα, τον αρπούσε από το πόδι ή του 'σκιζε το βρακί.
Ο χασάπης του 'ριχνε ένα σωρό μεζελίκια μέσα σ' ένα σπιτότοπο που ήτανε παραδίπλα. Μόλις τα μυριζόταν ο Καπιτάνιος μας, πρόφταινε με μεγάλες τρεχάλες, τον αγρίευε, και, χλαπ, χλουπ, κατάπινε σε μια στιγμή τα τζιέρια και τα διαλεχτά κόκαλα και ο Μαχμούτ έβλεπε από μακριά κατατρομαγμένος. Ο πατέρας γελούσε και έλεγε στο χασάπη να 'ρχεται να του πλερώνει τη ζημιά. Αυτός όμως το 'χε πάρει κατάκαρδα. Έβαλε όχτρα πάνω στον Καπιτάνιο μας.
Μια μέρα, που τόνε τσάκωσε στα πράσα να τρώει τους κατιμάδες του Μαχμούτ, έγινε έξω φρενών και τίναξε πάνω του το μεγάλο του χασαπομάχαιρο. Το γιντέκι βρήκε το σκυλί στο δεξί μπροστινό πόδι και το πλήγωσε λαφριά. Το σήκωσε ψηλά, το 'γλειφε κι έκλαιγε. Τύχη του να γυρίζει σπίτι ο πατέρας κείνη την ώρα και να δει το κίνημα. Δίνει ένα σάλτο, αρπάει από χάμου το χασαπομάχαιρο, κατόπι χιμά και πιάνει  το χασάπη. Τον γονατίζει με το να χέρι, κατόπι τον αρχίζει στη ράχη διπλαριές με το πλατύ του γιντεκιού, να πού σε πονεί και να πού σε σφάζει. Του 'καμε μαύρη την πλάτη. Πρώτη φορά τον είδα έτσι θυμωμένο τον πατέρα.
Μια μέρα, καλοκαίρι ήταν, απόγεμα. Τελεύανε οι πάψες και η μητέρα τοίμαζε κείνες τις μέρες το μπαούλο μου, να με ταξιδέψει στη Χώρα για το Γυμνάσιο. Ξαφνικά σηκώθηκε μέσα στο χωριό μια φασαρία… Ένα κακό… Η γειτονιά έγινε ανάστατη. Ένα τσομπανόσκυλο είχε λυσσάξει πάνω στις μάντρες, και δάγκασε κάμποσα πρόβατα. Οι τσομπαναραίοι το κυνηγήσανε με πέτρες και με ξύλα, να το σκοτώσουν κι αυτό ροβόλησε μέσα στα σπίτια. Ήταν ένα κόκκινο σκυλί, αγριεμένο, με  σηκωμένη την τρίχα, σαν λύκος. Έτρεχε με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα μάτια του ήτανε κόκκινα, λοξές ματιές κι είχε το στόμα ανοιχτό. Από την κρεμασμένη γλώσσα του τρέχανε σάλια. Από πίσω του φωνάζανε, χούγιαζαν, του πετούσανε στειλιάρια και φορτωτήρες κι οι γυναίκες τσιρίζανε, μάζευαν τα μωρά τους και σφαλούσανε με θόρυβο τις πόρτες.
Πέρασε μπροστά από την πόρτα μας, όπου τα δυο μικρότερα αδερφάκια παίζαν ολομόναχα με τον Καπιτάνιο. Του 'χανε βαλμένη μια σκουφίτσα με νταντέλες, του τη δέσανε κάτω απ' το σαγόνι στο μαύρο λουρί, κι αυτός πια στεκόταν και καμάρωνε όσο αυτά ξεφώνιζαν από τα γέλια. Σαν άκουσε το σαματά και το κακό που γινόταν, πετάχτηκε πάνω, γάβγισε φοβεριστικά και στάθηκε μπροστά στα παιδιά περιμένοντας να τα διαφεντέψει. Το τσομπανόσκυλο ήρθε καταπάνω του, ξεφρενιασμένο από την τρομάρα και από την αρρώστια του. Να το δει ο Καπιτάνιος να περνά από το πόστο του, χύνεται και τ' αρχίζει στις δαγκωματιές. Κυλιστήκανε μια κουβάρα στα χώματα, ενώ τα παιδιά τρέξανε μέσα κλαίγοντας.
Το λυσσασμένο σκυλί έφυγε σε κακό χάλι, με τ' αφτιά πετσοκομμένα, με τη μούρη χωμένη στα αίματα. Όμως κι ο Καπιτάνιος είχε δυο μικρές δαγκωματιές στα πόδια και ένα ξέγδαρμα στο στέρνο.
Ο πατέρας ήρθε σε λίγο τρομαγμένος και βαστικός. Του είπανε τι έτρεξε. Ο Καπιτάνιος, σαν τον είδε, σταμάτησε να γλείφει τις λαβωματιές του και του 'κανε όπως πάντα χαρές. Σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια κι ακούμπησε, όπως το συνηθούσε, τα μπροστινά του στους ώμους του πατέρα. Αυτό ήταν ένα χάδι, που μόνο ο πατέρας μπορούσε να το σηκώσει. Κόντευε να τόνε φτάξει στο μπόι ο σκύλος. Κουνούσε την ουρά του θριαμβευτικά, φτερνιζότανε κι έτριβε την κεφάλα του χαδιάρικα στα στήθος του πατέρα.
Εκείνος ήτανε χλωμός, χλωμός σαν πεθαμένος και τα πυκνά φρύδια του χαμηλώνανε πολύ πάνω στα μάτια του. Κατέβασε από πάνω του το σκυλί και μου 'πε να φέρω την αλυσίδα. Τη στερέωσε στο λουρί του και τον έδεσε στο χαλκά της πόρτας. Κάνοντας να μπει μέσα, πήρε το μάτι του το σκουφάκι των παιδιών, που κείτονταν στα χώματα ματωμένο. Το πήρε και τ' άναψε μ' ένα σπίρτο, ώσπου κάηκε. Κατόπι μπήκε στο σπίτι, πήγε στην κρεβατοκάμαρη, άνοιξε το μπαούλο του και κάτι πήρε μαζί του. Είδα τη μητέρα που πολεμούσε να τον εμποδίσει. Τον ακολουθούσε κλαίγοντας. Έλεγε «όχι αυτό… δε θα το κάνεις αυτό» κι όλο έκλαιγε. Την είδανε τα δυο μικρά και αρχινίσανε να ξανακλαίνε κι αυτά. Ο πατέρας, χωρίς να της απαντήσει, με κοίταξε μια στιγμή σοβαρά, με μέτρησε με μια ματιά από τα παπούτσια ώς την κορφή και μου 'γνεψε:
— Έλα μαζί μου…
Ξεκούμπωσε από τα χαλκά την αλυσίδα και έσυρε μπρος με τον Καπιτάνιο. Εγώ βάδιζα, καταπόδι. Κανένας μας δε μιλούσε. Μονάχα το σκυλί έκανε παιχνίδια, πότε σε μένα, πότε στον πατέρα, χωρίς να βρίσκει πουθενά ανταπόκριση. Περάσαμε έτσι τα τελευταία σπίτια, περάσαμε το μουράγιο, όπου κουρνιάζαν αράδα τα καΐκια φορτωμένα κυδώνια. Μοσκοβολούσανε τα κυδώνια, μοσκοβολούσανε και τα φρεσκοκομμένα δαφνόκλαδα, που βάζαν ανάμεσα στο πράμα οι καπιτάνοι φορτωμένα μαύρα δαφνοκούκουτσα. Οι αλυσίδες και οι πρυμάτσες των δεμένων καραβιών μια τεζέρνανε και μια λασκάρανε. Και ολοένα η μουγγαμάρα βάραινε ανάμεσά μας. Ο πατέρας σκυφτός κι αμίλητος, ο Καπιτάνιος στη μέση και 'γώ από πίσω. Μπήκαμε στο χωροφόδρομο και ανηφορίσαμε στη Δαφνούσα μας. Η Δαφνούσα ήταν ένα λιοχώραφο πάνω στο λόφο. Από κάτου, βαθιά ένας γκρεμός καμιά δεκαριά οργιές, κι η θάλασσα, που αδιάκοπα αναδευότανε, γαλάζια και πράσινη, μέσα στη θαλασσοβραχιά. Η ρούφνα της ακουγόταν από μακριά, νανουριστική και ασώπαστη, χρόνον-καιρόν, μπουνάτσα ή χειμωνιά.
Ο πατέρας σταμάτησε εκεί, άκρη, προς τη μεριά της θάλασσας. Σταμάτησε και ο Καπιτάνιος, χαρούμενος και παιχνιδιάρης. Κάπου κάπου κοντανάσαινε από την ανηφοριά, με τη γλώσσα έξω, κυματιστή. Τέντωνε την αλυσίδα να τρέξει, τσίτωνε τ' αφτιά του και γύριζε γουστόζικα πλάι την κεφάλα του, να δει ένα τζιτζίκι που φώναζε πολύ κοντά του, πάνω σ' έναν κορμό. Άπλωνε το πόδι κατά το ζουζούνι να παίξει.
Ο πατέρας έδεσε την αλυσίδα σ' ένα σκοίνο κι έκατσε σε μιαν αρχαία τετράγωγη πέτρα, που ήταν εκεί, κάτω από τη μεγάλη ελιά. Έκατσα και 'γώ παράμερα, λαχανιασμένος από τον ανήφορο, με την καρδιά σφιχτά κλειδωμένη.
Ο Καπιτάνιος μας έβλεπε, μια εμένα, μια τον πατέρα. Μας έβλεπε με κείνα τα καστανά, τ' ανθρωπίσια μάτια του, που μιλούσανε τόσο εκφραστικά, και ήξερα τόσο καλά τα νοήματά τους. Μας έβλεπε ανυπόμονα, ψευτόκλαιγε παρακαλεστικά, να τόνε λύσουμε, έκανε πως δαγκάνει την αλυσίδα του, τάχα να την κόψει. Κανένας  μας δεν του αποκρενόταν. Τότες χιμούσε όρθιος πάνω στην αλυσίδα στα πίσω πόδια, κουνούσε το σκοίνο να το ξεριζώσει, γάβγιζε χαρωπά, γάβγιζε μαλωτικά.
— Άιντε λοιπόν, κάνετε γρήγορα, έλεγε. Ώς πότε θα βαστάξει τούτο το χωρατό…
Το καταλάβαινα πολύ. Τον καταλάβαινε κι ο πατέρας. Αναστέναξε βαθιά και σηκώθηκε. Μου 'πε:
—Σύρε παρέκει, γύρισε κατά δω τη ράχη σου και περίμενε να σε φωνάξω.
Η καρδιά μου χτυπούσε, χτυπούσε. Ήθελα να μιλήσω, ν' απλώσω τα χέρια μου να τον παρακαλέσω. Δεν είχα το κουράγιο. Τον ήξερα, καλά τον πατέρα. Ό,τι έκανε ήτανε σωστό. Ήτανε καλό για όλους μας. Γι' αυτό δεν άλλαξε απόφαση ποτές του. Πήγα παραπέρα δυο τρία βήματα κι ακούμπησα σε μια συκιά, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από πάνω τους.
Ο πατέρας έβγαλε μέσα από την τσέπη του ένα πιστόλι. Το ήξερα το πιστόλι του. Ένα πλατύ, μεγάλο μπράουνιγκ. Ξεκούμπωσε την ασφάλεια και άκουσα τον ξερό κρότο που έκανε σαν τράβηξε πίσω την κάνη να το γιομίσει. Κατόπι πλησίασε το σκυλί. Αυτό χύθηκε να τον αγκαλιάσει. Τότες ο πατέρας τραβήχτηκε πίσω, απόθεσε το όπλο στην πέτρα, ξαναπήγε στο σκυλί και κόντηνε την αλυσίδα ώς τον κορμό του σκοίνου, να μη μπορεί το ζο να κουνηθεί και να παίξει. Ο Καπιτάνιος γρίνιασε παραπονιάρικα, όμως υποτάχτηκε και σε τούτο το νέο παιχνίδι, και περίμενε τη συνέχεια με το κεφάλι χάμου. Ο πατέρας ξαναπήρε το πιστόλι και πήγε κοντά του. Το 'βαλε μέσα στ’ αφτί του. Τότες το σκυλί κάνει μονομιάς μια μεταβολή και γυρίζει πάλι κατάφατσα στον πατέρα. Βλέπει το πιστόλι στο χέρι του, γέρνει πλάι το κεφάλι, όπως όταν ήθελε να κάνει νοστιμάδες, το γλείφει. Είναι κρύο το σίδερο. Κοιτάζει το πατέρα με τα καστανά του μάτια, όλο αγάπη. Τον κοιτάζει να καταλάβει. Δοκιμάζει την κάνη με τα δόντια του. Πολύ σκληρή. Άξαφνα καταλαβαίνει. Κουνά την ουρά του. Συλλογιέται πως αυτό το πράγμα σίγουρα είναι κάτι που πρόκειται να το τινάξει μακριά ο πατέρας, μέσα στα χόρτα ή μέσα στη θάλασσα, για να τόνε προστάξει κατόπι, όπως πάντα, να χυθεί να του το φέρει. «Αα-πορτ!». Μέσα στα έξυπνα μάτια του είναι φανερωμένη η νόηση για τη νέα κατεργαριά που του ετοιμάζουν. Τόνε δέσανε, να δούνε πώς θα τα καταφέρει να κάνει το «απόρτ». Αυτό είναι. Καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν μπορεί να τραβήξει τη σκανδάλη όσο τόνε κοιτάζουν έτσι αθώα και τρυφερά, αυτά τα καστανά τα ανθρωπίσια μάτια. Μια μικρή αστραπή ελπίδας περνά μεσ’ από την καρδιά μου.
Ξαφνικά, πιάνει με το δυνατό χέρι του το σκυλί από το σβέρκο, γυρίζει τη μούρη του προς τη θάλασσα και του τραβά την πιστολιά από πολύ κοντά, μέσα στ' αφτί. Όλα αυτά έγιναν στη στιγμή. Ο Καπιτάνιος σωριάστηκε χωρίς να γαβγίξει καθόλου.  Έκανε να σηκώσει μονάχα δυο φορές το κεφάλι προς τα πίσω όπως σαν ήθελε να χασμουρηθεί, κλότσησε τα πίσω πόδια και πέθανε γεμάτος απορία.
Ο πατέρας ξανασφάλισε το πιστόλι, το  'βαλε πίσω στην τσέπη και διάλεξε από το πεζούλι μια στενόμακρη μαρμαρόπετρα. Έλυσε την αλυσίδα από το σκοίνο και έδεσε την πέτρα στην άκρη. Κατόπι, χωρίς να με αναγυρέψει με το μάτι, φώναξε:
— Έλα!
Έπιασε κείνος τα μπροστινά πόδια μαζί με τη μαρμαρόπετρα, και 'γω τα πισινά. Έβαλα όλα μου τα δυνατά να φανώ άντρας στα χέρια και στην ψυχή, και μ' όλο που ήμουνα ένα χεροδύναμο για την ηλικία μου αγόρι, δυσκολεύτηκα πολύ. Ανοίξαμε τα γόνατα στεριώσαμε τα πόδια και κουνήσαμε το κουφάρι πάνω από το βάραθρο μια δυο… Στην τρίτη, ο πατέρας έκανε «χέι!», όπως σαν να έδινε τα όρντινα στο καράβι. Τ' αμολήσαμε τότες κι απομείναμε στον τόπο, ώσπου ακούσαμε από κάτου, βαθιά, τη χλαπαταγή που 'κανε το κορμί χτυπώντας μέσα στη θάλασσα. Τότες, σα να 'ταν αυτός ο κούφος κρότος το τέλος, κοιταχτήκαμε γρήγορα στα μάτια και κινηθήκαμε από τον τόπο.
Ο πατέρας έκαμε το σταυρό του αργά αργά και ξανακάθισε στην αρχαία πέτρα. Έκαμε «ωχ», σα να 'γινε ξαφνικά πολύ γέρος και κουρασμένος. Ένιωσε ενοχλητικό το μάτι μου απάνω του, έσπρωξε πίσω το κασκέτο του και έβγαλε την ταμπακέρα. Κατόπι μου ξανάριξε μια βιαστική ματιά και μ' έστειλε πίσω. Κούνησε το χέρι του να φύγω και είπε:
— Άιντε, τράβα σπίτι, κι έρχουμαι…Η φωνή του ήταν αδύνατη.
Ήθελε να μείνει μόνος.
Γύρισα στο σπίτι φαρμακωμένος και αμίλητος. Η μητέρα καθότανε στο χαγιάτι, στο μικρό καναπέ, και μόλις με είδε πάτησε τα κλάματα, ασυγκράτητα. Τότες με πήρανε και εμένα τ' αναφιλητά και μαζί μου έκλαιγε κι ο δεύτερος αδερφός.
Το δυο μικρά, που δεν μπορούσανε να καταλάβουν ακόμα την ορφάνια που έπεσε ξαφνικά μέσα στο σπίτι, ήτανε μέσα στην αυλή. Γιόμιζαν παστρικό νερό με το πράσινο ποτιστηράκι του Πετρή τη γαβάθα του σκυλιού. Να 'ρθει να πιει νερό ο Καπιτάνιος μας.

 Στρατής Μυριβήλης
Το γαλάζιο βιβλίο
Εκδόσεις Εστία

7 Απρ 2018

Λαμπρυνθώμεν τη Πανήγυρει..., του Φώτη Κόντογλου


Γιατί σήμερα ο ήλιος φεγγοβολά πιο πολύ και πιο γλυκά, και το φως του το νοιώθουμε να μπαίνη μέσα στη καρδιά μας και να μας πλημμυρίζη από αγαλλίαση; Γιατί μαζί με τον ήλιο ανέτειλε ο Ήλιος που φωτίζει τον ήλιο, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Χριστός. Και βγήκε μέσα από το σκοτεινό μνήμα, που έγινε, όπως λέγει ο υμνωδός, εμορφώτερο από τον Παράδεισο κι’ από παλάτι βασιλικό. Απ’ αυτόν τον τάφο ανάβρυσε νερομάνα της ζωής, κ’ ήπιε ο απελπισμένος άνθρωπος που τον κατάτρωγε το σαράκι της φθοράς και του θανάτου και ντύθηκε στολή αφθαρσίας. 
Πώς να μη λάμπει ο πρωινός αγέρας σαν κρούσταλλο; Πώς να μη χαίρουνται όλα τα κτίσματα, αφού ελευθερώθηκαν από τη σκλαβιά του φόβου και του θανάτου; Η λαμπροφόρος Ανάστασις τα γεμίζει όλα από χαρά. Άνοιξη φυσική κι’ άνοιξη πνευματική! Ύστερ’ από την αγωνία, το καλοκαίρι. Ύστερα από την αγωνία, η χαρά. Ο Καταπληγωμένος Χριστός, ο καταβασανισμένος μάς κράζει: «Χαίρετε!»
Ναι, χαιρόμαστε Χριστέ, μαζί σου, όπως υποφέραμε και κλάψαμε μαζί σου. Δεν υπάρχει αληθινή χαρά δίχως πόνο. Το άνθος της έχει τη ρίζα του στον πόνο κι’ είναι ποτισμένο με δάκρυα. Αυτό είναι το λεγόμενον «χαροποιόν πένθος» ή «χαρμολύπην». Μακάριος όποιος την αξιώθηκε.
Κανένα άλλο έθνος της Οικουμένης δεν νοιώθει τόσο βαθειά την Ανάσταση, όπως εμείς οι Έλληνες, γιατί η μάνα μας η Ελλάδα είναι πονεμένη σαν την Παναγία και βασανισμένη σα τον Χριστό, και γιατί ανασταίνεται δοξασμένη σαν κ’ Εκείνον και ντροπάζονται οι εχθροί της. Κάθε φορά την προδίνουνε με δολερό φίλημα, τη δέρνουνε, την βρίζουνε, την τυραννάνε, την εμπαίζουνε, βάζοντας στην πολύπαθη κεφαλή της τον αγκάθινο στέφανο και δίνοντας στο χέρι της, αντί για σκήπτρο, ένα καλάμι, την ποτίζουνε χολή, την καρφώνουνε στον σταυρό, τη θάβουνε. Μα κείνη ανασταίνεται ολοζώντανη κι’ αθάνατη, κι’ αντί γρηά καταπληγωμένη, φανερώνεται στον κόσμο κοπέλλα δροσερώτατη, που λαμποκοπά από μιαν αμάραντη κι’ ακατάλυτη νεότητα.
Ο Χριστός διάλεξε τη φυλή μας για να κηρυχθή με τη γλώσσα της το Ευαγγέλιό του στην οικουμένη, κ’ η φυλή μας έγινε ένα με τον Χριστό, στα πάθη του και στη δοξασμένη Ανάστασή του.
Κατά τη σημερινή πανευφρόσυνη μέρα, στην Ελλάδα δεν βγαίνει από την ανατολή ο ήλιος για να τη φωτίση, μα ο ίδιος ο Χριστός, «φώταυγος αρρήτου φάους». Όποιος δεν το νοιώθει αυτό δεν είναι Έλληνας, αφού δεν θέλει το φως. Και το φως είναι ο Χριστός, που είπε ο ίδιος με εξουσία «Εγώ είναι το φως του κόσμου. Όποιος με ακολουθήση, δεν θα περπατήση στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της ζωής».

Φώτης Κόντογλου
Ανέστη Χριστός

εκδ. Αρμός

5 Απρ 2018

Σήμερον κρεμάται...

Τα χειμωνιάτικα βράδυα κουρνιάζαμε τα τέσσερα αδέρφια γύρω από το μαγκάλι. Το δωματιάκι ήτανε μικρό και φωτιζότανε από το καντήλι. Τα κονίσματα ήτανε πολλά, δυο σειρές. Θυμάμαι μαζί με τ’ άλλα μιαν Άγια Παρασκευή που βάσταγεν απ’ τα μαλλιά ένα διαολάκι τη σκουρδούλα έναν Άγιο Στελιανό που βάσταγε ένα φασκιωμένο μωρό. Η νενέ μας είχε σ’ ένα πιάτο κάστανα και μας τάφηνε στη χόβολη και στο μεταξύ μας έλεγε ιστορίες. «Μια φορά λοιπόν όταν ήμουνα μικρή (εσύ Νίκο μην τσιμπάς την αδερφή σου γιατί θα σου δώσω μια στο χέρι με τη μασιά να σε κουλάνω) τι ήλεγα λοιπόν; Α, όταν ήμουνα μικρή μια μεγάλη Πέφτη το βράδυ ηπήγαμε ν’ ακούσωμε τα δώδεκα Ευαγγέλια. Στη μέση τση εκκλησιάς είχανε στημένο τον Σταυρό χωρίς το σώμα του Χριστού καρφωμένο απάνω σ’ αυτόν. Κάτω από τα γράμματα του σταυρού είχανε περασμένο ένα στεφάνι από αγκάθια. Τρία κεριά ήτανε αναμμένα απάνω στο σταυρό.
     Όταν είπανε τα έξη Ευαγγέλια και ήρθε η ώρα να σταυρώσουνε το Χριστό, βγήκανε από το ιερό ένας γέροντας παπάς και άλλοι παπάδες καθώς και ο διάκος. Ήτανε ούλοι ντυμένοι με μαύρα άμφια ηφοράγανε τα ιερά τους. Ο γέροντας παπάς ηβάσταγε στην αγκαλιά του με στοργή το σώμα του Χριστού, τυλιγμένο σε κάτασπρο σεντόνι. Διάσκισε το πλήθος αυτός και οι άλλοι παπάδες και πήγε και στάθηκε ομπρός από τον στημένο Σταυρό για να κρεμάση το σώμα του Χριστού σ’ αυτόν. Ξετυλίγει το σεντόνι με προσοχή και το δίνει του διάκου. Σηκώνει το σώμα για να το κρεμάση με βίδες στο Σταυρό και για να γίνει πιο αληθινή η Σταύρωση ηβάσταγε στο χέρι του ένα σφυράκι τάχατες για να καρφώση το Χριστό.
     Κι άρχισε να ψέλνη:

     Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας
     Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς

και την ίδιαν ώρα χτυπάει τση βίδες του Σταυρού με το σφυράκι και ο φριχτός ήχος των ήλων απλώνεται στους θόλους της εκκλησιάς, αντηχεί, διπλασιάζεται, τριπλασιάζεται τρεμουλιαστά και γεμίζει με φρίκη τις ψυχές των Χριστιανών. Οι γυναίκες κλαίνε με αναφυλλητά, άλλες αναστενάζουνε κατάκαρδα: αχ, αχ, Χριστέ μου, τώρα φαρμακώνεται η μανούλα σου.
     Ο γέροντας παπάς εξακολουθεί να ψέλνη κομπιάζοντας:

          ψευδή πορφύραν περιβάλλεται
          ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις
          Ράπισμα κατεδέξατο ο εν Ιορδάνη
          ελευθερώσας τον Αδάμ
          Λόγχη εκεντήθη ο υιός της Παρθένου
          Σινδόνι καθαρά περιβάλλεται
          ο περιβαλών την γην εν νεφέλαις.

     Πάλι ο παπάς χτυπάει τα καρφιά σαν να λογχίζει τις καρδιές όλων. Τότες μια από τση γυναίκες δεν ηβάσταξε πια και φώναξε του παπά με αναφυλλητά: Αμάν Πάτερ Αγαθάγγελε Νισάφι δεν νταγιαντάμε πια. (Φτάνει, δεν αντέχομε πια). 


Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης 
Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972 

3 Φεβ 2018

Επάνοδος από την Ελλάδα, του Κωνσταντίνου Καβάφη

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Aιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Pώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Aξίζει να γελιούμαστε; —
αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

23 Ιαν 2018

Πώς έγινα δάσκαλος, του Αλέξανδρου Δελμούζου

Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το Γράμμα σ’ ένα φίλο του, που έγραψε ο Αλ. Δελμούζος το 1921. Εκεί εξηγεί για ποιους λόγους αποφάσισε να σπουδάσει Φιλολογία και να γίνει δάσκαλος, να αφοσιωθεί δηλαδή στο παιδαγωγικό έργο.

Ξαναγυρίζοντας  τότε στα περασμένα έφερνα επίμονα εμπρός μου τα παλιά σχολικά μου χρόνια. Ζητούσα τη δική μου ψυχή, μα δεν την έβρισκα στο σχολείο, παρά στο σπίτι και στο περιβόλι μας ή έξω στα βουνά, στο λόγκο και στα χωράφια. Χίλιες δυο σκηνές και επεισόδια έπαιρναν για μένα νόημα και σημασία. Με πόσο κόπο και φροντίδα έχτιζα στο περιβόλι μας μια καλύβα με πλίθρες, που τις είχα χύσει με τον μικρότερο αδελφό μου, όπως έβλεπα, να κάνουν και οι αληθινοί χτίστες. Μια καλύβα σωστή με σκεπή, με πόρτα και παράθυρο, όλα καμωμένα με τα χέρια μας. Και δίπλα το δικό μας περιβολάκι, ένα κομμάτι θησαυρού για μας μέσα στο μεγάλο με τις βραγιές, τους δρομάκους, τα δέντρα και τα λουλούδια του. Δέντρα και λουλούδια που τα είχαμε φυτέψει με τα χέρια μας και τα βλέπαμε μέρα την ημέρα να μεγαλώνουν, να μπουμπουκιάζουν, να ανοίγουν άνθη και να δένουν καρπούς.

26 Νοε 2017

Η μυστική παπαρούνα

Το μυθιστόρημα «Η ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβήλη στηρίζεται στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο στα βουνά της Μακεδονίας και αποτελεί ένα εμβληματικό μυθιστόρημα της ελληνικής λογοτεχνίας.

Το πόδι απόψε το νιώθω πολύ καλύτερα.
Μου έρχεται να σηκωθώ σιγά σιγά, να προχωρέσω μέσα στο σιωπηλό χαράκωμα. Είναι πολύ παράξενο το χαράκωμα με τόσο φως. Φέγγει σα μέρα και όμως δεν έχει φόβο. Το φεγαρόστρωτο από μακριά, σα δεν αντιλαμπίζει δε γυαλιστερό μέταλλο, δεν ξεσκεπάζει τίποτα. Μπορώ το λοιπόν να περπατώ λεύτερα κάτω από τον αχνό πέπλο του που προστατεύει σαν ασημί σκοτάδι.

25 Νοε 2017

Η παλιά και η ζωντανή Θεσσαλονίκη, (1940)

Του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου

Η μεγάλη μακεδονική πρωτεύουσα, που κατηφορίζει μαλακά από τις πλαγιές του Χορτιάτη στη φεγγόβολη ακροθαλασσιά του Θερμαϊκού, είναι η πολιτεία με την πολλαπλή ψυχή, όπως είναι όλες οι αιωνόβιες πανάρχαιες πολιτείες. Μα υπάρχει μια έντονη ιδιοτυπία στη φυσιογνωμία της, ένα χρώμα καθαρά μεσαιωνικό, που δυσκολεύεται κανείς να συναντήσει σε τόση ένταση και με τόση αφθονία χυμένο αλλού.

6 Ιουλ 2017

Ο γυρισμός του ξενιτεμένου, Γιώργος Σεφέρης

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

27 Ιουν 2017

Είδα, του Λάμπρου Πορφύρα

Eίδα μια χώρα ξωτικιά στ' ανήσυχο όνειρό μου:
πόσ' όμορφη δε θα το πει ποτέ καμιά ψυχή.
Tο νου μου πήρε κι άφησα το φτωχικό χωριό μου
κι έκανα τάμα μόνο εκεί ν' αράξω· μόνο εκεί.

Tρελλό παιδί ξεκίνησα δεμένο με τα μάγια
του ονείρου μου, κι εγνώρισα τις χώρες του γιαλού,
είδα τις χώρες π' άστραφταν σε κάμπους και σε πλάγια,
μα η χώρα μου, όλο πήγαινα- κι ήτανε πάντ' αλλού.

Διαβάτες μ' ανταμώσανε καλοί και μου 'παν: Mείνε
είν' όμορφη κι η χώρα μας· καιρός ν' αράξεις πια.
είν' όμορφη κι η χώρα σας, διαβάτες, μα δεν είναι
εκείνη που ονειρεύτηκα και με τραβάει μακριά.

Έτσ' είναι. Σύρτε, κι άστε με να σιγοταξιδεύω
και να περνάω μονάχος μου και κάμπους και βουνά,
ίσως τη βρω· μ' αν δεν τη βρω τη χώρα που γυρεύω
μη μου ζητάτε, αδέρφια μου, ν' αράξω πουθενά…

Mια Xώρα πάντα Σιωπηλή, Eρμής 1999