19 Ιαν 2019

Περί της Συμφωνίας των Πρεσπών

-->
         Όταν ξεκινά κάποιος να ασχολείται με τη Συμφωνία των Πρεσπών πρέπει να τη μελετά ως ένα σημαντικό θέμα εξωτερικής πολιτικής. Επίσης είναι ανάγκη να παραδεχτεί ότι το «δίκαιο ή άδικο» στην εξωτερική πολιτική είναι απολύτως σχετικό με την ισχύ και την συγκυρία και ότι οι σχέσεις ανάμεσα στα Κράτη είναι ανταγωνιστικές. Ο συσχετισμός των συμφερόντων και η ισχύς είναι τα δύο στοιχεία που ορίζουν και το παρόν και το μέλλον. Οι αναφορές λοιπόν στην ιστορία της Μακεδονίας μόνο περιφερειακά μπορούν να βοηθήσουν στη μελέτη μιας συμφωνίας· για παράδειγμα μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του θυμικού ενός λαού.

Η Συμφωνία των Πρεσπών

         Η ελληνική εξωτερική πολιτική πάντα, ακόμα και όταν την περίοδο του ψυχρού πολέμου το θέμα ήταν παγωμένο, ποτέ δεν αναγνώρισε «μακεδονικό έθνος» και τα επιμέρους στοιχεία (γλώσσα) που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αναγνώριση μακεδονικού έθνους. Μπορεί να αναγνώριζε κάποια «Δημοκρατία της Μακεδονίας» μέσα στην Γιουγκοσλαβία και πολύ παλιά μπορεί να χρησιμοποιήθηκε από κάποιους ο όρος Σλαβομακεδόνες αλλά ποτέ κανείς δεν αναγνώρισε «μακεδονικό έθνος» και την προπαγάνδα εντός και εκτός του κράτους των Σκοπίων. Η Συμφωνία των Πρεσπών αναγνωρίζει μακεδονική εθνότητα δια της αναγνώρισης μακεδονικής ιθαγένειας, μια και για την κυρίαρχη εθνοτική ομάδα ενός κράτους εθνότητα και ιθαγένεια ταυτίζονται, διά της αναγνώρισης μακεδονικής γλώσσας και διά του ασαφούς άρθρου 7 με το οποίο οπωσδήποτε αναγνωρίζεται μία εθνική σλαβική μακεδονική ιστορία που αφορά ολόκληρη τη γεωγραφική, ιστορική περιοχή της Μακεδονίας. Το τι θα θεωρείται, από αυτούς ή και τον υπόλοιπο κόσμο, ελληνικό, ώστε να το αφαιρέσουν από το εθνικό αφήγημά τους είναι απολύτως σχετικό… Γι’ αυτό και στο αναθεωρημένο Σύνταγμά τους δεν παραλείπουν να αναφέρονται και στα γεγονότα του Ίλιντεν και στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Μάλιστα γίνεται ευθεία αναφορά σε μια Διακήρυξη του 1944 όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται:
Η «επαίσχυντη κατάτμηση της Μακεδονίας» … «καταπίεση του λαού της Μακεδονίας σε όλα τα τμήματα» … «να σβήσουν τα σύνορα που σηκώθηκαν διαιρώντας αδερφό από αδελφό, Μακεδόνα από Μακεδόνα».
«Λαέ της Μακεδονίας
Λόγω των προδοτών και των αποστατών, το μοιραίο έτος του 1912 σας βρήκε διχασμένους, ματωμένους και αποδιοργανωμένους, και η γη σας χωρίστηκε μεταξύ των ιμπεριαλιστών εισβολέων. Αυτή η επαίσχυντη κατάτμηση της Μακεδονίας επιβεβαιώθηκε το 1919 και εσείς συνεχίσατε να είστε υπό τον ζυγό της καταπίεσης…
Μακεδόνες υπό τη Βουλγαρία και την Ελλάδα,
Η ενοποίηση ολόκληρου του λαού της Μακεδονίας εξαρτάται από τη συμμετοχή του στο γιγαντιαίο αντιφασιστικό μέτωπο. Μόνο με την καταπολέμηση του άθλιου φασίστα κατακτητή θα αποκτήσετε το δικαίωμά για αυτοδιάθεση και ένωση ολόκληρου του μακεδονικού λαού στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, η οποία έχει γίνει μια ελεύθερη κοινότητα χειραφετημένων και ίσων λαών. Είθε ο αγώνας του Μακεδονικού Πεδεμοντίου να σας υποκινήσει να δώσετε ακόμα σκληρότερη μάχη ενάντια στους φασιστές καταπιεστές!»

         Τα παραπάνω μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών.
         Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν συνηθίζονται στα Συντάγματα οι ιστορικές αναφορές. Εμείς στο δικό μας δεν έχουμε καμία.
         Ακόμη και αν φανεί ένας πρόσκαιρος σεβασμός στις ελληνικές ευαισθησίες πάντα μπορεί να υπάρξει ένας τρίτος, κάποια ΜΚΟ με πολλά εκατομμύρια από πίσω, για να δημιουργήσει εντυπώσεις περί μειονότητας, αλλαγής καθεστώτος κλπ. Κοντολογής, αυτά τα μακεδονικά που αναγνωρίσαμε ποιοι θα τα μιλάνε, αν δεν τα μιλάνε Μακεδόνες…; Ακόμα και στη ρηματική διακοίνωση μπορεί να λέει ότι η ιθαγένεια δεν είναι εθνότητα, προφανώς μια και εκεί κατοικούν Αλβανοί και Σέρβοι, σε άλλο σημείο της όμως αναφέρεται στην «ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά του μακεδονικού λαού» και ότι «η Δημοκρατία «θα προνοήσει σχετικά με τη διασπορά του μακεδονικού λαού, του αλβανικού λαού, τουρκικού λαού, των Βλάχων, των Βόσνιων και των Ρομά και θα προωθήσει τις σχέσεις τους με την πατρίδα…». Η προπαγάνδα του  «Μακεδονισμού» έχει παραμείνει αλώβητη.
         Πολλοί προβάλλουν την αρετή του συμβιβασμού. Κάτι πήραμε, κάτι δώσαμε. Αυτά που δώσαμε είναι φανερά. Δώσαμε αναγνώριση μακεδονικού έθνους, μακεδονικής γλώσσας, περίπου αναγνωρίσαμε ότι αυτά υπάρχουν τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα, τους αναγνωρίσαμε την «αλήθεια» τους, μπορούν να μπαίνουν στα μουσεία μας και να λένε ότι θέλουν, μπορούν να αισθάνονται αδικημένοι από την ιστορία και να αναζητούν δικαίωση αλλά και υλικά ανταλλάγματα. Όσο για την ένταξη σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, εκεί κάνουν κουμάντο άλλοι... Εμείς τι ακριβώς κερδίσαμε κανείς δεν μπορεί να το πει. Εκτός αν το αντάλλαγμα είναι οι ευχαριστίες(!) της Γερμανίδας Καγκελαρίου στον Έλληνα Πρωθυπουργό.
         Οι ασάφειες στην εξωτερική πολιτική είναι καταδικασμένες από την πραγματικότητα. Ήδη προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με τις ονομασίες προέλευσης προϊόντων, με το όνομα του αεροδρομίου «Μακεδονία», με τον τουρισμό, με τις ονομασίες εταιρειών, ενώ περιμένουμε να δούμε και τα σχολικά βιβλία των δύο χωρών.


Διεθνές περιβάλλον

         Οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί των μεγάλων δυνάμεων σχεδιάζονται με ορίζοντα τουλάχιστον 20 - 30 χρόνων. Πρέπει ακόμα να σκεφτούμε ότι μπορεί η πολιτική (μέσα, τρόποι) με τα χρόνια να αλλάζει, η γεωγραφία όμως παραμένει η ίδια συνεπώς και η γεωπολιτική. Γνωρίζουμε ιστορικά ότι η δημιουργία ενός σλαβικού μακεδονικού κράτους ήταν στους σχεδιασμούς της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας του 19ου αιώνα, της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο και ότι ο πανσλαβισμός ήταν ένα από τα εργαλεία των Ρώσων για να φτάσει η επιρροή τους στη θερμή θάλασσα, όπως αποκαλούν το Αιγαίο, και επί Τσάρων (συνθήκη Αγίου Στεφάνου, μεγάλη Βουλγαρία) και επί Σοβιετικής Ένωσης (ελληνικός εμφύλιος πόλεμος). Επίσης υπάρχει το επίκαιρο θέμα, η ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ που δημιουργεί μια έως προκλητική πίεση για λύση του θέματος. Τα δυτικά Βαλκάνια τείνουν να γίνουν μία ομάδα περίεργων (επιεικής έκφραση) Κρατών τύπου Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, Κοσόβου, Σκοπίων. Μικρά, προβληματικά και απολύτως ελεγχόμενα. Η αλήθεια και το δίκαιο δεν ορίζουν τις διεθνείς σχέσεις. Αυτό ισχύει χιλιάδες χρόνια τώρα και ίσως είμασταν οι πρώτοι που το περιγράψαμε τόσο καλά δια του Θουκυδίδη.
         Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται ως παίχτης στην περιοχή. Η Ελλάδα δεν μπορεί να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, όπως απολύτως δικαιούται, στα 12 μίλια ούτε στις ακτές της Πελοποννήσου. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να ορίσει ΑΟΖ. Δέχεται απειλές πολέμου και αμφισβητήσεις εδάφους από την Τουρκία τις οποίες δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Δεν μπορεί να λύσει το Κυπριακό πρόβλημα ούτε με εις βάρους της όρους. Η οικονομία της, αν και πολλαπλάσια των βόρειων γειτόνων της, δεν είναι ελκυστική για επενδύσεις και δεν χαρακτηρίζεται από επεκτατισμό (το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αποσύρθηκε από τα Βαλκάνια, όπως και άλλες επενδύσεις). Αντιμετωπίζει δημογραφικό πρόβλημα και πρόβλημα μετανάστευσης και τον τελευταίο αιώνα έχουμε χάσει ελληνικούς πληθυσμούς και στην Μικρά Ασία και στην Κωνσταντινούπολη, Ανατολική Ρωμυλία, Μοναστήρι ενώ με τα χρόνια η ελληνική διασπορά απομακρύνεται φυσιολογικά. Είμαστε ένα φθίνον έθνος που χάνει ισχύ. Δεν είναι φρόνιμο να πορεύεται με δημιουργικές ασάφειες τύπου συνθήκης Πρεσπών. Ας σκεφτούμε πόσο ισχυρότερη ήταν η Σερβία των Αλβανών του Κοσόβου ή των Μουσουλμάνων της Βοσνίας. Και επειδή κάποιοι «επαγγελματίες μελλοντολόγοι» μιλούν για απογείωση της Βόρειας Ελλάδας λόγω αγωγών και λιμανιών, εγώ λέω ότι μια χαρά μπορούν να λειτουργήσουν και τα λιμάνια και οι αγωγοί· αν στραβώσουν τα πράγματα τα συμφέροντα των άλλων στα λιμάνια και στους αγωγούς δεν σημαίνει ότι θα ταυτίζονται με τα συμφέροντα της αδύναμης Ελλάδας.  Η ρήση του Κίσινγκερ ότι “the issues are much too important for the Chilean voters to be left to decide for themselves”  αλλά και του Ρούσβελτ “Somoza may be a son of a bitch, but he's our son of a bitch” είναι η σαφέστερη περιγραφή άσκησης εξωτερικής πολιτικής από μια μεγάλη δύναμη… Ο καιρός έχει γυρίσματα. Στα εθνικά θέματα δεν στηρίζεσαι ποτέ στην ευνοϊκή συγκυρία για να αφήνεις εκκρεμότητες.

Πολιτική Διαχείριση

         Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το Μακεδονικό πρόβλημα  στην Ελλάδα δημιουργεί ένα απολύτως σεβαστό ψυχολογικό πρόβλημα τουλάχιστον σ’ αυτούς που αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες. Για τη Μακεδονία χύθηκε αίμα. Πέντε πόλεμοι και ένα αντάρτικο από το 1904 μέχρι και το 1949. Αν συνδυαστεί με μια παραδοσιακή τοπικιστική διάθεση των Ελλήνων αλλά και με το αίσθημα της αδικίας που αισθάνονται οι βορειοελλαδίτες σε σχέση με το κέντρο, αν σκεφτεί κανείς τις συχνές εθνικές ταπεινώσεις τα χρόνια του Μνημονίου μπορεί εύκολα να εξηγήσει την έκρηξη πάνω στο θέμα. Ομολογώ ότι προσωπικά δεν το περίμενα σ’ αυτόν τον βαθμό. Πρόκειται όμως για μια πραγματική στεναχώρια. Δεν μπορώ να τους αποκαλώ Μακεδόνες. Θα μπορούσα να τους αποκαλέσω συμβιβαζόμενος ήδη πάρα πολύ και ξεπερνώντας τα αισθήματα που μου προκαλεί η εθνική μου ευαισθησία «Σλαβομακεδόνες» ή τουλάχιστον το επίθετο «Βόρεια» να τους ξεχωρίζει από μένα. Δεν ζούμε σ’ ένα κόσμο απάτριδων και εκφυλισμένων εθνικών συνειδήσεων. Χαίρομαι να τους βλέπω στη Θεσσαλονίκη να κυκλοφορούν, δεν θέλω όμως να αρχίσω να ξανασυστήνομαι στη διεθνή κοινότητα.
         Η κυβέρνηση αντί να αντιμετωπίσει τη δίκαιη αυτή στεναχώρια των Ελλήνων με κατανόηση, με μετριοπάθεια, κάνοντας αυτό που θεωρούσε η ίδια σωστό, επέλεξε αρχικά να μην ζητήσει τη συναίνεση της αντιπολίτευσης (και θα την είχε δεδομένου του διεθνούς παράγοντα), επιτίθεται χαρακτηρίζοντας εθνικιστές και φασίστες όσους διαφωνούν, εγκαινιάζει μετρό χωρίς τρένα λες και απευθύνεται σε υποανάπτυκτους, βρίζει και υποτιμά τους Μακεδόνες. Επειδή η κυβέρνηση στερείται επιχειρημάτων, τα κυβερνητικά στελέχη επενδύουν στους ακραίους χαρακτηρισμούς, στην πόλωση, στον διχασμό και μάλλον κάποιοι περιμένουν να ξεφύγουν οι αντιδράσεις για να ατονίσουν ακολούθως. Μέχρι και ανοιχτή συγκέντρωση σε γήπεδο έκανε. Η κυβέρνηση λειτουργεί ως άκρο. Γενικά δίνει χώρο σε όποιον λαϊκιστή και δημαγωγό θέλει να εκμεταλλευτεί την μεγάλη αναστάτωση.        Και αυτός είναι και ο μεγαλύτερος φόβος για την επόμενη μέρα. Η όλη δυσαρέσκεια να αποκτήσει χαρακτηριστικά κινήματος που δεν θα μπορεί να ελεχθεί και θα μας ταλαιπωρεί για καιρό.
         Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι καλή. Είναι ετεροβαρής υπέρ των Σκοπίων, ασαφής, δεν μπορούμε να προβλέψουμε σε αρκετά σημεία της πώς θα εφαρμοστεί και οπωσδήποτε δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον. Δεν πρόκειται όμως για το τέλος του κόσμου ή για το τέλος της Ελλάδας. Η ιστορία συνεχίζεται και έχουμε όλα τα χαρακτηριστικά και όλες τις προϋποθέσεις με το μέρος μας αν το θελήσουμε.

ΓΚ

27 Οκτ 2018

Η κηδεία του Παλαμά, του Γιώργου Θεοτοκά

Ένα γεγονός που ξαφνικά, μέσα στο ζόφο της διπλής εχθρικής κατοχής, ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα της Αθήνας και ξεσήκωσε την ψυχή της σ’ ένα θαυμάσιο ξέσπασμα ομαδικής έξαρσης και πίστης ήταν η κηδεία του Κωστή Παλαμά. Ο θάνατός του ήταν φυσιολογικός δεν είχε καμιά συνάρτηση με την πολεμική κατάσταση. Και, ωστόσο, το λείψανο του εθνικού ποιητή φάνταζε τότε, στα μάτια μας, σαν εντονότατο έμβλημα της εθνικής μας αντίστασης και της μεγάλης κοινής μας λαχτάρας της ελευθερίας.
Στις 27 Φεβρυαρίου 1943, το πρωί, μάθαμε πως ο Παλαμάς είχε πεθάνει την προηγούμενη νύχτα, σε ηλικία ογδόντα τεσσάρω χρονώ. Το μεσημέρι πήγα στο σπίτι του, στην Πλάκα, κι είδα το νεκρό που τον είχαν ξαπλωμένο σ’ ένα ντιβάνι, στη μικρή του βιβλιοθήκη. Ήταν ντυμένος στα μαύρα και σκεπασμένος με ανθισμένα κλαδιά αμυγδαλιάς. Ήταν, θα έλεγε κανείς, ακόμα μικρότερος απ’ ό,τι ξέραμε, σαν τα λείψανα των αγίων. Στην κάμαρα αυτή στεκότανε μόνος ο Στρατής Μυριβήλης που, μόλις μπήκα, γύρισε και μου είπε: «Κοίταξε, τι γλύκα που έχει αυτό το πρόσωπο!» Κι ήταν πράγματι εξαιρετικά γλυκιά η μορφή του, γεμάτη απέραντη πατρική αγάπη. Το απόγευμα ένιωσα την ανάγκη να ξαναπάω να τη ξαναδώ. Έμεινα τότε κάμποση ώρα, με τον Κατσίμπαλη και άλλους φίλους. Είχαν ανάψει κεριά κοντά στο νεκρό, χωρίς άλλο φως. Νόμιζες πως έβλεπες μπροστά σου σα πεθαμένο μισόν αιώνα ελληνικής ζωής.
Εκεί, ο Παλαμάς, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μου φάνηκε Βυζαντινός, βγαλμένος από τα βάθη του βυζαντινού Μεσαίωνα, άνθρωπος της μεγάλης, της πολύδοξης και σοφής Ρωμανίας, βαθύτατα Βυζαντινός στο αίμα του και στην ψυχή του, στη φυλετική και στην πνευματική του καταγωγή. Το πιστεύω σταθερά πως, ανεξάρτητα από την πολυμέρεια κι τις αντιφάσεις του πνεύματός του, ο κεντρικός, ο βαθύτερος πυρήνας της ποιητικής του δημιουργίας ήταν βυζαντινός. Το ίδιο εκείνο απόγευμα, η Ναυσικά Παλαμά μου διηγήθηκε ένα επεισόδιο που μου φαίνεται τώρα χαρακτηριστικό. Δυο ώρες πριν από το θάνατο, δηλαδή κατά τη μια μετά τα μεσάνυχτα άκουσε, μέσα στον ύπνο της, μια βυζαντινή ψαλμωδία. Ξύπνησε, πήγε στην κάμαρα του πατέρα της και τον ήβρε να ψέλνει κοιμισμένος. Του μίλησε, μα δεν την άκουσε κι εξακολούθησε να ψέλνει.
Η Κηδεία έγινε την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου, στις 11 το πρωί, στην εκκλησία του Α’ Νεκροταφείου, όπου μαζεύτηκε πλήθος πολύ. Χοροστάτησε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός που μίλησε ωραία, με πατριωτική συγκίνηση. Ύστερα, στάθηκε κοντά στο φέρετρο ο Άγγελος Σικελιανός και απάγγειλε το γνωστό του ποίημα: Ηχήστε οι σάλπιγγες! που το είχε γράψει την προηγούμενη νύχτα. Το είπε με φωνή βροντερή, μέσα σε λυγμούς που έβγαιναν απ’ το πλήθος. Ήταν σοβαρά άρρωστος κι οι γιατροί του τού είχαν απαγορέψει αυστηρά κάθε κούραση και κάθε έξοδο, μα κανείς δεν μπόρεσε να τον πείσει να πειθαρχήσει στη σύστασή τους. Ένιωθε πως κάποιο ανώτερο χρέος τον καλούσε εκεί. Τρίτος μίλησε ο Σωτήρης Σκίπης, απαγγέλοντας ένα ποίημα που περιείχε στίχους πολύ τολμηρούς και επικίνδυνους για τον ποιητή τους τη στιγμή εκείνη. Αξίζει να σημειωθεί πως παρακολουθούσαν την κηδεία αντιπρόσωποι των πρεσβειών της Γερμανίας και της Ιταλίας.
Σα τελείωσε η ακολουθία, ο Σικελιανός απομάκρυνε τους νεκροθάφτες και κάλεσε όσους ήταν κοντύτερα να σηκώσουν το φέρετρο, σηκώνοντας αυτός πρώτος. Τον είδα να περνά κοντά μου άσπρος και ονειροπαρμένος, σαν υπνοβάτης. Άκουσα τότε τη Μαρίκα Κοτοπούλη να λέει: «Είναι ο Σικελιανός που θάβει τον Παλαμά!». Κι αυτή η ιδέα την τάραζε, σα να περιείχε ένα συγκλονιστικό συμβολισμό.
Ο τάφος, καθώς είναι γνωστό, βρίσκεται έξω από το παλαιό νεκροταφείο, σε μέρος ανοιχτό, με θέα προς την Αθήνα και την Ακρόπολη. Ήταν όμορφη μέρα, ηλιόλουστη. Μαζεύτηκε εκεί όλο το πλήθος που ήταν στην εκκλησία, καθώς και το πλήθος που είχε μείνει απ’ έξω, σε διάφορα επίπεδα, ανάμεσα στα μάρμαρα και στις πρασινάδες, γιατί το κοιμητήρι, στο σημείο εκείνο, είναι σα κήποι κρεμαστοί. Όταν τελείωσε η ταφή, ήρθαν στρατιώτες Γερμανοί και Ιταλοί και κατέθεσαν στεφάνους, ενώ οι αντιπρόσωποι των πρεσβειών τους χαιρετούσαν με τρόπο φασιστικό. Τότε, χωρίς κανένα σύνθημα, καμιά προηγούμενη συνεννόηση, όλο εκείνο το πλήθος άρχισε να τραγουδά τον εθνικό ύμνο μ’ ένα πάθος και μιαν ένταση, που δεν φαντάζομαι κανείς που ήταν εκεί να τον άκουσε άλλη φορά στη ζωή του να τραγουδιέται έτσι. Και σαν τελείωσε κι ο ύμνος, από παντού ακούστηκαν οι φωνές: «Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η ελευθερία!» Κι όλες αυτές οι αυθόρμητες πράξεις θαρρούσε κανείς πως υπακούσανε  σ’ ένα ποιητικό ρυθμό.
Κατεβήκαμε προς τη σκλαβωμένη Αθήνα μας, που τη σκίαζαν απ’ την Ακρόπολη οι σημαίες των κατακτητών, με ψυχή περήφανη και χαρούμενη. Τέτοια ήταν η δύναμη του ποιητή που είχαμε κηδέψει και που μας φαινόταν περισσότερο από πάντα ζωντανός.

Γιώργος Θεοτοκάς
Πνευματική πορεία
Εκδόσεις Εστία

Χρονικό του 1942, του Ηλία Βενέζη

Είχε πέσει κείνα τα χρόνια συμφορά μεγάλη στη χώρα των Ελλήνων. Ζούσαν ήσυχοι και με ειρήνη οι άνθρωποι τη δύσκολη ζωή των βουνών και των θαλασσών τους, τίποτα δε γυρεύανε απ’ τους άλλους, όταν ο κακός γείτονας τους κήρυξε τον πόλεμο κι έστειλε τα φουσάτα του να ρημάξουν τη χώρα. Τότες ο λαός που είδε το άδικο ξεσηκώθηκε, παλικάρια, γυναίκες και γερόντοι άφησαν τη γη και τη θάλασσα και τράβηξαν στα βουνά να μποδίσουν το κούρσεμα της πατρίδας. Πολεμούσανε μήνες και μήνες. Ήταν βαροχειμωνιά, και στα φαράγγια της Πίνδος, οι άνεμοι βουίζανε, το χιόνι στοιβαζόταν, και οι άνθρωποι ξεπαγιάζανε. Απ’ το πολύ το κρύο πληγιάσανε τα κορμιά των παλικαριών, άλλους τους κόψανε το χέρι, άλλους τους κόψανε το ποδάρι. Όμως να το βάλουνε κάτου δε λέγανε. Έτσι ντροπιάστηκε τότες απ’ το λαό των Ελλήνων ο κακός γείτονας, και θα τον ρίχνανε οι Έλληνες στη θάλασσα, αν άλλος οχτρός πιο φοβερός και πιο αντίχριστος δε ριχνότανε άναντρα πάνου στους φουκαράδες που πολεμούσανε για πατρίδα και λευτεριά. Κι οι Έλληνες πια δε βάσταξαν και λύγισαν. Τα φουσάτα των οχτρών μπήκαν στη χώρα, υποτάχτηκε ο λαός των Ελλήνων, και στον Ιερό Βράχο των προγόνων του σηκώθηκε σαντάρδο μισητό.

29 Σεπ 2018

Ο Καπιτάνιος

-->
Του Στρατή Μυριβήλη

Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο καραβόσκυλο, τον Καπιτάνιο μας. Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.
Ήταν ένας σκύλαρος ώς εκεί πάνω, κανελής, γεροδεμένος, με μιαν άσπρη βούλα στην πλάτη, σαν πλατανόφυλλο. Όλοι τον αγαπούσανε γιατ' ήτανε καλός, κι εμείς, τα παιδιά, του βγάζαμε την πίστη με τα τυραγνιστικά παιχνίδια. Ήμασταν τέσσερα, όλα αγόρια, και μόνο εγώ, ο μεγάλος, ήμουνα σε θέση να καταλαβαίνω το πιλάτεμα που του γινότανε. Ο Καπιτάνιος τα δεχόταν όλα με άσωστη καλοσύνη.
Τ' αγαπούσε τα παιδιά, έπαιζε μαζί τους υπομονετικά και τους φερνότανε με προστατευτική αψηφισιά, χωρίς ποτές να θυμώνει και να τα ξεσυνερίζεται. Τόνε καβαλίκευαν το λοιπόν και κείνοι ή τόνε ζεύανε στο ποδηλατάκι του Πετρή και κάναν αρματοδρομίες στις πλάκες της αυλής. Ο Καπιτάνιος, σαν πονούσε πολύ, μισόκλεινε τα μάτια και ψευτόκλαιγε, ή έγλειφε το χεράκι που τόνε παράσφιγγε. Εγώ, που καταλάβαινα όσο κι η μητέρα το καλό που μας έκανε τη νύχτα της καταστροφής ετούτο το σκυλί, πολεμούσα να το προστατεύω όσο μπορούσα από τους μικρούς σταυρωτήδες του.
Ακόμα απορούσα πώς ο Καπιτάνιος δε σκέφτηκε ποτές να πάρει μέσα στο σπίτι μήτε τόσο δα ύφος «μεγάλου ευεργέτη». Καμιά φορά που 'βλεπα τον πατέρα να στέκεται ψηλός, με τα πόδια ανοιχτά, μπροστά στο μικρό πόρτο, με το ναυτικό του κασκέτο γερτό πίσω στο σβέρκο, να βλέπει μακριά το πέλαγο, να βλέπει εκεί προς το Κάβο-Μπαμπά χωρίς να μιλά, με τα χέρια στις τσέπες, μ' έπιανε μια συγκίνηση… Αγκάλιαζα τότες τον Καπιτάνιο μας και τόνε φιλούσα κι έχωνα το πρόσωπο κάτω από την κεφάλα του. Κι αυτός μ' έγλειφε πίσω από τ' αφτί και φρούμαζε μέσα στα μαλλιά μου. Το 'ξερα πως χωρίς αυτόνε θα 'μασταν τέσσερα ορφανά στο δρόμο, κι ήθελα να μπορούσα να του το πω πόσο το 'ξερα.
Σαν πηγαίναμε στο σκολειό με τον Αντώνη, το δεύτερο αδέρφι, μας έπαιρνε το καταπόδι ώς τη σιδερένια οξώπορτα της μεγάλης αυλής του, χωρίς να μπαίνει ποτές μέσα στο προαύλιο. Σταματούσε εκεί, μπροστά στο πετρένιο κατώφλι, κάθιζε στα πίσω πόδια και μας έβλεπε με τα καστανά μάτια του, μας έβλεπε τρυφερά να προχωράμε μέσα, σαρώνοντας με τη φουντωτή ουρά το χώμα. Έγερνε το κεφάλι του πλάι να μας δει, όπως κάνουν οι μαμάδες να καμαρώσουν τα μωρά τους. Σαν μας έχανε από τα μάτια του, έδινε μια και γύριζε τρεχάτος σπίτι. Από κει παραμόνευε την ώρα που σχολνούσαμε, και μόλις άκουγε το καμπανάκι που χτυπούσε ο επιστάτης —ακουγότανε ώς το σπίτι αυτό το καμπανάκι—, άφηνε στη μέση τα παιχνίδια του ή τα κόκαλα που τραγάνιζε και, μια δυο, ερχότανε στην οξώπορτα του σκολειού μας να μας προπάρει και να μας πάει συνοδεία στο σπίτι.
Όλος ο κόσμος τον αγαπούσε τον Καπιτάνιο, γιατ' ήτανε καλός. Μόνο ένας χασάπης, που είχε το μαγαζί του στην αγκωνή του δρόμου μας, δεν τονε χώνευε. Αυτός είχε ένα χασαπόσκυλο, Μαχμούτ τόνε λέγανε. Μαύρο και χοντρό σκυλί, κακό και μπαμπέσικο. Άμα τον έπιανε η κακία του, ακολουθούσε ένα διαβάτη ύπουλα, πήγαινε πίσω του ήσυχα και, ξάφνου, στα καλά καθούμενα, τον αρπούσε από το πόδι ή του 'σκιζε το βρακί.
Ο χασάπης του 'ριχνε ένα σωρό μεζελίκια μέσα σ' ένα σπιτότοπο που ήτανε παραδίπλα. Μόλις τα μυριζόταν ο Καπιτάνιος μας, πρόφταινε με μεγάλες τρεχάλες, τον αγρίευε, και, χλαπ, χλουπ, κατάπινε σε μια στιγμή τα τζιέρια και τα διαλεχτά κόκαλα και ο Μαχμούτ έβλεπε από μακριά κατατρομαγμένος. Ο πατέρας γελούσε και έλεγε στο χασάπη να 'ρχεται να του πλερώνει τη ζημιά. Αυτός όμως το 'χε πάρει κατάκαρδα. Έβαλε όχτρα πάνω στον Καπιτάνιο μας.
Μια μέρα, που τόνε τσάκωσε στα πράσα να τρώει τους κατιμάδες του Μαχμούτ, έγινε έξω φρενών και τίναξε πάνω του το μεγάλο του χασαπομάχαιρο. Το γιντέκι βρήκε το σκυλί στο δεξί μπροστινό πόδι και το πλήγωσε λαφριά. Το σήκωσε ψηλά, το 'γλειφε κι έκλαιγε. Τύχη του να γυρίζει σπίτι ο πατέρας κείνη την ώρα και να δει το κίνημα. Δίνει ένα σάλτο, αρπάει από χάμου το χασαπομάχαιρο, κατόπι χιμά και πιάνει  το χασάπη. Τον γονατίζει με το να χέρι, κατόπι τον αρχίζει στη ράχη διπλαριές με το πλατύ του γιντεκιού, να πού σε πονεί και να πού σε σφάζει. Του 'καμε μαύρη την πλάτη. Πρώτη φορά τον είδα έτσι θυμωμένο τον πατέρα.
Μια μέρα, καλοκαίρι ήταν, απόγεμα. Τελεύανε οι πάψες και η μητέρα τοίμαζε κείνες τις μέρες το μπαούλο μου, να με ταξιδέψει στη Χώρα για το Γυμνάσιο. Ξαφνικά σηκώθηκε μέσα στο χωριό μια φασαρία… Ένα κακό… Η γειτονιά έγινε ανάστατη. Ένα τσομπανόσκυλο είχε λυσσάξει πάνω στις μάντρες, και δάγκασε κάμποσα πρόβατα. Οι τσομπαναραίοι το κυνηγήσανε με πέτρες και με ξύλα, να το σκοτώσουν κι αυτό ροβόλησε μέσα στα σπίτια. Ήταν ένα κόκκινο σκυλί, αγριεμένο, με  σηκωμένη την τρίχα, σαν λύκος. Έτρεχε με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα μάτια του ήτανε κόκκινα, λοξές ματιές κι είχε το στόμα ανοιχτό. Από την κρεμασμένη γλώσσα του τρέχανε σάλια. Από πίσω του φωνάζανε, χούγιαζαν, του πετούσανε στειλιάρια και φορτωτήρες κι οι γυναίκες τσιρίζανε, μάζευαν τα μωρά τους και σφαλούσανε με θόρυβο τις πόρτες.
Πέρασε μπροστά από την πόρτα μας, όπου τα δυο μικρότερα αδερφάκια παίζαν ολομόναχα με τον Καπιτάνιο. Του 'χανε βαλμένη μια σκουφίτσα με νταντέλες, του τη δέσανε κάτω απ' το σαγόνι στο μαύρο λουρί, κι αυτός πια στεκόταν και καμάρωνε όσο αυτά ξεφώνιζαν από τα γέλια. Σαν άκουσε το σαματά και το κακό που γινόταν, πετάχτηκε πάνω, γάβγισε φοβεριστικά και στάθηκε μπροστά στα παιδιά περιμένοντας να τα διαφεντέψει. Το τσομπανόσκυλο ήρθε καταπάνω του, ξεφρενιασμένο από την τρομάρα και από την αρρώστια του. Να το δει ο Καπιτάνιος να περνά από το πόστο του, χύνεται και τ' αρχίζει στις δαγκωματιές. Κυλιστήκανε μια κουβάρα στα χώματα, ενώ τα παιδιά τρέξανε μέσα κλαίγοντας.
Το λυσσασμένο σκυλί έφυγε σε κακό χάλι, με τ' αφτιά πετσοκομμένα, με τη μούρη χωμένη στα αίματα. Όμως κι ο Καπιτάνιος είχε δυο μικρές δαγκωματιές στα πόδια και ένα ξέγδαρμα στο στέρνο.
Ο πατέρας ήρθε σε λίγο τρομαγμένος και βαστικός. Του είπανε τι έτρεξε. Ο Καπιτάνιος, σαν τον είδε, σταμάτησε να γλείφει τις λαβωματιές του και του 'κανε όπως πάντα χαρές. Σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια κι ακούμπησε, όπως το συνηθούσε, τα μπροστινά του στους ώμους του πατέρα. Αυτό ήταν ένα χάδι, που μόνο ο πατέρας μπορούσε να το σηκώσει. Κόντευε να τόνε φτάξει στο μπόι ο σκύλος. Κουνούσε την ουρά του θριαμβευτικά, φτερνιζότανε κι έτριβε την κεφάλα του χαδιάρικα στα στήθος του πατέρα.
Εκείνος ήτανε χλωμός, χλωμός σαν πεθαμένος και τα πυκνά φρύδια του χαμηλώνανε πολύ πάνω στα μάτια του. Κατέβασε από πάνω του το σκυλί και μου 'πε να φέρω την αλυσίδα. Τη στερέωσε στο λουρί του και τον έδεσε στο χαλκά της πόρτας. Κάνοντας να μπει μέσα, πήρε το μάτι του το σκουφάκι των παιδιών, που κείτονταν στα χώματα ματωμένο. Το πήρε και τ' άναψε μ' ένα σπίρτο, ώσπου κάηκε. Κατόπι μπήκε στο σπίτι, πήγε στην κρεβατοκάμαρη, άνοιξε το μπαούλο του και κάτι πήρε μαζί του. Είδα τη μητέρα που πολεμούσε να τον εμποδίσει. Τον ακολουθούσε κλαίγοντας. Έλεγε «όχι αυτό… δε θα το κάνεις αυτό» κι όλο έκλαιγε. Την είδανε τα δυο μικρά και αρχινίσανε να ξανακλαίνε κι αυτά. Ο πατέρας, χωρίς να της απαντήσει, με κοίταξε μια στιγμή σοβαρά, με μέτρησε με μια ματιά από τα παπούτσια ώς την κορφή και μου 'γνεψε:
— Έλα μαζί μου…
Ξεκούμπωσε από τα χαλκά την αλυσίδα και έσυρε μπρος με τον Καπιτάνιο. Εγώ βάδιζα, καταπόδι. Κανένας μας δε μιλούσε. Μονάχα το σκυλί έκανε παιχνίδια, πότε σε μένα, πότε στον πατέρα, χωρίς να βρίσκει πουθενά ανταπόκριση. Περάσαμε έτσι τα τελευταία σπίτια, περάσαμε το μουράγιο, όπου κουρνιάζαν αράδα τα καΐκια φορτωμένα κυδώνια. Μοσκοβολούσανε τα κυδώνια, μοσκοβολούσανε και τα φρεσκοκομμένα δαφνόκλαδα, που βάζαν ανάμεσα στο πράμα οι καπιτάνοι φορτωμένα μαύρα δαφνοκούκουτσα. Οι αλυσίδες και οι πρυμάτσες των δεμένων καραβιών μια τεζέρνανε και μια λασκάρανε. Και ολοένα η μουγγαμάρα βάραινε ανάμεσά μας. Ο πατέρας σκυφτός κι αμίλητος, ο Καπιτάνιος στη μέση και 'γώ από πίσω. Μπήκαμε στο χωροφόδρομο και ανηφορίσαμε στη Δαφνούσα μας. Η Δαφνούσα ήταν ένα λιοχώραφο πάνω στο λόφο. Από κάτου, βαθιά ένας γκρεμός καμιά δεκαριά οργιές, κι η θάλασσα, που αδιάκοπα αναδευότανε, γαλάζια και πράσινη, μέσα στη θαλασσοβραχιά. Η ρούφνα της ακουγόταν από μακριά, νανουριστική και ασώπαστη, χρόνον-καιρόν, μπουνάτσα ή χειμωνιά.
Ο πατέρας σταμάτησε εκεί, άκρη, προς τη μεριά της θάλασσας. Σταμάτησε και ο Καπιτάνιος, χαρούμενος και παιχνιδιάρης. Κάπου κάπου κοντανάσαινε από την ανηφοριά, με τη γλώσσα έξω, κυματιστή. Τέντωνε την αλυσίδα να τρέξει, τσίτωνε τ' αφτιά του και γύριζε γουστόζικα πλάι την κεφάλα του, να δει ένα τζιτζίκι που φώναζε πολύ κοντά του, πάνω σ' έναν κορμό. Άπλωνε το πόδι κατά το ζουζούνι να παίξει.
Ο πατέρας έδεσε την αλυσίδα σ' ένα σκοίνο κι έκατσε σε μιαν αρχαία τετράγωγη πέτρα, που ήταν εκεί, κάτω από τη μεγάλη ελιά. Έκατσα και 'γώ παράμερα, λαχανιασμένος από τον ανήφορο, με την καρδιά σφιχτά κλειδωμένη.
Ο Καπιτάνιος μας έβλεπε, μια εμένα, μια τον πατέρα. Μας έβλεπε με κείνα τα καστανά, τ' ανθρωπίσια μάτια του, που μιλούσανε τόσο εκφραστικά, και ήξερα τόσο καλά τα νοήματά τους. Μας έβλεπε ανυπόμονα, ψευτόκλαιγε παρακαλεστικά, να τόνε λύσουμε, έκανε πως δαγκάνει την αλυσίδα του, τάχα να την κόψει. Κανένας  μας δεν του αποκρενόταν. Τότες χιμούσε όρθιος πάνω στην αλυσίδα στα πίσω πόδια, κουνούσε το σκοίνο να το ξεριζώσει, γάβγιζε χαρωπά, γάβγιζε μαλωτικά.
— Άιντε λοιπόν, κάνετε γρήγορα, έλεγε. Ώς πότε θα βαστάξει τούτο το χωρατό…
Το καταλάβαινα πολύ. Τον καταλάβαινε κι ο πατέρας. Αναστέναξε βαθιά και σηκώθηκε. Μου 'πε:
—Σύρε παρέκει, γύρισε κατά δω τη ράχη σου και περίμενε να σε φωνάξω.
Η καρδιά μου χτυπούσε, χτυπούσε. Ήθελα να μιλήσω, ν' απλώσω τα χέρια μου να τον παρακαλέσω. Δεν είχα το κουράγιο. Τον ήξερα, καλά τον πατέρα. Ό,τι έκανε ήτανε σωστό. Ήτανε καλό για όλους μας. Γι' αυτό δεν άλλαξε απόφαση ποτές του. Πήγα παραπέρα δυο τρία βήματα κι ακούμπησα σε μια συκιά, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από πάνω τους.
Ο πατέρας έβγαλε μέσα από την τσέπη του ένα πιστόλι. Το ήξερα το πιστόλι του. Ένα πλατύ, μεγάλο μπράουνιγκ. Ξεκούμπωσε την ασφάλεια και άκουσα τον ξερό κρότο που έκανε σαν τράβηξε πίσω την κάνη να το γιομίσει. Κατόπι πλησίασε το σκυλί. Αυτό χύθηκε να τον αγκαλιάσει. Τότες ο πατέρας τραβήχτηκε πίσω, απόθεσε το όπλο στην πέτρα, ξαναπήγε στο σκυλί και κόντηνε την αλυσίδα ώς τον κορμό του σκοίνου, να μη μπορεί το ζο να κουνηθεί και να παίξει. Ο Καπιτάνιος γρίνιασε παραπονιάρικα, όμως υποτάχτηκε και σε τούτο το νέο παιχνίδι, και περίμενε τη συνέχεια με το κεφάλι χάμου. Ο πατέρας ξαναπήρε το πιστόλι και πήγε κοντά του. Το 'βαλε μέσα στ’ αφτί του. Τότες το σκυλί κάνει μονομιάς μια μεταβολή και γυρίζει πάλι κατάφατσα στον πατέρα. Βλέπει το πιστόλι στο χέρι του, γέρνει πλάι το κεφάλι, όπως όταν ήθελε να κάνει νοστιμάδες, το γλείφει. Είναι κρύο το σίδερο. Κοιτάζει το πατέρα με τα καστανά του μάτια, όλο αγάπη. Τον κοιτάζει να καταλάβει. Δοκιμάζει την κάνη με τα δόντια του. Πολύ σκληρή. Άξαφνα καταλαβαίνει. Κουνά την ουρά του. Συλλογιέται πως αυτό το πράγμα σίγουρα είναι κάτι που πρόκειται να το τινάξει μακριά ο πατέρας, μέσα στα χόρτα ή μέσα στη θάλασσα, για να τόνε προστάξει κατόπι, όπως πάντα, να χυθεί να του το φέρει. «Αα-πορτ!». Μέσα στα έξυπνα μάτια του είναι φανερωμένη η νόηση για τη νέα κατεργαριά που του ετοιμάζουν. Τόνε δέσανε, να δούνε πώς θα τα καταφέρει να κάνει το «απόρτ». Αυτό είναι. Καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν μπορεί να τραβήξει τη σκανδάλη όσο τόνε κοιτάζουν έτσι αθώα και τρυφερά, αυτά τα καστανά τα ανθρωπίσια μάτια. Μια μικρή αστραπή ελπίδας περνά μεσ’ από την καρδιά μου.
Ξαφνικά, πιάνει με το δυνατό χέρι του το σκυλί από το σβέρκο, γυρίζει τη μούρη του προς τη θάλασσα και του τραβά την πιστολιά από πολύ κοντά, μέσα στ' αφτί. Όλα αυτά έγιναν στη στιγμή. Ο Καπιτάνιος σωριάστηκε χωρίς να γαβγίξει καθόλου.  Έκανε να σηκώσει μονάχα δυο φορές το κεφάλι προς τα πίσω όπως σαν ήθελε να χασμουρηθεί, κλότσησε τα πίσω πόδια και πέθανε γεμάτος απορία.
Ο πατέρας ξανασφάλισε το πιστόλι, το  'βαλε πίσω στην τσέπη και διάλεξε από το πεζούλι μια στενόμακρη μαρμαρόπετρα. Έλυσε την αλυσίδα από το σκοίνο και έδεσε την πέτρα στην άκρη. Κατόπι, χωρίς να με αναγυρέψει με το μάτι, φώναξε:
— Έλα!
Έπιασε κείνος τα μπροστινά πόδια μαζί με τη μαρμαρόπετρα, και 'γω τα πισινά. Έβαλα όλα μου τα δυνατά να φανώ άντρας στα χέρια και στην ψυχή, και μ' όλο που ήμουνα ένα χεροδύναμο για την ηλικία μου αγόρι, δυσκολεύτηκα πολύ. Ανοίξαμε τα γόνατα στεριώσαμε τα πόδια και κουνήσαμε το κουφάρι πάνω από το βάραθρο μια δυο… Στην τρίτη, ο πατέρας έκανε «χέι!», όπως σαν να έδινε τα όρντινα στο καράβι. Τ' αμολήσαμε τότες κι απομείναμε στον τόπο, ώσπου ακούσαμε από κάτου, βαθιά, τη χλαπαταγή που 'κανε το κορμί χτυπώντας μέσα στη θάλασσα. Τότες, σα να 'ταν αυτός ο κούφος κρότος το τέλος, κοιταχτήκαμε γρήγορα στα μάτια και κινηθήκαμε από τον τόπο.
Ο πατέρας έκαμε το σταυρό του αργά αργά και ξανακάθισε στην αρχαία πέτρα. Έκαμε «ωχ», σα να 'γινε ξαφνικά πολύ γέρος και κουρασμένος. Ένιωσε ενοχλητικό το μάτι μου απάνω του, έσπρωξε πίσω το κασκέτο του και έβγαλε την ταμπακέρα. Κατόπι μου ξανάριξε μια βιαστική ματιά και μ' έστειλε πίσω. Κούνησε το χέρι του να φύγω και είπε:
— Άιντε, τράβα σπίτι, κι έρχουμαι…Η φωνή του ήταν αδύνατη.
Ήθελε να μείνει μόνος.
Γύρισα στο σπίτι φαρμακωμένος και αμίλητος. Η μητέρα καθότανε στο χαγιάτι, στο μικρό καναπέ, και μόλις με είδε πάτησε τα κλάματα, ασυγκράτητα. Τότες με πήρανε και εμένα τ' αναφιλητά και μαζί μου έκλαιγε κι ο δεύτερος αδερφός.
Το δυο μικρά, που δεν μπορούσανε να καταλάβουν ακόμα την ορφάνια που έπεσε ξαφνικά μέσα στο σπίτι, ήτανε μέσα στην αυλή. Γιόμιζαν παστρικό νερό με το πράσινο ποτιστηράκι του Πετρή τη γαβάθα του σκυλιού. Να 'ρθει να πιει νερό ο Καπιτάνιος μας.

 Στρατής Μυριβήλης
Το γαλάζιο βιβλίο
Εκδόσεις Εστία