Tάσσος

Tάσσος
Μπαρκόφ Αλέξανδρος, Μοναστηράκι
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Eλληνική Iστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Eλληνική Iστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Οκτ 2019

Γκρεκομάνοι

Καπετάν Κώττας
(Κώττας Χρήστου)
Στη Μακεδονία του 1904, έτος που ξεκίνησε ο Μακεδονικός Αγώνας, υπήρχαν και πολλοί βουλγαρόφωνοι Έλληνες Μακεδονομάχοι. Ήταν οι περίφημοι Γκρεκομάνοι (ο χαρακτηρισμός είναι βουλγαρικός). Αυτοί οι πληθυσμοί, πολλοί Αρβανίτες και Βλάχοι, κατοικούσαν στη «μεσαία ζώνη της Μακεδονίας» και αποτελούσαν τον κύριο στόχο της Βουλγαρίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μακεδονομάχος Καπετάν Κώττας (Κώττας Χρήστου). Ο επικεφαλής των Βουλγάρων ανταρτών της Θράκης Γκέρτσικοφ έκανε τις ακόλουθες διαπιστώσεις για τους Γκρεκομάνους που υπολόγιζε στα των σλαβόφωνων κατοίκων της Μακεδονίας. 
«Η γλώσσα του, τα ήθη και τα έθιμα του, η νοοτροπία του, η φορεσιά του, οι σπιτικές συνήθειες, όλα του φωνάζουν τη βουλγαρική του καταγωγή. Κι όμως μένει κολλημένος  σα το στρείδι στη πατριαρχική και ενωμένος στην ελληνική ιδέα. Γι’ αυτή είναι έτοιμος να θυσιαστεί.Ανοίγουμε στα χωριά του βουλγαρικά σχολεία και τα συντηρούμε, τους στέλνουμε Βούλγαρους παπάδες και δασκάλους που τους πληρώνουμε εμείς, συντηρούμε φτωχές οικογένειες. Τίποτε. Πληρώνουν μόνοι τους παπάδες και δασκάλους που τους στέλνει το Πατριαρχείο της Πόλης, και βλέπεις ένα μοναδικό, ένα ακατανόητο φαινόμενο για κάθε λογικό άνθρωπο, έστω κι αν δεν είναι Βούλγαρος. Στις μεγάλες χριστιανικές γιορτές, στους γάμους και τα βαφτίσια τους, όταν στρώνονται στο τραπέζι με συγγενείς και φίλους δεν εύχονται για την απελευθέρωση τους από τον τουρκικό στρατό και την ένωση τους με την μεγάλη πατρίδα αλλά τους ακούς να διαδηλώνουν τα αισθήματά τους με τα λόγια «Ζήτω η Ορθοδοξία» δηλαδή Ζήτω το Πατριαρχείο, Ζήτω ο Ελληνισμός.»

Το κείμενο της αναφοράς του Γκέρτσικοφ  το πήρα από το πολύ καλό ντοκιμαντέρ για τον Μακεδονικό Αγώνα του Cosmote History.

6 Απρ 2019

Η πρώτη μέρα της Γερμανικής Κατοχής, του Γ.Θ. Βαφόπουλου

-->
       Οι Γερμανοί είχαν χτυπήσει τη «Γραμμή Μεταξά» στην Ανατολική Μακεδονία. Και στην Αλβανία το πολεμικό μέτωπο, που κράτησε με γενναιότητα πέντε ολόκληρους μήνες, τώρα βρισκόταν σε διάλυση. Η Ελλάδα κατέρρεε μέσα σε λίγες μέρες. Νέα δάκρυα στα μάτια των μαννάδων, καινούργια αγωνία στις ψυχές όλων μας. Είχε φτάσει κι’ όλας η φήμη, πως οι μηχανοκίνητες φάλαγγες των Γερμανών προχωρούσαν προς τη Θεσσαλονίκη. Ο στρατός της Αλβανίας οπισθοχωρούσε διαλυμένος. Μια διάδοση πως οι Γερμανοί θα αιχμαλώτιζαν όλους τους νέους ανθρώπους και τους εφήβους ακόμα, γέμισε τα σπίτια με απελπισία. Οι Αρχές διέλυσαν τις υπηρεσίες τους, ο Δήμαρχος ετοιμαζόταν να φύγει, οι νέοι πήραν τον δρόμο προς τον Όλυμπο, όπου λέγανε πως ο στρατός με τους λίγους Εγγλέζους θα σταματούσε την προέλαση του εχθρού.
            Μέσα στην τούτη την παραζάλη, σε τούτη τη σύγχυση των πάντων, έτρεξα στο συνεργείο των αυτοκινήτων του Δήμου. Ετοίμαζαν τα αυτοκίνητα του Δημάρχου και των άλλων δημοτικών παραγόντων, που θάφευγαν την άλλη μέρα το πρωί. Κατάφερα να εξασφαλίσω μια θέση σ’ αυτά και γύρισα γρήγορα στο σπίτι να ετοιμάσω μια πρόχειρη βαλίτσα. Οι δικοί μου βρισκόντανε σε απόγνωση. Η Σούλα, η «μικρή μου αρραβωνιαστικιά», ειδοποιημένη είχεν έρθει στο σπίτι μας και με κοιτούσε και εκείνη απελπισμένη. Όμως όλες τούτες οι ετοιμασίες ήσαν πια μάταιες, γιατί την ίδια εκείνη νύχτα, κάτι δημοτικές «ατσίδες» είχαν πάρει τα αυτοκίνητα, δίχως το Δήμαρχο και τις Δημοτικές Αρχές, και τώρα τρέχανε προς την Αθήνα, όπου προσδοκούσανε να βρούνε καταφύγιο. Και την άλλη μέρα πολύ πρωί, καθώς είχα βγει από το σπίτι μου, για να πάω στο συνεργείο των αυτοκινήτων του Δήμου, είδα ξαφνικά στο βάθος της παραλίας, να περνά αστραπή μια πολύ γνώριμη σιλουέτα, που τόσες φορές την είχαμε δει στις εφημερίδες και στα «επίκαιρα» των κινηματογράφων. Ήταν μια μοτοσυκλέτα, που φορούσε το γνωστό κράνος του τρίτου Γερμανικού Ράιχ, το φοβερό εκείνο κράνος, που μελλόταν να σκεπάσει τον δύσμοιρο τόπο μας για τριάμισι ολόκληρα χρόνια. Ήταν πια φανερό πως η Θεσσαλονίκη είχε πια καταληφθεί. Γύρισα σπίτι, βυθισμένος στην έσχατη απελπισία. Κλαίγαμε τώρα όλοι την καινούργια μας μοίρα. Τι θα γινόμασταν; Πού ήσαν τα αδέρφια μας;
            Στη Θεσσαλονίκη μπήκαν οι Γερμανοί το πρωί στις 7 Απριλίου 1941. Οι πολεμικοί τύποι όριζαν πως η πόλη έπρεπε να παραδοθεί επισήμως από τις Ελληνικές Αρχές. Και στην είσοδο της πόλης, κοντά στην πλατεία Βαρδαρίου, ο Δήμαρχος Μερκουρίου περίμενε τον Στρατάρχη Λιστ. Ο καθηγητής Περικλής Βιζουκίδης έκαμε τον διερμηνέα και προσφώνησε το Γερμανό Στρατάρχη. Κι ο γερό-Μερκουρίου, με βουρκωμένα μάτια, γύρισε στο σπίτι του. Και σε λίγην ώρα ο απριλιάτικος ουρανός γέμισε από τεράστια σιδερένια πουλιά. Βούιζε όλο το στερέωμα πάνω από την πόλη, οι κινητήρες τράνταζαν τα τζάμια των σπιτιών, σμήνη ολόκληρα πετούσαν πάνω από τις στέγες, έφευγαν κ’ έρχονταν άλλα πίσω τους και πάλι ξαναέρχονταν κ’ έπλεκαν πάνω από την πτοημένη πόλη ένα φοβερό δίχτυ από σίδερο, αγκυλωτούς σταυρούς και βρυχηθμούς τεράτων της αποκαλύψεως.
            Όλη τούτη η επίδειξη της δύναμης του Γ’ Ράιχ ήτανε μέσα στο σχέδιο της κατοχής, γιατί την ίδια ώρα κ’ ένα άλλο σιδερένιο δίχτυ μ’ αγκυλωτούς σταυρούς, πλεκόταν μέσα στην πόλη από τις μηχανοκίνητες φάλαγγες του Στρατάρχου Λιστ. Εκατοσταριές τα αυτοκίνητα περνούσαν από τους μεγάλους δρόμους, φτάνανε στο τέρμα και ξαναγυρνούσαν πάλι, έφευγαν και ξαναέρχονταν κι ο κόσμος, μαζευμένος στα πεζοδρόμια, παρακολουθούσε με δέος τούτο το αλλόκοτο θέαμα. Και τότε τα στόματα της «πέμπτης φάλαγγος» εύρισκαν την ευκαιρία να μιλήσουν. Και λέγανε πως όλες εκείνες οι φήμες για την ανέχεια των Γερμανών, για την έλλειψη βενζίνας, ήσαν φθηνή προπαγάνδα των Εγγλέζων, αφού τώρα το βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια, πόση σπατάλη βενζίνας έκαμνε ο τρομερός τούτος στρατός, που φορούσε τις καλοραμμένες στολές και μαύρες καινούργιες μπότες.
            Στεκόμουνα στο πεζοδρόμιο της «Αστόριας», βουβός από κατάπληξη και οδύνη, κι όταν σε μια στιγμή θέλησα να καθήσω, για να ξαποστάσω το κουρασμένο σώμα, άκουσα ένα φιλικό κάλεσμα. Γνώρισα την πάντοτε βραχνή φωνή ενός παλιού περιστασιακού φίλου της παρέας μας. Ήταν ο Νίκος Μακρής, ποιητής από τα νιάτα του, δικηγόρος σπουδαγμένος στη Γερμανία, θαυμαστής απόλυτος, δίχως μέτρο, του γερμανικού πνεύματος και του κάθε πράγματος που γεννούσε η χώρα του Γ’ Ράιχ.
            Όταν πριν από λίγους μήνες επιστρέφαμε μαζί με το Νίκο Μακρή από το νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν ο Στέλιος Ξεφλούδας, ο μεγάλος εκείνος θαυμαστής του Γκαίτε και του Χίτλερ έδειχνε πως ήταν ο μόνος ίσως Έλληνας, που κατηγορούσε φανερά τον Μεταξά, για την αφροσύνη του να δεχθεί τον πόλεμο με τον ένα συναίτερο του Άξονος. Κ’ ήταν ο ίδιος αυτός που είχε πρωτύτερα επικροτήσει ανεπιφύλακτα τη δικτατορία του Μεταξά. Και τώρα, την ώρα της νέας τούτης συμφοράς, καθισμένος σ’ ένα τραπέζι της «Αστόριας» , στο κέντρο μιας παρέας ανθρώπων που χαχάνιζαν, με καλούσε φιλικά να μου εκφράσει τη μεγάλη του ικανοποίηση, για την απροσδόκητη τούτη τύχη της Ελλάδας. Με συνέστησε, με ύφος προστατευτικό, στα μέλη εκείνα της «πέμπτης φάλαγγος», πούδειχναν την ίδια ικανοποίηση για το αποτέλεσμα του «εθνικού» τους έργου. Και τους είπε πως ήμουν ένας τίμιος Έλληνας, από εκείνους τους παραπλανημένους και ρομαντικούς, αλλά η τιμιότητά μου θα με υποχρέωνε να δω κατάματα την αλήθεια. Κ’ εγώ στην αμηχανία μου ψιθύρισα, πως τώρα, πριν απ’ όλα έπρεπε να ιδούμε την Ελλάδα. Κ’ εκείνος δήλωσε κατηγορηματικά, πώς δεν έπρεπε να γελιέμαι, γιατί τώρα η Ελλάδα γιόρταζε την πρώτη μέρα της ελευθερίας της.
            Έφυγα γεμάτος φρίκη και απελπισία. Απέφυγα να συναντήσω ξανά τούτο τον ρομαντικό της γερμανολατρείας. Και τόφερε κάποτε η τύχη, ύστερ’ από μήνες, να βρεθώ στον δρόμο του. Στο μεταξύ αυτό είχαν γίνει οι πρώτοι τουφεκισμοί κ’ είχαν εκδηλωθεί οι αγριότητες των κατακτητών, με τις επιτάξεις των σπιτιών και των γραφείων των Ελλήνων. Ήμουν περίεργος να διαπιστώσω το βαθμό της αντοχής της γερμανοφιλίας τούτου του φανατικού. Μου διηγήθηκε γεμάτος οργή πως οι Γερμανοί τού είχαν πάρει όλα τα έπιπλα του δικηγορικού του γραφείου. Κ’ είχε κάμει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας αποζημίωση, γιατί οι υπηρεσίες του δεν είχαν προλάβει να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του γερμανικού στρατού, που έκαμνε τώρα ένα σκληρό πόλεμο για την ευτυχία της ανθρωπότητας. Το Ελληνικό Κράτος είχε την ευθύνη, που με την αμέλειά του κ’ ίσως και την κακή του θέληση, ανάγκαζε τους Γερμανούς να παίρνουν μόνοι τους, εκείνο που έπρεπε να τους δοθεί. Αργότερα ο φανατικός αυτός μπήκε διερμηνέας στη Γερμανική Γκεστάπο. (…) Ο παλιός ποιητής Νίκος Μακρής είχε κακό τέλος. Ακολούθησε στην υποχώρηση τους Γερμανούς. Και μετά τη λήξη του πολέμου έφθασε η φήμη πως είχε σκοτωθεί σ’ ένα βομβαρδισμό του Αμβούργου.
            Το απόγευμα της ίδιας μέρας πήγα να επισκοπήσω την περιοχή της Χ.Α.Ν. Ανέβηκα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, πούταν τώρα έρημη, κι όλη τούτη η ερημιά της δέθηκε κόμπος στην καρδιά μου. Στο πάτωμα ήσαν σκορπισμένα βιβλία, όσα μπορέσαμε να περιμαζέψουμε από τα στρατιωτικά νοσοκομεία, που είχαν αρχίσει να διαλύονται από μέρες. Έκλεισα και κατέβηκα στο πρώτο πάτωμα. Εκεί, από την αρχή του πολέμου είχε μεταφερθεί η Διεύθυνση της Αστυνομίας και τώρα όλος εκείνος ο χώρος ήταν βυθισμένος στην ερημιά. Πλησίασα σε μιαν ανοιχτή θύρα και στάθηκα. Ένας αξιωματικός καθόταν μόνος στο γραφείο του, με το πρόσωπο βυθισμένο στις παλάμες του. Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε. Τον γνώρισα. Ήταν ο ταγματάρχης της χωροφυλακής Τσαούσης, υποδιευθυντής τότε της Αστυνομίας. Με ρώτησε τι ζητούσα. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου. Είπα τραυλίζοντας, έτοιμος να ξεσπάσω στο κλάμα, πως δε ζητούσα τίποτε. Ήθελα απλώς να ιδώ από κοντά έναν Έλληνα αξιωματικό, γιατί δεν ήξερα αν θα ξαναέβλεπα πια τούτη τη δοξασμένη στολή. Εκείνος σηκώθηκε με βουρκωμένα μάτια κ’ εγώ προχώρησα μέσα. Και τότες ανέβηκε το κλάμα στα μάτια μας κι άρχισαν τ’ αναφιλητά να τραντάζουν το κορμί μας. Κλάψαμε σα μικρά παιδιά, δίχως ντροπή, σφίξαμε ο ένας τα χέρια του άλλου, γιατί τώρα νοιώθαμε τη μεγάλη μας ορφάνια, ήμασταν δυο πονεμένα παιδιά, που θρηνούσαν πάνω στο φέρετρο της Ελλάδας. Τότε τόχα κάμει για πρώτη φορά συνείδηση, πόσο βαθιά, πόσο τρυφερά αγαπούσα τούτη τη σταυρωμένη πατρίδα μου.

Γ.Θ. Βαφόπουλος
Σελίδες Αυτοβιογραφίας
Η Ανάσταση

27 Οκτ 2018

Η κηδεία του Παλαμά, του Γιώργου Θεοτοκά

Ένα γεγονός που ξαφνικά, μέσα στο ζόφο της διπλής εχθρικής κατοχής, ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα της Αθήνας και ξεσήκωσε την ψυχή της σ’ ένα θαυμάσιο ξέσπασμα ομαδικής έξαρσης και πίστης ήταν η κηδεία του Κωστή Παλαμά. Ο θάνατός του ήταν φυσιολογικός δεν είχε καμιά συνάρτηση με την πολεμική κατάσταση. Και, ωστόσο, το λείψανο του εθνικού ποιητή φάνταζε τότε, στα μάτια μας, σαν εντονότατο έμβλημα της εθνικής μας αντίστασης και της μεγάλης κοινής μας λαχτάρας της ελευθερίας.
Στις 27 Φεβρυαρίου 1943, το πρωί, μάθαμε πως ο Παλαμάς είχε πεθάνει την προηγούμενη νύχτα, σε ηλικία ογδόντα τεσσάρω χρονώ. Το μεσημέρι πήγα στο σπίτι του, στην Πλάκα, κι είδα το νεκρό που τον είχαν ξαπλωμένο σ’ ένα ντιβάνι, στη μικρή του βιβλιοθήκη. Ήταν ντυμένος στα μαύρα και σκεπασμένος με ανθισμένα κλαδιά αμυγδαλιάς. Ήταν, θα έλεγε κανείς, ακόμα μικρότερος απ’ ό,τι ξέραμε, σαν τα λείψανα των αγίων. Στην κάμαρα αυτή στεκότανε μόνος ο Στρατής Μυριβήλης που, μόλις μπήκα, γύρισε και μου είπε: «Κοίταξε, τι γλύκα που έχει αυτό το πρόσωπο!» Κι ήταν πράγματι εξαιρετικά γλυκιά η μορφή του, γεμάτη απέραντη πατρική αγάπη. Το απόγευμα ένιωσα την ανάγκη να ξαναπάω να τη ξαναδώ. Έμεινα τότε κάμποση ώρα, με τον Κατσίμπαλη και άλλους φίλους. Είχαν ανάψει κεριά κοντά στο νεκρό, χωρίς άλλο φως. Νόμιζες πως έβλεπες μπροστά σου σα πεθαμένο μισόν αιώνα ελληνικής ζωής.
Εκεί, ο Παλαμάς, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μου φάνηκε Βυζαντινός, βγαλμένος από τα βάθη του βυζαντινού Μεσαίωνα, άνθρωπος της μεγάλης, της πολύδοξης και σοφής Ρωμανίας, βαθύτατα Βυζαντινός στο αίμα του και στην ψυχή του, στη φυλετική και στην πνευματική του καταγωγή. Το πιστεύω σταθερά πως, ανεξάρτητα από την πολυμέρεια κι τις αντιφάσεις του πνεύματός του, ο κεντρικός, ο βαθύτερος πυρήνας της ποιητικής του δημιουργίας ήταν βυζαντινός. Το ίδιο εκείνο απόγευμα, η Ναυσικά Παλαμά μου διηγήθηκε ένα επεισόδιο που μου φαίνεται τώρα χαρακτηριστικό. Δυο ώρες πριν από το θάνατο, δηλαδή κατά τη μια μετά τα μεσάνυχτα άκουσε, μέσα στον ύπνο της, μια βυζαντινή ψαλμωδία. Ξύπνησε, πήγε στην κάμαρα του πατέρα της και τον ήβρε να ψέλνει κοιμισμένος. Του μίλησε, μα δεν την άκουσε κι εξακολούθησε να ψέλνει.
Η Κηδεία έγινε την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου, στις 11 το πρωί, στην εκκλησία του Α’ Νεκροταφείου, όπου μαζεύτηκε πλήθος πολύ. Χοροστάτησε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός που μίλησε ωραία, με πατριωτική συγκίνηση. Ύστερα, στάθηκε κοντά στο φέρετρο ο Άγγελος Σικελιανός και απάγγειλε το γνωστό του ποίημα: Ηχήστε οι σάλπιγγες! που το είχε γράψει την προηγούμενη νύχτα. Το είπε με φωνή βροντερή, μέσα σε λυγμούς που έβγαιναν απ’ το πλήθος. Ήταν σοβαρά άρρωστος κι οι γιατροί του τού είχαν απαγορέψει αυστηρά κάθε κούραση και κάθε έξοδο, μα κανείς δεν μπόρεσε να τον πείσει να πειθαρχήσει στη σύστασή τους. Ένιωθε πως κάποιο ανώτερο χρέος τον καλούσε εκεί. Τρίτος μίλησε ο Σωτήρης Σκίπης, απαγγέλοντας ένα ποίημα που περιείχε στίχους πολύ τολμηρούς και επικίνδυνους για τον ποιητή τους τη στιγμή εκείνη. Αξίζει να σημειωθεί πως παρακολουθούσαν την κηδεία αντιπρόσωποι των πρεσβειών της Γερμανίας και της Ιταλίας.
Σα τελείωσε η ακολουθία, ο Σικελιανός απομάκρυνε τους νεκροθάφτες και κάλεσε όσους ήταν κοντύτερα να σηκώσουν το φέρετρο, σηκώνοντας αυτός πρώτος. Τον είδα να περνά κοντά μου άσπρος και ονειροπαρμένος, σαν υπνοβάτης. Άκουσα τότε τη Μαρίκα Κοτοπούλη να λέει: «Είναι ο Σικελιανός που θάβει τον Παλαμά!». Κι αυτή η ιδέα την τάραζε, σα να περιείχε ένα συγκλονιστικό συμβολισμό.
Ο τάφος, καθώς είναι γνωστό, βρίσκεται έξω από το παλαιό νεκροταφείο, σε μέρος ανοιχτό, με θέα προς την Αθήνα και την Ακρόπολη. Ήταν όμορφη μέρα, ηλιόλουστη. Μαζεύτηκε εκεί όλο το πλήθος που ήταν στην εκκλησία, καθώς και το πλήθος που είχε μείνει απ’ έξω, σε διάφορα επίπεδα, ανάμεσα στα μάρμαρα και στις πρασινάδες, γιατί το κοιμητήρι, στο σημείο εκείνο, είναι σα κήποι κρεμαστοί. Όταν τελείωσε η ταφή, ήρθαν στρατιώτες Γερμανοί και Ιταλοί και κατέθεσαν στεφάνους, ενώ οι αντιπρόσωποι των πρεσβειών τους χαιρετούσαν με τρόπο φασιστικό. Τότε, χωρίς κανένα σύνθημα, καμιά προηγούμενη συνεννόηση, όλο εκείνο το πλήθος άρχισε να τραγουδά τον εθνικό ύμνο μ’ ένα πάθος και μιαν ένταση, που δεν φαντάζομαι κανείς που ήταν εκεί να τον άκουσε άλλη φορά στη ζωή του να τραγουδιέται έτσι. Και σαν τελείωσε κι ο ύμνος, από παντού ακούστηκαν οι φωνές: «Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η ελευθερία!» Κι όλες αυτές οι αυθόρμητες πράξεις θαρρούσε κανείς πως υπακούσανε  σ’ ένα ποιητικό ρυθμό.
Κατεβήκαμε προς τη σκλαβωμένη Αθήνα μας, που τη σκίαζαν απ’ την Ακρόπολη οι σημαίες των κατακτητών, με ψυχή περήφανη και χαρούμενη. Τέτοια ήταν η δύναμη του ποιητή που είχαμε κηδέψει και που μας φαινόταν περισσότερο από πάντα ζωντανός.

Γιώργος Θεοτοκάς
Πνευματική πορεία
Εκδόσεις Εστία

28 Μαΐ 2017

Η Ελλάδα στην Ε.Ο.Κ.

Στις 28 Mαΐου 1979 υπογράφεται στο Zάππειο Mέγαρο η συνθήκη ένταξης της Eλλάδας στην τότε EOK. Ιστορική έχει μείνει η ομιλία του Kωνσταντίνου Kαραμανλή στην οποία τόνιζε: «Προσωπικώς αισθάνομαι τη στιγμή αυτή βαθύτατη συγκίνηση. Ένας σταθερός οραματισμός και μια αταλάντευτη πίστη στην αναγκαιότητα της Eνωμένης Eυρώπης και στην ευρωπαϊκή μοίρα της χώρας μου βρίσκουν σήμερα, μετά από 18 χρόνια τη δικαίωσή τους.
Η ένταξη της Eλλάδος στην Eυρωπαϊκή Kοινότητα μολονότι αποτελεί πολυσήμαντο ιστορικό γεγονός, δεν συνεπάγεται αλλαγή κλίματος για τη χώρα μου. Η Eυρώπη, με το ελληνικό της όνομα, της είναι οικείος χώρος, αφού ο πολιτισμός της είναι η σύνθεση του ελληνικού, του ρωμαϊκού και του χριστιανικού πνεύματος. Μια σύνθεση, στην οποία, όπως είπα και άλλοτε, το ελληνικό πνεύμα εισέφερε την ιδέα της ελευθερίας, της αλήθειας και της ομορφιάς. Το ρωμαϊκό πνεύμα την ιδέα του κράτους και του δικαίου. Και ο Xριστιανισμός την πίστη και την αγάπη. Επάνω σε αυτόν τον κοινό πολιτισμό καλούμεθα να οικοδομήσουμε τη Nέα Eυρώπη.» Οι τελευταίες αποστροφές της ομιλίας του Kωνσταντίνου Kαραμανλή μπορεί να θεωρηθούν  τραγικά προφητικές με όσα βιώνουμε σήμερα: «Γνωρίζω, επίσης, ότι τον τελευταίο καιρό παρατηρείται μια άμβλυνση του ενδιαφέροντος για την ένωση της Eυρώπης. Και αυτό, γιατί μερικοί άνθρωποι αποδίδουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα στους ισχύοντες ήδη ευρωπαϊκούς θεσμούς. Δεν αντιλαμβάνονται όμως ότι χωρίς τους στοιχειώδεις αυτούς θεσμούς η κατάσταση της Eυρώπης θα ήταν πολύ χειρότερη. Όπως δεν αντιλαμβάνονται ότι μόνο η ολοκλήρωση των θεσμών αυτών θα δώσει λύση στα προβλήματά τους, υλικά και ηθικά. Αλλά και γιατί αυτή η ψυχολογία τροφοδοτείται κατά τρόπο έντεχνο και από δυνάμεις που προτιμούν την Eυρώπη κατακερματισμένη και ευάλωτη…
Η Eλλάς από σήμερα αποδέχεται οριστικά την ιστορική πρόκληση και την ευρωπαϊκή της μοίρα. Διατηρώντας την εθνική της ταυτότητα. Έχουμε εμπιστοσύνη και στην Eυρώπη και στην Eλλάδα.»
Στην άλλη πλευρά, ο Aνδρέας Παπανδρέου, είτε από τη θέση του τρίτου κόμματος είτε ως αξιωματική αντιπολίτευση, αποχωρούσε με την κοινοβουλευτική του ομάδα από τη Bουλή όποτε γινόταν συζήτηση για το θέμα. Τον Δεκέμβριο του 1978, χρησιμοποιώντας φρασεολογία που παραπέμπει στο σήμερα, ανέφερε ότι η EOK ήθελε να χρησιμοποιήσει την Eλλάδα σαν πειραματόζωο για την περαιτέρω διεύρυνσή της και, αφού κατήγγειλε τους «δήθεν συμμάχους της χώρας», κατέληγε: «Kρίνεται αυτήν την κρίσιμη περίοδο η εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας, η εθνική μας ανεξαρτησία και το οικονομικό μας μέλλον. Ήρθε η ώρα να ανακρούσουμε πρύμναν, να αλλάξουμε πορεία.»
Εφημ. Tύπος της Kυριακής 
27/5/2012

25 Μαρ 2017

Στην Ιθάκη - Άλκηστις Πρωτοψάλτη

Η Ελληνική Επανάσταση σ' όλη τη διάρκειά της είχε σπουδαίες στιγμές αλλά και άσχημες... Τις Επαναστάσεις τις κάνουν Επαναστάτες... Σήμερα τιμούμε την σωτήρια παρέμβαση αυτών των Ελλήνων στην ιστορία... Ανέλαβαν την ευθύνη και άλλαξαν την μοίρα του έθνους για τους επόμενους αιώνες, κάτι που φοβάμαι ότι δεν είμαστε άξιοι να μιμηθούμε ούτε στα εύκολα... Από τον όρκο της Φιλικής Εταιρείας ξεχωρίζω και παραθέτω σε σημερινά ελληνικά το παρακάτω απόσπασμα... 
«Ορκίζομαι να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου, να είμαι ενάρετος.

Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ τις ξένες.

Να δίνω πάντοτε το καλό παράδειγμα.

Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή, τον δυστυχή και τον αδύνατο.

Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε, ω ιερή πλην τρισάθλια Πατρίδα! Ορκίζομαι στα πολύχρονα βάσανά Σου.

Ορκίζομαι στα πικρά δάκρυα τα οποία τόσους αιώνες έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα παιδιά Σου, στα δικά μου δάκρυα, που χύνονται αυτή τη στιγμή, και στην μέλλουσα ελευθερία των συμπατριωτών μου, ότι αφιερώνομαι ολόκληρος σε Σένα.»




26 Φεβ 2017

13 Νοε 2016

«Αποκοιμηθείς δούλος και Ανατολίτης, εξύπνησεν ελεύθερος και Ευρωπαίος», του Εμμανουήλ Ροΐδη

Ο σήμερον Έλλην εκληρονόμησε παρά μεν των προγόνων αυτού μέγα όνομα, παρά δεν των πατέρων γωνίαν γης ελευθέραν. Αποκοιμηθείς δούλος και Ανατολίτης, εξύπνησεν ελεύθερος και Ευρωπαίος. Επόμενον άρα ήτο να καταληφθή υπό της κατεχούσης πάντας τους νεαυξήτους μέθης. Η κυριωτέρα αυτού ενασχόλησις συνίσταται σήμερον ακόμη εις το να θαυμάζη τας χείρας αυτού μη φερούσας πλέον αλύσεις, την κεφαλήν του φέρουσαν πίλον υψηλόν, την εκ του Περικλέους καταγωγήν του, και τα επισκεπτήρια αυτού, αν τύχη ανήκων εις την λεγομένην υψηλήν περιωπήν. 

 «Δραματικός Αγών» (1877). Άπαντα, Β΄. Ερμής, 1978. 241-242.



Ο σημερινός Έλλην εξαγόμενος της πολιτικής ομοιάζει οψάριον εκτός του ύδατος. Η διάνοια αυτού είναι αγρός τον οποίον αφήνει ως επί το πολύ χέρσον, διότι κάλλιστα γνωρίζει ότι το προϊόν της συγκομιδής δεν θα εκάλυπτε τα έξοδα της καλλιεργείας. Συνηθίσας παδιόθεν να βλέπη χρησιμεύον ως μόνον μέτρον εκτιμήσεως της ανθρωπίνης αξίας το ποσόν της πολιτικής επιρροής, άγεται να θεωρήση ματαιόσπουδον και αναξίαν φιλοτίμου ανδρός πάσαν άλλην ενασχόλησιν και μελέτην. Η πολιτική παρ’ ημίν δύναται να ομοιωθή προς τα εκμυζώντα πάσαν ικμάδα του εδάφους αδηφάγα εκείνα φυτά, παρά τα οποία ουδέν άλλο δύναται να βλαστήση. Ταύτα αρκούσι, πιστεύομεν, να εξηγήσωσι πώς, πλην ικανού αριθμού ευπροσώπων ρητόρων, ουδέν άλλο άξιον συγκρίσεως προς τα των άλλων εθνών έχει σήμερον η Ελλάς να επιδείξη. 

 «Η πολιτική εν Ελλάδι ρητορεία». 1896. Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 185.


Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουσιν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν· αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία, μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου. 
     Αν υπήρχε λεξικόν της νεοελληνικής γλώσσης, νομίζομεν ότι ο ορισμός της λέξεως «κόμμα» ήθελεν είναι ο ακόλουθος: «Ομάς ανθρώπων ειδότων ν’ αναγινώσκωσι και ν’ ανορθογραφώσιν, εχόντων χείρας και πόδας υγιείς αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’ αναβιβάσωσιν αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι». 


«Πολιτικόν δελτίον», Ασμοδαίος, 8.6.1875. Άπαντα, Β΄. Ερμής, 1978. 138.

7 Αυγ 2016

Τα πολυάριθμα και ενθουσιώδη πλήθη..., Αθήνα 1896

Η εφημερίδα «Ακρόπολις» της 27ης Μαρτίου 1896 περιγράφει τη συμμετοχή του κόσμου στην έναρξη των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα:

Τα πλήθη «υπήρξαν πολυάριθμα επί των κερκίδων, έτι πολυαριθμότερα άνωθεν επί του περιβόλου και επί της κορυφής του λόφου. (…) Και ήτο ωραίο σύμπλεγμα το σύμπλεγμα εκείνο των τεσσερακοντακισχιλίων θεατών, οι οποίοι εμαύριζον ως μυρμηκυιά εις τας ανοικτάς αγκάλας του Σταδίου και εκεί πάνω επί του Αρδηττού, όπου κυμαίνονται αι κεφαλαί ως ανεμώναι και σείονται ευθυτενή κορμιά και αντηχούσιν ιαχαί ως πανδαιμόνιον. Διά μέσου των νεφών θλώνται αι ακτίνες του ηλίου και φωτίζουσι την ανθρώπινον ταύτην ανθοδέσμην, ήτις διαρκώς αυξάνει και ποικίλεται.(…) Και εμφανίζονται εις την κονίστραν κάτω οι δρομείς οι γοργοκίνητοι και σείται το Στάδιον ολόκληρον εκ των κραυγών και των αναφωνήσεων.

Επί των κερκίδων ξένοι πολλοί. Η περί τους βασιλείς κερκίς πλήρης εκ των μελών του υπουργικού συμβουλίου, και εκ των μελών του διπλωματικού σώματος μετά των κυριών τους. Πλήρης και η κερκίς των αξιωματικών, οι οποίοι παρίσταντο εν δευτέρα στολή. Κάτω εις τους διαδρόμους οι αντιπρόσωποι του τύπου ημεδαποί και ξένοι, εσμοί δε φωτογράφων με όλα τα είδη των φωτογραφικών μηχανών, αι οποίαι δεν αφήκαν τίποτε να χαθή, αλλ’ απετύπωσαν όλας τας εικόνας.»

εφημερίδα Μακεδονία
7/4/2016

29 Ιουλ 2016

Η ελληνική εξέγερση, του Ernest Hemingway, στα 1922

ΜΟΥΡΑΤΛΙ, ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ. Καθώς γράφω ο ελληνικός στρατός ξεκινάει την εκκένωση της ανατολικής Θράκης. Με τις αμερικάνικες στολές τους, που δεν τους μπαίνουν και πολύ καλά, βαδίζουν κατά μήκος της υπάιθρου, το ιππικό περιπολεί μπροστά, οι στρατιώτες παρελαύνουν σκυθρωπά, αλλά ενίοτε μας χαμογελούν, καθώς περνάμε μπροστά από τις παρατεταγμένες φάλαγγες. Έχουν κόψει όλα τα σύρματα του τηλεγράφου πίσω τους· τα βλέπεις να κρέμονται  από τους στύλους σαν γαϊτανάκια. Εγκατέλειψαν τις καμουφλαρισμένες θέσεις των πολυβόλων, αχυροσκεπασμένες καλύβες, τις οχυρωμένες και γεμάτες συρματόπλεγμα κορυφογραμμές όπου είχαν σχεδιάσει να δώσουν την τελική μάχη έναντι των Τούρκων.

12 Ιουλ 2016

Ευάγγελος Αβέρωφ - Τοσίτσας, αγάπη για τον τόπο και πρόοδος...

Ο Ευάγγελος Αβέρωφ έχει καταγραφεί στην μνήμη των Ελλήνων ως ένας συντηρητικός πολιτικός. Μάλιστα πολλοί τον τοποθετούν ως έναν κατεξοχήν εκπρόσωπο της «καταραμένης Δεξιάς…», αν και ξεκίνησε από το Κέντρο. Λίγοι γνωρίζουν ότι υπήρξε και λογοτέχνης, τότε ακόμα η Ελλάδα έβγαζε πολιτικούς που μετέφραζαν τον Θουκυδίδη όπως ο Βενιζέλος ή έγραφαν την ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος όπως ο Κανελλόπουλος. Οι περισσότεροι θυμούνται τον Αβέρωφ «από το θρυλικό τηλεφώνημα στον Κωνσταντίνο Καραμανλή» που οδήγησε στη μεταπολίτευση. Κανείς δεν επαινεί τον Αβέρωφ της προόδου. Μία εκδρομή στο Μέτσοβο που έκανα τελευταία στάθηκε πραγματική αποκάλυψη για το μέγεθος της προσφοράς αυτού του ανθρώπου.

26 Απρ 2016

Θάρρος και αυτοπεποίθηση...

Από τον τάφο των Βενιζέλων:

«Ο προκείμενος νεκρός ήτο αληθινός άνδρας με θάρρος με αυτοπεποίθησιν και δι’ εαυτόν και δια τον λαόν τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ίσως έκανε πολλά σφάλματα αλλά ποτέ δεν του απέλειψε το θάρρος. Ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης. Διότι ποτέ δεν επερίμενεν από την μοίραν να ιδή την χώραν του προηγμένην αλλά έθεσεν εις την υπηρεσίαν της όλο το πυρ που είχε μέσα του κάθε δύναμιν ψυχικήν και σωματικήν.»

Ελευθέριος Βενιζέλος, Αγόρευση στη Βουλή, Απρίλιος 1932

20 Μαρ 2016

Η κήρυξη της Επανάστασης, ακολουθώντας το τυπικό των βυζαντινών αυτοκρατόρων...

Η Επανάσταση κηρύχθηκε επίσημα από τον αρχηγό της, τον πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη στις 22 Φεβρουαρίου 1821. Ο Υψηλάντης, επικεφαλής σώματος ιππέων από το ρωσικό έδαφος πέρασε με πλεούμενο τον Προύθο και πάτησε στο έδαφος της Μολδαβίας.